«Το άκραντο νερό», ένα διήγημα του Οδυσσέα Νασιόπουλου για τη δράση ‘Χριστός Γεννάται’

-Ξέρεις τι ψάχνω, μια καλή ιστορία, κατά βάση Χριστουγεννιάτικη, για τις ημέρες που έρχονται, να την δημοσιεύσω στη στήλη μου. Κάτι διαφορετικό, ε! Βαρέθηκα, τα ίδια και τα ίδια. Κάποιο έθιμο ίσως τοπικό. Έχεις καμιά ιδέα; Έλα! Εσύ που ξέρεις τα πολλά και ο νους σου αλέθει κι κατεβάζει, είπε η Εύα, δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα «Πρωινός Κήρυξ», στο συνάδερφος της, επί του αθλητικού ρεπορτάζ.

-Α! Κάτσε, να σκεφτώ και χωρίς καφέ δεν σκέφτομαι, είπε εκείνος χαριτολογώντας, θέλοντας να την πειράξει.

-Πες μου και στον κερνάω αργότερα, είπε εκείνη τάχα θυμωμένη.

-Καλά, λοιπόν! Αφού το θες. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, δε ζει πια, που μου ‘λεγε, για το «τάισμα» της βρύσης, ένα έθιμο ξεχασμένο πια, στα χωριά της Κεντρικής Ελλάδας. Να σαν και το δικό μου, το περιβόητο Ελληνόκαστρο. Να ‘ρθείς, να σε πάω μια μέρα. Θα περάσουμε θαύμα, της είπε και χαμογελούσε πονηρά.

-Ναι! Κάνε όνειρα! Για συνέχισε…

-Καλά ντε, που είχα μείνει· α! τα μεσάνυχτα, λοιπόν, της παραμονής των Χριστουγέννων, γινόταν το λεγόμενο «τάισμα της βρύσης». Οι όμορφες κοπέλες, να καλή ώρα σαν κι εσένα, τα χαράματα πηγαίνανε στην πιο κοντινή βρύση για να κλέψουν το «άκραντο νερό», δηλαδή αμίλητο γιατί δεν έβγαζαν λέξη σ’ όλη την διαδρομή.

Όταν έπαιρναν το νερό, άλειφαν τη βρύση με βούτυρο και μέλι με την ευχή «όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι, και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους».

Για να έχουν καλή σοδειά, όταν έφθαναν εκεί, την «τάιζαν» με διάφορα προϊόντα, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Έλεγαν μάλιστα ότι όποια κοπέλα πήγαινε πρώτη στη βρύση θα ήταν η πιο τυχερή όλο το χρόνο. Πιο πριν έριχναν στη στάμνα, που θα έφερναν το νερό, ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια.

Έκλεβαν, λοιπόν, το νερό από τη βρύση και γύριζαν στο σπίτι τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το «άκραντο νερό». Αφού πρώτα είχαν αδειάσει από τα βαρέλια τους το παλιό. Με το ίδιο νερό ράντιζαν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού και σκόρπιζαν, τα τρία χαλίκια στο σπίτι.

Στη λαϊκή μας παράδοση ο βάτος φέρνει αισιοδοξία, καλά μαντάτα και διώχνει τα ξόρκια.

Αυτή είναι εν ολίγοις η ιστορία μου. Εσύ πότε θα μου δώσεις καλά μαντάτα, ε; είπε στο τέλος και χαμογελούσε.

-Χαχα! Ποτέ! Ωραία ιστορία, σ’ ευχαριστώ καλέ μου φίλε, θα στο χρωστάω, του απάντησε εκείνη.

-Ξέρω κι άλλες πιο πονηρές, άμα θες στις λέω, όταν βρεθούμε, τα δύο μας! της είπε, και της έκλεισε το μάτι.

-Πρόστυχε! του αντιγύρισε εκείνη και του πέταξε ένα φάκελο γεμάτο χαρτιά ενώ ξεσπούσαν και οι δύο σε γέλια.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη