“Του παππού το εμβόλιο”, γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Τον παππού τον έχουμε «μπερλίνα»… Πώς το λένε; Μη μου άπτου. Είναι ο τελευταίος των Μοϊκανών, για ολόκληρη την οικογένεια, οπότε τον προσέχουμε «ως κόρην οφθαλμού».

Σχετικά με το εμβόλιο, είχαμε μεγάλη κουβέντα, αν θα το κάνει, να μην το κάνει, γιατί να μην το κάνει; Και γιατί να κάνει το ένα, να κάνει το δύο, όχι, να το κάνει η μάνα. Τελικά, αποφασίσαμε να το κάνει.

Παρόλο που δεν είμαι καθόλου πεισμένος για το εμβόλιο -ο ίδιος δε θα το κάνω μέχρι να είμαι σίγουρος εκατό τα εκατό- ανέλαβα το θέμα προσωπικά. Μπήκα στην ηλεκτρονική πλατφόρμα για να δηλώσω τα στοιχεία του, αλλά, κάθε τρεις και λίγο, κόλλαγε. Καθότι προληπτικός, σκέφτηκα ότι αυτό δεν είναι καλό σημάδι. Το είπα στη γυναίκα μου, η οποία με έκραξε, έτσι συνέχισα να προσπαθώ μέχρι να λάβω το μήνυμα στο κινητό μου για τον κωδικό του ραντεβού.

Εντάξει, κατοχυρώσαμε τη θέση του στον εμβολιασμό. Όταν τον επισκέφτηκα, του είπα: «Παππού, εσύ κι ο Πρωθυπουργός θα έχετε κάνει πρώτοι το εμβόλιο!» Χάρηκε εκείνος, όχι τόσο για τα νέα, όσο για το ότι θα έβγαινε έξω. Ένα χρόνο έχει ο καημένος να βγει από το σπίτι. Ούτε μάσκα δεν ξέρει τι είναι.

Τη μέρα του ραντεβού ξεκινήσαμε ολόκληρη επιχείρηση κάμποσες ώρες νωρίτερα, για να τον ετοιμάσουμε. Μπάνιο αποβραδίς για να μη μας κρυώσει, ξύρισμα. Του βάλαμε και το καλό του το κουστούμι. Κουκλάκι ζωγραφιστό τον κάναμε. Του κοτσάραμε και τη μάσκα -τα παιδιά τού τη διαλέξανε, μία με κάτι φιλάκια και καρδούλες επάνω, σιγά μην καταλάβαινε τι είναι- και τον βάλαμε στο αμάξι.

Εμένα με έτρωγε η αγωνία, να φτάσουμε νωρίτερα, να βρούμε να παρκάρουμε. Στον Πειραιά που μένουμε, λόγω έργων, είναι όλα κολλημένα. «Δεύτερο σημάδι» σκέφτηκα. Αυτή τη φορά, δεν το είπα στη γυναίκα μου, όχι γιατί φοβόμουν το κράξιμο, αλλά γιατί δεν ήθελα να ακούσει κι ο παππούς και αναστατωθεί. Τέλος πάντων, φτάσαμε κάποια στιγμή στα Καμίνια, στο Κέντρο Υγείας.

Ενώ συνήθως είμαι πολύ κ…φαρδος στο παρκάρισμα, εκείνη τη μέρα, που ήταν Κυριακή, όλα τα αμάξια ακόμη ήταν παρκαρισμένα, έτσι θέση γιοκ για εμάς. Το κατάπια κι αυτό. Έβγαλα αλάρμ μπροστά στο Κέντρο κι άρχισε η δεύτερη επιχείρηση – να κατεβάσουμε τον παππού από το αμάξι.

Με τα πολλά, αφού τα καταφέραμε, άφησα τη γυναίκα μου να τον συνοδεύσει, για να πάω εγώ να παρκάρω κι όπως μπήκα στο αυτοκίνητο, συνειδητοποίησα ότι έχουν μαζευτεί τηλεοπτικά συνεργεία. «Ώπα» σκέφτηκα «θα γίνουμε και διάσημοι». Την ίδια στιγμή άκουσα και σειρήνες περιπολικών. Κάτι άρχισε να μη μου κολλάει, όμως έπρεπε να πάρω το αμάξι από εκεί. Ενώ οδηγούσα και ταυτόχρονα έψαχνα για θέση, με την άκρη του ματιού μου, είδα να περνούν με κατεύθυνση προς το Κέντρο Εμβολιασμών, μηχανές Ζητάδων, περιπολικά και κάτι σκουρόχρωμα αυτοκίνητα, σαν τη συνοδεία του Πρωθυπουργού. «Μωρέ έχει γούστο να μας βγάλουν στα κανάλια…» μουρμούρισα και βρήκα μία θεσούλα να παρκάρω.

Έβαλα τα πόδια στην πλάτη για να φτάσω πριν την ώρα του ραντεβού, γιατί το δικό μου όνομα είχα δώσει για συνοδός και δεν ήξερα αν θα δέχονταν τη γυναίκα μου. Όπως έφτανα στο Κέντρο, νόμιζα ότι έκαναν τα μάτια μου πουλάκια. Δεν πίστευα αυτό που αντίκριζα! Έτσι εξηγείται η γκαντεμιά μου! Σωστά τα έλεγα εγώ, ότι κάτι μου βρώμαγε. Δεν έπρεπε να φέρουμε τον παππού για εμβόλιο! Δεν είμαι δα και ο μόνος που το ισχυριζόταν… Όλα τα μίντια έχουν βουίξει για την ατυχία που σέρνει εκείνο το σόι.

Ναι, ναι, δεν έκανα λάθος! Αυτός που στεκόταν στην είσοδο του Κέντρου και του έπαιρναν συνέντευξη, δεν ήταν σαφώς ο αγαπημένος μου παππούς, αλλά ο ακατανόμαστος. Χριστέ κι Απόστολε! Δε μπορούσα να το αφήσω να συμβεί αυτό! Έπρεπε να σώσω τον παππού!

Αμέσως, κάλεσα τη γυναίκα μου στο κινητό. Δεν απαντούσε. Ταυτόχρονα, έβαλα τα χέρια μου μπροστά, για να μπορέσω να σπρώξω ώστε να περάσω μέσα από αυτό το πλήθος -μ’ αρέσει που μας πρήζουν να κρατάμε τις αποστάσεις, τρομάρα μου- και τελικά εισέβαλα αλαφιασμένος στο Κέντρο Υγείας, σαν τον Τσακ Νόρις. Μόνο ανακυβίστηση δεν έκανα. Κοίταξα αστραπιαία δεξιά κι αριστερά, ενώ ξοπίσω μου ακολουθούσε το πρώτο πρόσωπο της χώρας και οι κάμερες. Χειραψίες, υποκλίσεις, χαιρετούρες, κακό!

Ο παππούς, πού ήταν ο παππούς; Νάτος! Καθισμένος, χαρούμενος, χαιρετούσε κι αυτός από μακριά, ενώ η γυναίκα μου χαμογελούσε στις κάμερες – το κατάλαβα από τα μάτια της, γιατί το στόμα της ήταν καλυμμένο από τη μάσκα της. Βλέποντας την «απειλή» να πλησιάζει ολοταχώς για να χαιρετήσει και τον παππού μου, επιτάχυνα μανιωδώς, βούτηξα τον γέρο άνθρωπο από το χέρι, η γυναίκα μου ξαφνιασμένη με ρώτησε «Τι κάνεις; Έχεις τρελαθεί;». Εγώ τους είπα επιτακτικά να σηκωθούν, άρπαξα έγκαιρα μίαν άλλη κυρία από το διπλανό κάθισμα και με δυσκολία, την έσυρα σχεδόν, ξαφνιασμένη, στη θέση του παππού. Μέχρι η συνοδός της να προλάβει να πει «κύμινο» ο «κίνδυνος» βρέθηκε μπροστά τους, να σφίγγει το χέρι της γιαγιάς -ευτυχώς- αντί του παππού μου!

Ουφ! Τον έσωσα! Λίγο το έχεις να τον έχει αγγίξει η γκαντεμιά η ίδια; Με τα χίλια ζόρια τον έχουμε συντηρήσει τον παππού όρθιο! Γλύτωσε από Παγκόσμιο κι Εμφύλιο πόλεμο, από διφθερίτιδα, τύφο, κορωνοϊό. Να μας τον «φάει» το άτομο;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη