«Τα μάτια του φόβου», γράφει ο Γιάννης Βατικιώτης

Το κείμενο είναι αφιερωμένο στις γυναίκες που έχουν πέσει, θα πέσουν ή βρίσκονται ακόμα στην κατάσταση του θύματος της ανδρικής σωματικής βίας.

 

Καλοκαίρι, ένα νησί και ένα δροσερό απόγευμα. Ίσως το πιο όμορφο τοπίο και μέρος για να παρευρίσκεται κανείς σε ένα γάμο. Σε ένα γάμο στον οποίο είχα την τιμή να βρίσκομαι και εγώ ανάμεσα σε άγνωστους γνωστούς, αφού εκδηλώσεις σαν αυτές παρέχουν πάντα μια περίεργη οικειότητα και φέρνουν ανθρώπους που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου κοντά. Και πως άλλωστε θα γινόταν αλλιώς, αφού άπαντες έχουν έρθει για να γιορτάσουν την ένωση δύο ανθρώπων, δυο σωμάτων, δύο ψυχών, δυο ονείρων, έχουν έρθει να γιορτάσουν την αγάπη. Το τέλος του μυστηρίου μας έφερε σε μια μεγάλη παραδοσιακή αυλή πνιγμένη από μυρωδιές και χρώματα φυτών και λουλουδιών που έως τώρα ομολογώ πως αγνοούσα πλήρως την ύπαρξή τους, αφήνοντας με να τα κοιτώ με παιδική περιέργεια και σαν  παιδί της πόλης να ρωτώ συνέχεια τα ονόματά τους.

Το γλυκό απόγευμα άρχισε σιγά-σιγά να δίνει τη θέση του στο παραδοσιακό γλέντι, υπό την συνοδεία φυσικά του φαγητού, του άφθονου ημίγλυκου κρασιού αλλά και των χορών, όπως είθισται στην περίσταση ενός γάμου. Οι δύο οικογένειες έγιναν μία, οι άγνωστοι έγιναν φίλοι και ο τόπος πλημμύριζε από χαμόγελα, γέλια και συζητήσεις μεταξύ σοβαρού και αστείου που έφερναν πάλι χαμόγελα και ο κύκλος ξανάρχιζε από την αρχή με την μικρή διακοπή κάποιου τραγουδιού που πρόσταζε τον αντίστοιχο παραδοσιακό χορό του.

Στο βάθος, στην άκρη ενός μεγάλου τραπεζιού, ένας μεγαλόσωμος άντρας με μεγάλη κοιλία σηκώνεται και μου γνέφει να πάω κοντά του. «Κάτσε κουμπάρε. Πιες μαζί μου». Αρκετά επικοινωνιακός τύπος, κιμπάρης,  χαβαλές, άνετος στον λόγο και τα αστεία του, μου εξηγεί ότι το κρασί είναι δικής του παραγωγής και μου βάζει να πιω λίγο παραπάνω από όσο θα ήθελα, με λίγο πιεστικό τρόπο θα έλεγα, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του «έτσι κάνουν οι άντρες».

Όσο προχωρούσε το γλέντι, ο γιγαντόσωμος άντρας θα ερχόταν όλο και περισσότερες φορές κοντά μου, παροτρύνοντάς με να πιω θέλοντας και μη, επισκιάζοντας ταυτόχρονα όλο και περισσότερο τις μυρωδιές του κήπου με τη δική του, μια μίξη τσιγάρου και έντονου αλκοόλ. Όσο μπορούσα ακόμα να ανεχθώ την κατάσταση,  παρατήρησα με την άκρη του ματιού μου μια γυναίκα να μας κοιτάζει με αγωνία τις φορές που μιλούσαμε, όσο αυτός είχε στραμμένη την πλάτη του προς αυτήν. Μου έκανε αρκετά μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή μου που δεν μπορούσα να διαβάσω ο βλέμμα κάποιου. Η γυναίκα αυτή τον κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να αναλύσει ή ακόμα και να ερμηνεύσει την κάθε πράξη, κίνηση ή λέξη του σαν να κρεμόταν πραγματικά από τα χείλη και τις κινήσεις των χεριών του. Ένιωθα ότι βλέπω έναν άνθρωπο που παρακολουθεί μια ταινία τρόμου με κομμένη την ανάσα. τρώγοντας τα νύχια του από την αγωνία, τρέμοντας στην κάθε στιγμή για την επόμενη απροσδόκητη τρομακτική σκηνή που θα τον πιάσει στα πράσα…

Αφού έκατσα στην καρέκλα μου, την παρατήρησα. Είχε μαύρα ατημέλητα μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα και φορούσε μια πάρα πολύ μακριά φούστα, που κάλυπτε σχεδόν μέχρι και τα νύχια των ποδιών της, ενώ από πάνω φορούσε ένα μεγάλο μαύρο σάλι, που κάλυπτε το μόνο φωτεινό χρώμα του συνόλου της, μια μπλε μπλούζα από κάτω, το μόνο ίχνος που υποδήλωνε χαρά ή γάμο,  τουλάχιστον ενδυματολογικά. «Μα πραγματικά, ποιος πάει έτσι σε γάμο» σκέφτηκα. Τις ελάχιστες φορές που σηκώθηκε, περπατούσε καμπουριαστά, με γρήγορους, μικρούς βηματισμούς και μιλούσε μόνο σε άτομα που ήξερε, σιγανά και σύντομα, σχεδόν συνωμοτικά. Από τη συμπεριφορά της κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε και πολύ καλά με αυτό το άτομο αλλά δεν άφησα την σκέψη να ποτίσει και πολύ στο μυαλό μου, λόγω φυσικά και της περίστασης.

«Καλά, εσύ δεν ξέρεις να πίνεις. Κουμπάρος να σου πετύχει. Δεν κάνουν έτσι οι άντρες.» Ο μεγαλόσωμος άντρας πλέον ήταν φανερά και απροκάλυπτα μεθυσμένος και ειρωνικός, αρχίζοντας να βγάζει ξεκάθαρα τον πραγματικό του εαυτό προς τα έξω. Απέφυγα με κάποιο λογοπαίγνιο τις προκλήσεις του και ο κόμπος έφτασε στο χτένι όταν με κάλεσε να γνωρίσω τη γυναίκα του. Πήγα κοντά, με πιάνει από τον ώμο, με πάει από πάνω της, την κοιτάζει με αηδία και λέει «Ωραίο κομμάτι, ε; Δυνατό. Ξέρεις πόσα χρόνια την έχω; Δυνατό, καλό κομμάτι.» Και τότε το είδα. Η γυναίκα κατάφερε με κόπο να χαμογελάσει ή έστω κάτι που να μοιάζει με χαμόγελο, κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Ήταν η πρώτη φορά που με κοιτούσε στα μάτια. Με κοιτούσε και ντρεπόταν, δεν ήταν αυτή, ήταν κάποια άλλη, δεν είχε όνομα, δεν ήξερε και δεν θυμόταν πώς την λένε, ήταν η γυναίκα του. Ήταν ένα δυνατό, κουλουριασμένο κομμάτι, που περίμενε να δει, να διαβάσει, πόσο ο αφέντης της θα πιει, για να ξέρει ή έστω να προλάβει να πάρει τις αδύναμες προφυλάξεις της για το ό,τι θα έρθει αργότερα. Στο σπίτι, που θα είναι πια μόνοι, που δεν θα παίζει πια η μουσική, που δεν θα είναι κόσμος τριγύρω για να βλέπει, να κρίνει, να την σώσει. «Χάρηκα» είπα και έφυγα και ενώ αυτός γέλαγε, αυτή με κοίταγε επίμονα, σαν να μου ζητούσε να την βοηθήσω, σαν να φεύγει το τελευταίο πλοίο που δεν την είδε, όπως τόσα άλλα που περάσανε και αυτή έμεινε να φωνάζει στη θάλασσα,  για μια ακόμη φορά ναυαγός πάνω στην σανίδα που κάποτε και αυτή παντρεύτηκε και τώρα της βουτάει το κεφάλι κάθε μέρα όλο και πιο πολύ στο νερό και έχει απόψε δυο δευτερόλεπτα παραπάνω από εχθές να αντέξει. Άραγε στα πόσα πνίγεται ο άνθρωπος, πόσα έχει ακόμα πριν αποφασίσει να πέσει μόνη στο νερό;… Την χτυπούσε.

Το κείμενο αυτό και τόσα άλλα που έχουν γραφτεί,  δεν απευθύνονται μόνο στα θύματα της βίας αλλά και στους θύτες της. Οι χρήστες αυτής της άκρως εθιστικής, για αυτούς, πράξης πρέπει να καταλάβουν ότι αυτός είναι ένας δρόμος που αν τον περπατήσεις έστω μια φορά δεν έχει γυρισμό. Αν διαβείς το μονοπάτι αυτό που επέλεξες, δεν θα το περπατήσεις μόνος, αλλά θα σύρεις μαζί σου έναν άλλον άνθρωπο, δεμένο από τα πόδια και εσύ πάνω σε ένα άλογο. Εσύ θα κάθεσαι και θα απολαμβάνεις τη διαδρομή και αυτός θα ακολουθεί σαν σκλάβος κουρασμένος και διψασμένος, υπακούοντας σε κάθε εντολή σου. Ήταν κάποτε ο άνθρωπός σου και κοίταξε πώς τον κατάντησες. Σε ακολουθεί ίσως επειδή σε αγαπάει ή  ίσως και να σε μισεί, αλλά σίγουρα δεν σε διάλεξε γι’ αυτό. Σε διάλεξε γιατί σε ξεχώρισε, γιατί σε μύρισε ανάμεσα στα υπόλοιπα λουλούδια και σε έκρινε πιο όμορφο. Έστω και στην πρώτη και ας είναι και η τελευταία φορά που θα την σύρεις εκεί κάτω, θα σβήσεις όλα τα βράδια, τα λόγια και τις στιγμές σας, τις υποσχέσεις και τους όρκους σας και όσα άνθη και να στείλεις μετά, θα της τα φέρεις μαραμένα. Δεν υπάρχει συγγνώμη που να συχωράει  την εκμετάλλευση της αγάπης ενός άλλου ανθρώπου και την μετουσίωσή της σε αυτή την απάνθρωπη επιβολή της εξουσίας σου. Πριν άγγιζες και χάιδευες και τώρα έπιασες μαχαίρι. Και το μαχαίρι και αν το έκρυψες, μετά αυτό άφησε τις χαρακιές του στα χέρια σου. Τώρα αγγίζεις και κόβεις, αγαλλιάζεις και πονάς, κοιτάς και την βουβαίνεις, γελάς και την κουφαίνεις. Μην πνίγεις τον άνθρωπό σου.

Όσο για εσένα κοιτάξου στον καθρέφτη. Αν βλέπεις τα μάτια της… φύγε!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music