«Τα δέκα λεπτά», ένα διήγημα της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Δέκα λεπτά κάποτε κυλούσαν στο δρόμο. Πέρασαν από διάφορες διαδρομές, κύλησαν από καταστήματα, μαγαζιά, σχολεία, παιδικές χαρές. Κάποτε σταματούσαν και έμεναν ακίνητα. Οι περαστικοί που τα έβλεπαν τα περιφρονούσαν, άλλοι τους έδιναν ένα απαξιωτικό  βλέμμα ή τα κλωτσούσαν και άρχιζαν πάλι να κυλάνε στον κατήφορο.

Και ενώ ήλπιζαν το βλέμμα κάποιου περαστικού να τα προσέξει, μόλις διαπίστωναν πως κάποιος τα σήκωνε από το χώμα και θα τα εκτιμούσε,  η χαρά τους μετατρεπόταν ξανά σε απογοήτευση. Μόλις κάποιος πήγαινε να τα προσέξει, επειδή έβλεπε κάτι να γυαλίζει, αναφωνούσε:

«Μα αυτά είναι μόνο δέκα λεπτά! Τι να αγοράσεις με αυτά, ούτε ένα μπουκάλι νερό δεν παίρνεις. Και να τα πάρω, κανένα όφελος δεν έχω, σιγά το ποσό».

Και πάλι τα έριχνε χάμω στο δρόμο. Πόσα και πόσα παπούτσια περαστικών τα πάτησαν, σε πόσες λάσπες κυλίστηκαν και πόσα πόδια αισθάνθηκαν να τα πατούν όλους αυτούς τους μήνες!

Μέσα στην αφάνεια των ανθρώπων, με ένα φως που γυάλιζε μέχρι να πέσει το βαθύ σκοτάδι και να χαθεί, τα δέκα λεπτά προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν ήταν σημαντικά για κανέναν. Σε έναν κόσμο τόσο σκληρό και άπονο για αυτά.

Μέρα ξημέρωνε, μέρα έφευγε, αυτά έμεναν εκεί. Στο δρόμο, άλλοτε δίπλα στον υπόνομο, άλλοτε έξω από κάποιο κατάστημα και άλλοτε τελείως παραπεταμένα σε κάποια μεγάλη πλατεία.

Καινούργια μέρα ξημέρωσε. Και τα δέκα λεπτά περίμεναν και πάλι να βρουν κάποιον άνθρωπο ο οποίος θα τα εκτιμούσε, έναν άνθρωπο στον οποίο θα μπορούσαν να προσφέρουν κάτι.

Και ενώ όλα έδειχναν πως η μέρα θα εξελισσόταν με την ίδια συνηθισμένη ροή, ξαφνικά, ένας άνθρωπος αναφώνησε:

«Είμαι τυχερός, βρήκα δέκα λεπτά! Τώρα μπορώ να συμπληρώσω το υπόλοιπο ποσό που μου έλειπε και να αγοράσω κάτι από το φούρνο!»

Το κέρμα των δέκα λεπτών αισθάνθηκε μία ανακούφιση και παρά τις όποιες δυσκολίες και απογοητεύσεις πέρασε, επιτέλους, μπόρεσε να προσφέρει κάτι σε κάποιον.

Όσο μικρό και αδύναμο και αν φαίνεται κάτι, δεν είναι αχρείαστο, πάντοτε μπορεί να προσφέρει έστω και το ελάχιστο στον κόσμο αυτό…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη