«Το δάκρυ της σημύδας», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

Ξύπνησε απότομα, σχεδόν έντρομη. «Όνειρο ήταν» σκέφτηκε, πίνοντας μια γουλιά νερό, από το ποτήρι που άφηνε κάθε βράδυ στο κομοδίνο της. Πόσο αναζωογονητικές ήταν αυτές οι σταγόνες νερού, σαν να ήρθαν να ξεδιαλύνουν τις σκέψεις της. Έπεσε πάλι να κοιμηθεί, όμως η οπτασία του ονείρου είχε για τα καλά φωλιάσει μέσα της και δεν την άφηνε να ηρεμήσει. Μία γυναικεία φιγούρα, ψηλή και θεωρητική, σαν να άνοιξε τις κουρτίνες του μακρινού ορίζοντα κι έκανε την εμφάνισή της, με βήμα γοργό και αποφασιστικό. Φορούσε ένα μακρύ κατάλευκο φόρεμα. Τόσο μακρύ, που σχεδόν χάιδευε απαλά τη ζεστή και φιλόξενη γη.  Ξάφνου σήκωσε  το πέπλο που κάλυπτε το πρόσωπό της και τότε η έκπληξη ήταν μεγάλη. Δεν υπήρχε πρόσωπο ή αντί για πρόσωπο, θα έλεγε πως διέκρινε ένα τεράστιο λευκό τριαντάφυλλο και ο λαιμός όλο αγκάθια. Εκείνη τότε έτρεξε στο όνειρο να αγκαλιάσει αυτή την λευκή οπτασία, αλλά τα χέρια της μάτωσαν από τα αγκάθια. Κόκκινο, ζεστό αίμα, το αίμα το δικό της, έβαψε το λευκό φόρεμα τής οπτασίας κι εκείνη τότε χάθηκε  μέσα στην απεραντοσύνη. Σαν να έπεσαν βαριές και πάλι οι κουρτίνες του ορίζοντα, με μοναδικό σημάδι του ονείρου το άρωμα από τριαντάφυλλο.

Το ίδιο όνειρο, απρόσκλητος επισκέπτης, εδώ και τόσα χρόνια, ήρθε και απόψε να της υπενθυμίσει για άλλη μια φορά τον καμβά της ζωής της. «Η ζωή είναι γεμάτη  χρώματα, σου εύχομαι με αυτά να ζωγραφίσεις τα όνειρα σου» άκουγε συχνά τον πατέρα να της εύχεται. Τα παιδικά της χρόνια κύλησαν μέσα στα χρώματα των εικονογραφημένων παιδικών βιβλίων, που με λαχτάρα ξεφύλλιζε κάθε μεσημέρι, μετά το σχολείο, όταν πήγαινε στο βιβλιοπωλείο του πατέρα, τη μικρή οικογενειακή τους επιχείρηση. Της άρεσε πολύ να ταξιδεύει μαζί με τον Σεβάχ σε θάλασσες και ωκεανούς, να χάνεται με την Κοκκινοσκουφίτσα στα πιο ανήλιαγα και πυκνά δάση και να παίζει με τους καλόκαρδους και συμπονετικούς νάνους. Η μεγάλη της ευχή όμως ήταν να ταξιδέψει με τον Πίτερ Παν μακριά πολύ από τον τόπο της, το μικρό και όμορφο νησί της. Ένιωθε τα κρυστάλλινα νερά του Αιγαίου να φυλακίζουν τα παιδικά της σχέδια. Η καλή νεράιδα όμως, που την επισκεπτόταν σχεδόν κάθε βράδι στα όνειρά της, της έδινε μεγαλόπνοες υποσχέσεις: «Θα καταφέρεις κάτι σπουδαίο στη ζωή σου. Να θυμάσαι πως ο μοναδικός  θησαυρός σου  είναι τα πινέλα και τα χρώματα. Να τον φυλάς καλά το θησαυρό σου και να τον προστατεύεις από τις δυνάμεις του κακού».

Η ίδια πάλι, η καλή νεράιδα των παραμυθιών, ήταν αυτή, που με το ραβδάκι της το μαγικό άλλαξε δια μιας τη ζωή της Σταχτοπούτας και εννοείται και τη δική της. Έτσι, κατόρθωσε να  πείσει με αποφασιστικότητα και πειθώ τον αυστηρό πατέρα πως οι σπουδές  στο Παρίσι, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών θα της εξασφάλιζαν ένα λαμπρό μέλλον. Όχι βέβαια πως δεν στεναχωρήθηκε και η ίδια με την απόφασή της αυτή, αλλά ένιωθε μία δύναμη μαγική να την απομακρύνει από τη γενέτειρά της, από το γαλανό ουρανό και τα βαθυγάλανα νερά του Αιγαιοπελαγίτικου νησιού της. Με ανάμικτα συναισθήματα, της χαράς αλλά και της θλίψης, αποχαιρέτησε τα παιδικά και εφηβικά της όνειρα, καθώς και όλους εκείνους, που τόσα χρόνια τη στήριζαν και την αγαπούσαν, όπως οι νάνοι, η Χιονάτη και σαν το Νιλ Χόλγκερσον τόλμησε το δικό της θαυμαστό ταξίδι. Ήταν άραγε θαυμαστό αυτό το ταξίδι της ζωής της; Έχει την εντύπωση πως, ακόμη και τώρα, στην εποχή της ωριμότητας που διανύει, δεν είναι σε θέση να απαντήσει.

Στο Παρίσι, την πόλη του φωτός, την πόλη που τόσο πολύ αγάπησε, δούλεψε σκληρά, πολύ σκληρά. Στην αρχή ένιωθε σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, όμως δεν έχανε το κουράγιο της. Όλη την ημέρα στα εργαστήρια της σχολής, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους, που της δίδαξαν ένα μοναδικό ταξίδι στα χρώματα και το μυστικισμό τους, ένιωθε να χάνει την αίσθηση του χρόνου και να περιπλανιέται σε πρωτόγνωρα μονοπάτια, που της άνοιγαν νέους ορίζοντες δημιουργίας. Το μικρό και ανήλιαγο διαμέρισμα της στο Παρίσι, μια σοφίτα όλη κι όλη, είχε μεταμορφωθεί σε καταφύγιο. Ήταν το δικό της νησί των θησαυρών. Εκεί τα όνειρά της την συντρόφευαν, μακριά πια από τα εργαστήρια της σχολής λάμβαναν σάρκα και οστά. Ο μικρός και παγερός χώρος που διέμενε, ήταν το δεύτερο εργαστήρι για την ίδια. Τα έργα της πια δεν χωρούσαν, κείτονταν στο κρύο πάτωμα, μα η φλόγα των μεσογειακών χρωμάτων, που εκείνη προτιμούσε,  ζέσταινε την καρδιά της και της έδινε δύναμη, να ξεπερνά ακόμη και το κρύο αυτής της Ευρωπαϊκής πόλης.

Κάποιες φορές, πολύ συχνά θα έλεγε, όταν αποκαμωμένη από τη δουλειά, τη βαριά μυρωδιά των χρωμάτων και των υλικών, ατένιζε από το παράθυρο της μικρής σοφίτας, όπου διέμενε, το άχρωμο και αδιάφορο πλήθος των ανθρώπων, ένιωθε τη νοσταλγία του μικρού της νησιού, να την διακατέχει. Της έλειπε η ζεστασιά των ανθρώπων,  ο γαλανός ουρανός, η αλμύρα της θάλασσας και το δροσερό αεράκι, που ερχόταν  να απαλύνει κάθε έγνοια ή στεναχώρια της. Απεναντίας, στο Παρίσι  είχε για μοναδική συντροφιά το θρόισμα των φύλλων της λυγερής σημύδας, που με τα λεπτεπίλεπτα κλαδιά της τη χαιρετούσε κάθε μέρα. Όταν για κάποιο απροσδιόριστο λόγο ένιωθε θλίψη ή ανησυχία για την ίδια και τους δικούς της, η σημύδα της χτυπούσε το παράθυρο με τα κλαδιά της, σαν να ήθελε να μάθει το λόγο της δυσθυμίας της και να ξεδιαλύνει τις σκιερές σκέψεις της, που την ακολουθούσαν πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό και όχι αδικαιολόγητα. Κάθε μέρα μάθαινε για εξαφανισμένα πρόσωπα, γείτονες, συμφοιτητές της και συγκατοίκους στο μεγάλο δίπατο σπίτι, όπου ζούσε πια. Οι αστυνομικές αρχές της πόλης του φωτός, της πόλης των γραμμάτων και των Τεχνών δεν δίσταζαν να παραδίδουν όσους θεωρούσαν ύποπτους και αντικαθεστωτικούς στις γερμανικές αρχές, οι οποίες είχαν κυριεύσει, εδώ και πολύ καιρό, τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Το νεανικό της μυαλό, το γεμάτο από εικόνες, χρώματα και πινέλα, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως η χώρα του Μπετόβεν, του Φρόιντ και του Γκαίτε επέβαλλε βάναυσα μία πρωτόγνωρη και απάνθρωπη φιλοσοφία σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, οδηγώντας στο θάνατο όσους έκρινε ύποπτους για τις ιδέες, την κοινωνική, πολιτισμική και εθνική καταγωγή τους. Η ίδια είχε μάθει πια να ζει μέσα στο κουκούλι του φόβου, κάτω από τη λάμψη του μεγαλόπρεπου αστεριού, που υποχρεωτικά ήταν ραμμένο στο παλτό της. Πώς μπορούσε ένα αστέρι, που υπάρχει μόνο για να προσφέρει το φως και τη λάμψη του στα δημιουργήματα του Θεού, έμψυχα και άψυχα συνάμα, να υποδηλώνει ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας και να τους   οδηγεί στο θάνατο, μόνο και μόνο επειδή αυτοί γεννήθηκαν εντελώς τυχαία σε αυτό το μικρό κομματάκι του πλανήτη γη ή είχαν ρίζες από εκεί, την αληθινή της πατρίδα, τη γη του Μωυσή. Η ανησυχία της μεγάλωνε ακόμη περισσότερο, όταν σκεφτόταν τους γονείς της. Ενδόμυχα, πίστευε πως δεν ήταν ασφαλείς, πως κινδύνευαν, όπως όλοι οι συμπατριώτες της, όπως και η ίδια άλλωστε, αλλά δεν ήξερε πως να  προστατέψει εκείνους, πώς να προστατέψει τον ίδιο της τον εαυτό. Κάθε φορά που μιλούσε μαζί τους τη διαβεβαίωναν πως ήταν ασφαλείς σε αυτό το μικρό Αιγαιοπελαγίτικο νησί, πως όλα θα πήγαιναν πολύ καλά. Εκείνη όφειλε να αφοσιωθεί στις σπουδές της και να μην απασχολεί το μυαλό της με τέτοια θέματα. «Να πιστεύεις στο πεπρωμένο… κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό» νόμιζε πως άκουγε τη φωνή του πατέρα. «Όσο και να τρέχεις, εκείνο θα σε προφτάσει… πρέπει να μάθεις στη ζωή σου να συμπορεύεσαι αρμονικά μαζί του». «Η Τύχη  πάνω ακόμη και από τους Θεούς του Ολύμπου» νόμιζε πως διάβαζε στην αρχαία ελληνική μυθολογία, που τόσο της άρεσε στα μαθητικά της χρόνια στο σχολείο και ο πατέρας δεν παρέλειπε να την εφοδιάζει με ανάλογα βιβλία μυθικών ηρώων.

Δυστυχώς, όμως, όλοι οι φόβοι και οι ανησυχίες της επιβεβαιώθηκαν, όπως άλλωστε η ίδια  το περίμενε. Σαν να ήρθε αυτοπροσώπως  το πεπρωμένο και της χτύπησε την πόρτα ένα χειμωνιάτικο παγερό απόγευμα, που η σημύδα της χτυπούσε με τα κλαδιά της  επίμονα το τζάμι, σαν να ήθελε να προλάβει τα νέα, σαν να ήθελε να την προετοιμάσει γι’ αυτό που ερχόταν. Το τηλεγράφημα, που έλαβε από συγγενείς της, ήταν η μαρτυρία ή καλύτερα η αρχή του μαρτυρίου της. Τα χρώματα άρχισαν να κυλάνε στο πάτωμα σαν αίμα ζεστό, το αίμα των δικών της ανθρώπων. Ένιωθε σαν πούπουλο ανίσχυρο στη δίνη του ανέμου, που ερχόταν να αρπάξει και την ίδια. Οι γονείς της, οι μοναδικοί άνθρωποι που της χάρισαν τη ζωή και την ενέπνευσαν σε όλες τις προσπάθειες της, ήταν πια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ύστερα από συλλήψεις που έγιναν στο νησί της. Στο νησί των παιδικών της χρόνων, της εφηβείας και των στοχασμών της. Στο μικρό αυτό κομματάκι στεριάς, που πίστευε η ίδια πως υπάρχει στο χάρτη, για να προσφέρει τη χαρά και μόνο στους κατοίκους του, το φως του χρυσαφένιου ήλιου και το μοναδικό γαλάζιο χρώμα της θάλασσας και του ουρανού. Τέτοιο γαλάζιο, που κανένας μεγάλος δάσκαλος της ζωγραφικής δεν μπορούσε ούτε θα μπορούσε ποτέ να παρασκευάσει.

Η απόφαση της τότε  ήρθε  οριστική και αμετάκλητη. Παραδόθηκε μόνη της στις γερμανικές αρχές -που εδώ και καιρό είχαν βαλθεί να κυριεύσουν  τον κόσμο όλο- και ύστερα με τη σειρά της οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το μόνο, που μπορεί σήμερα να θυμηθεί είναι το δάκρυ της σημύδας και ένας βουβός, σπαραξικάρδιος θρήνος. Τους γονείς της δεν τους συνάντησε ποτέ. Δεν έμαθε νέα τους ποτέ. Η μοναδική της παρηγοριά και δύναμη να κρατηθεί στη ζωή ήταν να εκπληρώσει την υπόσχεση που τους είχε δώσει, πως δεν θα εγκατέλειπε ποτέ το ταξίδι της στη χώρα των χρωμάτων. Έτσι, ακόμη και εξαντλημένη από τα μαρτύρια της κάθε μέρας, ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε με τη στάχτη από τα αποτσίγαρα, που έβρισκε στο χώμα. Μόνο, που οι γκρίζες φιγούρες της εκεί στο στρατόπεδο εξαφανίζονταν με την πνοή του ανέμου. Γίνονταν ταξιδιώτες σε μία χώρα χωρίς επιστροφή.

Εκείνες τις μαύρες ώρες θυμόταν νοσταλγικά το βιβλιοπωλείο του πατέρα. Νόμιζε πως τη γαργαλούσε η μυρωδιά του χαρτιού και πως ταξίδευε κι εκείνη μαζί με τους αγαπημένους της ήρωες στις πολύχρωμες σελίδες των παραμυθιών. Πόσο συχνά θυμόταν τον Ορφέα, που κατάφερε να φτάσει στον Άδη και να βρει την αγαπημένη του. Όμως το λάθος του να την κοιτάξει ήταν η αιτία του χωρισμού τους. Θα κατάφερνε άραγε κι εκείνη να φτάσει στους δικούς της και να τους τραβήξει πίσω στη ζωή; Απάντηση σε αυτό το ερώτημα  δεν της δόθηκε ποτέ. Ένιωθε τότε ανίσχυρη, σαν την Τοσοδούλα, την πρωταγωνίστρια της αγαπημένης παιδικής ιστορίας, που διάβαζε με λαχτάρα στα παιδικά της χρόνια. Ενδόμυχα, ήξερε πως, από εδώ και στο εξής, η ζωή της θα ταυτιζόταν με τη ζωή του Ορφέα. Ήξερε πως οι φιγούρες της θα είχαν το χρώμα της στάχτης, χωρίς ελπίδα, χωρίς επιστροφή. Φιγούρες με έναν και μοναδικό προορισμό, τη σκοτεινή πολιτεία του Άδη. Η ευχή όμως των γονιών της να ταξιδέψει στα χρώματα ίσως ήταν και το φυλαχτό της ζωής που της δώρισαν. Κατάφερε να ζήσει, παρ’ όλο που δεν το επιδίωξε. Ήταν σίγουρη όμως  πως από εδώ και στο εξής θα ταξίδευε μαζί με τις σταχτιές φιγούρες της. Αυτές θα την συντρόφευαν, μέχρι κι εκείνη να συναντήσει κάποτε την Ευρυδίκη του παραμυθιού.

Μετά την απελευθέρωση, το μόνο, που σκέφτηκε να κάνει, ήταν να επιστρέψει πίσω στη γενέτειρά της, στο όμορφο και φιλόξενο Αιγαιοπελαγίτικο νησί της. Εκεί θα έμενε μέχρι το μεγάλο ταξίδι της. Φυσικά, το βιβλιοπωλείο του πατέρα δεν υπήρχε. Είχε καταστραφεί στους βομβαρδισμούς. Υπήρχε όμως το σπίτι της και αυτό το θεώρησε καλό σημάδι. Σιγά σιγά θα κατάφερνε να χτίσει μία νέα ζωή, όμως ενδόμυχα γνώριζε πως το οικοδόμημα δεν θα ήταν στέρεο. Θα ήταν ανυπεράσπιστο και έρμαιο στις σταχτιές φιγούρες, που κάθε βράδυ την επισκέπτονταν για να γκρεμίσουν ό,τι έχτισε. Το μόνο που θυμόταν τότε ήταν η πρώτη ιστορία, που της είχε διαβάσει ο πατέρας, με τα τρία γουρουνάκια, που έχτιζαν το σπίτι και ο λύκος περιχαρής ερχόταν να το γκρεμίσει.

Εκείνες τις σκιερές  στιγμές, η μόνη ανακούφιση ήταν η περιπλάνησή της στο λαβύρινθο των χρωμάτων. Ζωγράφιζε ώρες ατέλειωτες, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου και την επιθυμία της επιστροφής. Ονειρευόταν τη ζωή, που δεν κατάφερε να ζήσει ή τη ζωή που της στέρησαν. Ανακαλούσε τότε στη μνήμη τη ζωή της στην πόλη του φωτός. Πόσο πολύ της έλειπε η συντροφιά της σημύδας, έξω από το παράθυρο της. Ακόμη και σήμερα βλέπει το δάκρυ της να κυλά ζεστό πάνω στο τζάμι, εκείνη την ώρα του μαρτυρίου.

Ο Αιγαιοπελαγίτικος όμως αέρας έρχεται και πάλι να την σώσει από τους σκοτεινούς λαβύρινθους και να την ταξιδέψει, σαν πούπουλο ανάλαφρο, πάνω από την καταγάλανη θάλασσα, μαζί με τα θαλασσοπούλια και τα πουπουλένια σύννεφα. Μεταμορφώνεται τότε η ίδια σε Νιλ Χόλγκερσον και ξεκινά το δικό της θαυμαστό ταξίδι. Εκεί ψηλά, βάζει για προορισμό τη μικρή της σοφίτα. Θέλει να συναντήσει και πάλι τη σημύδα, για να της σκουπίσει το δάκρυ, που δεν πρόλαβε εκείνη την παγερή χειμωνιάτικη νύχτα και να την αγκαλιάσει. Μια αγκαλιά, που της θυμίζει τη μυρωδιά και θαλπωρή της μητρικής αγκαλιάς, που στερήθηκε. Ίσως κάποτε το καταφέρει να αποχαιρετήσει οριστικά τις σταχτιές φιγούρες της και να πετάξει μόνη, ψηλά, πολύ ψηλά.  Τ΄ ακούς μητέρα; Τ΄ ακούς πατέρα;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη