«Τζακ Κέρουακ», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος

Τζακ Κέρουακ/Μικρό βιογραφικό

Τζακ Κέρουακ (Jack Kerouac, πραγματικό όνομα: Jean-Louis Lebris de Kérouac, 12 Μαρτίου 1922 – 21 Οκτωβρίου 1969) ήταν Αμερικανός λογοτέχνης, εικονοκλάστης του γραπτού λόγου, ένας από τους κύριους εκπροσώπους, μαζί με τους Γουίλιαμ Μπάροουζ και Άλεν Γκίνσμπεργκ, της Μπιτ γενιάς (αγγλ. Beat Generation) και εισηγητής του ομώνυμου όρου. Ανάμεσα στα διασημότερα έργα του ανήκουν τα μυθιστορήματα Οι αλήτες του ΝτάρμαΟι υποχθόνιοι και πάνω απ΄όλα το Στο δρόμο.

Ο Κέρουακ αναγνωρίζεται για τη μέθοδο της αυθόρμητης πρόζας. Από θεματικής πλευράς, το έργο του εκτείνεται σε πεδία όπως η Καθολική πνευματικότητα, η τζαζ, η ελευθεριότητα, ο Βουδισμός, τα ναρκωτικά, η φτώχεια και τα ταξίδια. Κατέστη διασημότητα του underground και, μαζί με άλλους Μπιτ λογοτέχνες, ένας από τους προγόνους του κινήματος των χίπις, αν και παρέμεινε εχθρικός προς ορισμένα από τα πολιτικά ριζοσπαστικά στοιχεία του.

Το 1969, σε ηλικία 47 χρονών, ο Κέρουακ πέθανε από εσωτερική αιμορραγία εξαιτίας της μακροχρόνιας κατάχρησης αλκοόλ. Από το θάνατό του, το λογοτεχνικό κύρος του Κέρουακ έχει αυξηθεί και πολλά απαρατήρητα στο παρελθόν έργα του έχουν δημοσιευθεί. Όλα τα βιβλία του είναι σε κυκλοφορία σήμερα, συμπεριλαμβανομένων των Η Κωμόπολη και η ΠόληΣτο δρόμοΝτόκτορ ΣακςΟι αλήτες του ΝτάρμαMexico City BluesΟι υποχθόνιοιΟ γυρισμός του ταξιδευτήΟράματα του ΚόντυΗ θάλασσα τ’ αδέρφι μου, και Μπιγκ Σερ.

Αναλύοντας τον Κέρουακ – Συγγραφικό ισοζύγιο

Κυρίες και κύριοι μια φορά και έναν καιρό τη δεκαετία του ‘50 υπήρχε μια παρέα φίλων που αποφάσισε έτσι απλά να αλλάξει τον κόσμο. Ο Τζακ Κέρουακ, ο Ουίλιαμ Μπάροουζ και ο Άλεν Γκίνσμπεργκ.  Οι κύριοι εκφραστές της γενιάς του μπιτ ξεκίνησαν να κάνουν άνω κάτω τη λογοτεχνία και αργότερα επηρέασαν και άλλα είδη όπως τη μουσική, τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Το Μπιτ (beat) αρχικά θεωρήθηκε ότι βγήκε από το ρυθμικό χτύπημα της τζαζ μουσικής που ήταν η αγαπημένη της παρέας. Τελικά όμως συνδέθηκε με τη «λουζεριά», την απαξίωση, έγινε ο χτύπος μιας γενιάς αποτελειωμένης, που έψαχνε αφορμή και τρόπο ζωής για να ξεφύγει από πουριτανικές και καθωσπρέπει κοινωνίες,  να ψάξει άλλες συνθήκες  να απελευθερωθεί και να πάει κόντρα σε όλους και όλα.

Όλο αυτό βέβαια σε μια συντηρητικούρα κοινωνία με «κουτιά» και υπάκουους πολίτες δεν άρεσε, λοιδορήθηκε και πολεμήθηκε από κριτικούς, κοινό αλλά και συγγραφείς, όπως ο Τρούμαν Καπότε που αποκάλεσε τον Κέρουακ απλό δακτυλογράφο. Όσο οι Μπίτνικ συνέχιζαν να βάλλονται και να κατηγορούνται για ανυπακοή και προσβολή δημοσίας αιδούς τόσο η προβολή και η αποδοχή τους μεγάλωνε ξεπερνώντας τα σύνορα της  Αμερικής. Στη Γαλλία, την Αγγλία, τη Δανία και σε άλλες χώρες  της Ευρώπης εισχωρεί σαν μια νέα αντικομφορμιστική ιδεολογία που απορρίπτει όλες τις υπάρχουσες συμβάσεις, φωνάζει για ελευθεριότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και υποστηρίζει περιθωριακές και μειονοτικές ομάδες.

Ο Γκίνσμπεργκ ο ποιητής της ομάδας θα μπορούσε να ηγηθεί του κινήματος αλλά ήταν μονίμως ο πιο τρελός της παρέας και πιο σουρωμένος ειδικότερα όταν διοργάνωνε βραδιές ανάγνωσης ποίησης στο κελάρι του εκδότη τους, του Φερλινγκέτι. Ίσως και ο Μπάροουζ αλλά αυτού είχε πολύ πιο μεγάλο ενδιαφέρον η ζωή του από τα γραπτά του. Δεν είναι τυχαίο πως ο Κέρουακ έδωσε μορφή στο «Γυμνό γεύμα» του Μπάροουζ που ήταν ένα  άναρχο συνονθύλευμα όταν έπεσε στα χέρια του.

Ο Κέρουακ λοιπόν  με μια αυτόματη απεριποίητη, μη γοητευτική γραφή βγάζει αυθορμητισμό και αλήθεια. Τα έργα του δεν είναι μόνο αντίθετα στις επικρατούσες αξίες αλλά και τις λογοτεχνικές. Ο κανόνας «αρχή-μέση-τέλος» πάει περίπατο, οι παράγραφοι στην ουσία δεν υπάρχουν και το λεξιλόγιο είναι λιτό μέχρι θανάτου. Στη Βίβλο της μπιτ  το «Στο Δρόμο» ο Κέρουακ βάζει σε ανοιχτό αμάξι τον κολλητό του Νιλ Κάσσιντι (Ντιν Μοριάρτι στο βιβλίο) και κάνουν ένα μεγάλο roadtrip στην Αμερική με πολλές στάσεις, ναρκωτικά, γυναίκες και ποτό. Αυτή η λογοτεχνική αλητεία, το χειμαδιό, η λαχανιασμένη αφήγηση συνοδεία τζαζ μουσικής, είναι το σήμα κατατεθέν και όλη η μαγεία του.

Ξεσκίζει, ξεφτιλίζει και αποδομεί τελείως το αμερικάνικο όνειρο. Για ποιο μεγάλο ορίζοντα, ποια στοχοθεσία και ποιες προοπτικές μιλάτε ρε;

Δρόμος είναι η ζωή, ανοιχτός ο ορίζοντας και ζούμε το τώρα και μόνο αυτό.

Ποτά, ναρκωτικά, παρανομίες, γυναίκες. Διασκεδάζουμε; Πουθενά δεν φαίνεται αυτό. Τα έργα του Κέρουακ είναι λυπητερά και απαισιόδοξα δεν φαίνεται ίχνος ελπίδας. Πώς στο διάτανο να γίνει όμως αυτό; Με νωπές τις μνήμες το μεγάλου πολέμου με ανθρώπους στο περιθώριο (μαύροι, άστεγοι ομοφυλόφιλοι και junkies) με τεράστια κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Δεν θα γράψει για το φως και την ελπίδα, δεν την βλέπει πουθενά. Θα γίνει όμως εκφραστής και υποστηρικτής των χαμένων ονείρων, των χαμένων ψυχών μιας ολόκληρης γενιάς. Δένεται περισσότερο με το περιθώριο γιατί αυτό μοιάζει το μόνο αυθεντικό σε μια κοινωνία προσποίησης.

Προσέξτε, ο Κέρουακ χτυπάει ολόκληρο το μοντέλο του τότε Αμερικάνου. Του εργατικού μέχρι μανίας για να βγάλει περισσότερα. Που φέρνει στη γυναίκα του, που μασάει τσίχλα, οικιακές συσκευές. Του γυαλάκια κουστουμάτου που βάζει τις παντόφλες όταν πάει στο σπίτι που είναι γεμάτο ταπετσαρίες στους τοίχους παίρνει μπύρα και χαζεύει με τις ώρες στο χαζοκούτι. Του οικογενειάρχη με τους μεγάλους σταυρούς.

Συλλάβετε, λοιπόν, το εξής: Εκείνη την εποχή του καταναλωτισμού, του εφησυχασμού, της ομαλότητας, του σταθερού ορίζοντα, έρχεται ο Κέρουακ και βγάζει τους ήρωές του από την εστία, τη φωλιά τους που νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι και τους βάζει σε ανοιχτό αμάξι, στο δρόμο με ανοιχτό ορίζοντα, να καταπίνουν χιλιόμετρα, ποτά και ναρκωτικά. Το κείμενό του είναι ορμητικό, αυθάδες, χωρίς φιλολογικούς καλλωπισμούς, ατημέλητο, αλλά σφύζει από ζωή γιατί είναι ρεαλιστικό και ντόμπρο, όπως και όλες οι σχέσεις που περιγράφονται σε αυτό. Με αποσκευές ένα σάκο για τα απολύτως απαραίτητα, όρεξη για προσωπική επαφή με άγνωστους ανθρώπους, εφήμερες απολαύσεις, καταχρήσεις,  ο Κέρουακ γράφει για ένα ταξίδι γεμάτο ελευθερία. Ψάχνει για το νόημα της ζωής κάνοντάς το απλό. Πηγαίνει τελείως αντίθετα από το ρεύμα, κόντρα σε όλους και όλα, κατατάσσοντας ακόμα και τους  ισαποστάκηδες απέναντί του.

Δεν φαίνεται να το βρίσκει αλλά τουλάχιστον δείχνει ένα νέο πλαίσιο ανυπακοής και ελευθερίας, μια αντικουλτούρα που είναι αμφίβολη αν θα δώσει  λύσεις, σίγουρα όμως ανοίγει νέους δρόμους. Και σίγουρα θα είναι αναζωογονητική και τονωτική σε σχέση με την επικρατούσα ανιαρή, νερόβραστη και καθωσπρέπει.

Δεκτές όποιες ενστάσεις για το συγγραφέα και τη γενιά των μπιτ. Έχει ακόμα πυρήνες διαχρονικότητας για την μη συμμόρφωση, την αντίσταση και την ανεμελιά που εξέφραζε απέναντι σε ότι το στημένο και κατεστημένο. Βέβαια μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, τη σεξουαλική απελευθέρωση και την θρησκευτική απαγκίστρωση των Αμερικανών έχασε πολλή από την αίγλη της.

Επίσης, η τσαπατσουλιά και η «φτωχολογιά» σε πλοκή, λεξιλόγιο και πλαίσιο δεν γοήτευσε, ούτε γοητεύει πολλούς. Η απαξιωτική -πολλές φορές- συμπεριφορά των ηρώων (ειδικά του Κέρουακ) προς τη γυναίκα ήταν ένα ακόμα μειονέκτημα.

Εύλογα και τα επιχειρήματα κάποιων που υποστηρίζουν πως ήταν μια ταλαντούχα μεν αλλά κακομαθημένη και όχι τόσο καλλιτεχνική παρέα δε, αυτή των Μπίτνικ.

Όπως και ο Κέρουακ. Παρά την συγγραφική του επαναστατικότητα είχε βιώματα συντηρητικά και θρησκευτικά από τους γονείς του. Ειδικότερα μετά τον θάνατο του μικρού του αδερφού όταν ήταν έφηβος αυτά γιγαντώθηκαν μέσα του. Ίσως αυτή η εσωτερική και εξωτερική του αναντιστοιχία να τον σημάδεψε. Ειδικότερα όταν έγινε διάσημος οπότε έπρεπε να το αποδείξει σε όλους έμπρακτα. Δεν μπόρεσε ποτέ όμως να υποδυθεί τον Σαλ Παραντάις στην πραγματική ζωή του. Μόνο στον εθισμό στο αλκοόλ τον μιμήθηκε αλλά όχι στη ζωντάνια και την εσωτερική του δύναμη. Έτσι δεν κατάφερε να δημιουργήσει κάτι το σημαντικό μετά τον εμβληματικό «Δρόμο του».

Σε κάθε περίπτωση ο τύπος δεν ζήτησε πολλά παρά μόνον να αφήσουμε κάθε είδους μανδύα που έχουμε (κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτικό), να ξεγυμνωθούμε και να απολαύσουμε μια τσάρκα ελεύθερα, χωρίς όρους με πολλή μουσική ποτό και έρωτα. Πόσες φορές μπορούμε να το κάνουμε στη ζωή μας; Σίγουρα πολλές,  αρκεί να διαβάσουμε το  «Στο Δρόμο».

Από εμένα σίγουρα θετικό πρόσημο για τον Τζακ μόνο και μόνο γιατί έγινα για λίγο επαναστάτης με αιτία, underground, μποέμ, συνταξιδιώτης στην τρέλα του και έγραψα και εμπνεύστηκα και το δικό μου βιβλίο roadtrip από αυτόν.

Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Τον Απρίλιο του 1951, σε τρεις εβδομάδες, ο Τζακ Κέρουακ έγραψε την πρώτη εκδοχή του Στο δρόμο – δακτυλογραφημένη με μονό διάστημα, χωρίς παραγράφους, σε οκτώ φύλλα λεπτού χαρτιού ιχνογραφίας, τα οποία στη συνέχεια κόλλησε μεταξύ τους ώστε να σχηματίσουν ένα ρολό. Το “ρολό” αποτελεί τη “χωρίς περικοπές” εκδοχή του αριστουργήματος του Κέρουακ -ακατέργαστο, άγριο και απροκάλυπτα σεξουαλικό, σε σχέση με την ξαναδουλεμένη εκδοχή που εκδόθηκε το 1957. Το αρχικό χειρόγραφο είναι το πιο χαρακτηριστικό επίτευγμα του Κέρουακ- και ένα από τα σημαντικότερα, γνωστότερα και πιο προκλητικά τεκμήρια στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΖΩΗ

Στα τέλη του 1944, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, ο φιλόδοξος συγγραφέας και δευτεροετής στο Πανεπιστήμιο Κολόμπια Τζακ Κέρουακ έχασε ένα χειρόγραφο με έκταση νουβέλας, με τίτλο Η στοιχειωμένη ζωή. Eβδομήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του, το χειρόγραφο αυτό εκδίδεται για πρώτη φορά και στα ελληνικά.

Με σκηνικό την ήρεμη κωμόπολη του Γκάλογουεϊ στη Νέα Αγγλία, μυθιστορηματική εκδοχή της πατρίδας του Κέρουακ, του Λόουελ της Μασαχουσέτης, η Στοιχειωμένη ζωή είναι η ιστορία ενηλικίωσης του Πίτερ Μάρτιν, ενός αστεριού του στίβου στο κολέγιο που είναι αποφασισμένος να περάσει ένα τελευταίο ανέμελο καλοκαίρι. Αντί γι’ αυτό, διαρκώς βασανίζεται από αυτά που τον περιμένουν: μια κοινωνία που ακόμη υφίσταται τις συνέπειες της Μεγάλης Ύφεσης, και η επικείμενη είσοδος των ΗΠΑ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν οι δύο καλύτεροι φίλοι του-χαρακτήρες βασισμένοι σε δύο παιδικούς φίλους του Κέρουακ, τον Σεμπάστιαν Σάμπας και τον Μπίλι Τσάντλερ, που και οι δύο είχαν πρόσφατα σκοτωθεί στον πόλεμο– αρχίζουν να σχεδιάζουν την απόδρασή τους από το Γκάλογουεϊ, ο Πίτερ συνειδητοποιεί ότι θα πρέπει σύντομα να κάνει τις επιλογές του για το μέλλον. Καθώς εξετάζει τις αντικρουόμενες επιρροές της νεότητάς του, από τον εργαζόμενο, λαϊκιστή πατέρα του ως τους ανήσυχους ιδεαλιστές φίλους του, ο Πίτερ προσπαθεί να καθορίσει τι μπορεί να τον οδηγήσει σε μια διανοητικά αυθεντική ζωή.

Και για το τέλος:

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΠΟΥ

“Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά.”

“Ίσως αυτό να είναι η ζωή. Ένα κλείσιμο του ματιού στα αστέρια.”

“Αυτό θα πει Μπιτ. Ζήσε τη ζωή σου; Όχι, αγάπησε τη ζωή σου. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, τουλάχιστον δεν θα ‘χεις γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου.”

“Ο δρόμος είναι η ζωή.”


[Πηγή φωτογραφίας: frapress.gr ]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη