«Ταινία ‘Dogville’, του Λαρς Φον Τρίερ», γράφει η Ρόρη Μάτη

H αλήθεια είναι πως είχα προγραμματίσει άλλη ταινία γι’ αυτή την Πέμπτη.

Βρέθηκα όμως για καφέ και κουβεντούλα με φίλη μου αυτές τις μέρες. Και μιλήσαμε και για ταινίες. Μου είπε πως σε ταινία του Τρίερ, συγκεκριμένα στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι”, είχε φύγει από τη μέση. Αντίθετα της είχε αρέσει πολύ το “Dogville”. Από τα επόμενα δεν είχε δει άλλο του Τρίερ. Ντράπηκα να της πω πώς στη συγκεκριμένη ταινία μου συναίβει κάτι πρωτοφανές. Είχα κοιμηθεί. Και λέω πρωτοφανές γιατί, όσο κουρασμένη κι αν είμαι, όταν πάω στον κινηματογράφο μου φεύγει όλη η κούραση. Βέβαια, ξαναπήγα στο Dogville σε επόμενη προβολή και ως συνήθως παθιάστηκα με τον δαιμόνιο Δανό και την απίστευτη τεχνική του. Καπάκι είχα δει δυο φορές και την πολύ μεταγενέστερη “Melacholia” του, στην οποία δεν είχα κοιμηθεί αλλά όταν προβλήθηκε ήταν ο καιρός των “Ξωτικών” στα Τρίκαλα και ο θόρυβος στον χώρο ήταν ανυπόφορος με αποτέλεσμα να μην απολαύσω την ταινία την πρώτη φορά.

Για μένα ο Τρίερ είναι ο σπουδαιότερος σκηνοθέτης της εποχής μας και όσο κι αν προκαλεί είτε με τη θεματολογία του, είτε με τις κατά καιρούς φασίζουζες απόψεις του, του βγάζω το καπέλο κοινώς. Η ευφυΐα του δεν είναι μόνο σκηνοθετική. Γράφει πάντα και το σενάριο. Και τι σενάριο!

Γροθιά στο στομάχι!

Μεγάλη εισαγωγή όμως. Πάμε στο προκείμενο.

*

Dogvillle(2003)Lars Von Trier.

Η κομψή, όμορφη και καλοντυμένη Γκρέις είναι φυγάς – κρύβεται από τη μαφία και βρίσκει ασφάλεια σε μια μικρή πόλη της κεντρικής Αμερικής. Το αντίτιμο για την προστασία της είναι να προσφέρει κάποιες υπηρεσίες στους κατοίκους που τη φιλοξενούν. Με τη διαφορά ότι σταδιακά η δίκαιη συμφωνία παίρνει τη μορφή της εκμετάλλευσης, με μοραλιστικό άλλοθι.

Ο σκηνοθέτης πρωτοπαρουσίασε το «Dogville» στο Φεστιβάλ Καννών του 2003, στην εκδοχή των 178 λεπτών. Αυτή είδα και εγώ και την ξανάδα πριν γράψω γι’ αυτή.

Αργότερα η ταινία μονταρίστηκε με μικρότερη διάρκεια, 131 λεπτών, για να γίνει πιο εύπεπτη και εμπορική στις δύσκολες αγορές.

Είτε αρέσει, είτε όχι σε κάποιον το σινεμά του Λαρς φον Τρίερ, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι ο τολμηρός και ατίθασος αυτός σκηνοθέτης φέρνει τομές στην κινηματογραφική αφήγηση και φόρμα, με τρόπο που κανείς δεν κάνει, μετά την ανατροπή της νουβέλ βαγκ.

Νοηματικά η ταινία κρίνει και εκθέτει την προσποιητή αμερικανική ηθική, αυτήν όπου τα πρέπει και οι μοραλιστικές θέσεις κρύβουν μια μεγάλη αγάπη για το συμφέρον και μια έντονη τάση για διαστροφή. Η Γκρέις γίνεται το σύμβολο του αποδιοπομπαίου τράγου στη μικρή σχηματική πόλη, η μαριονέτα την οποία η κοινή γνώμη ανυψώνει ή καθηλώνει ανάλογα με τη φιλοδοξία της στιγμής. Κι εκείνη, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί τον επίσης χαρακτηριστικά αμερικανικό τρόπο επιβολής: την επίθεση μέχρι τελικής ισοπέδωσης.

Το «Dogville» αποτέλεσε το πρώτο μέρος της τριλογίας που ο Τρίερ σκόπευε ν’ αφιερώσει στην αμερικανική κουλτούρα, η οποία συμπληρώθηκε  από το «Manderley» και το “Μelacholia”.

Η ταινία καταπιάνεται με τη μικροψυχία της μέσης, κεντρικής Αμερικής, με τη φοβισμένη και πονηρή κοσμοθεωρία των ακαλλιέργητων και άπορων κατοίκων μιας μικρής μονάδας τοπικής αυτοδιοίκησης, μιας από εκείνες που, αθροισμένες, συνιστούν την πλειονότητα της αμερικανικής κουλτούρας.

Στη φόρμα της, ανατρεπτική, η ταινία συνδυάζει στοιχεία από το «Our Town» του Θόρντον Γουάιλντερ με μια καθαρά μπρεχτική σκηνική τοποθέτηση. Είναι μια ταινία ταυτόχρονα απόλυτα και σκόπιμα θεατρική, η οποία όμως δίνει στους ήρωές της και ιδιαίτερα στην Γκρέις κινηματογραφικό μέγεθος και συγκινησιακή ένταση, που είναι εφικτή μόνο στο σινεμά.

Το «Dogville» είναι μια κινηματογραφική άσκηση, ένα σκηνοθετικό παιχνίδι, μια ιδέα που σκαρφίστηκε ο Λαρς φον Τρίερ προκειμένου η κάθε ταινία του να είναι κάτι το διαφορετικό.

Εάν όμως ο θεατής δεχτεί τη σύμβαση της θεατρικής εικόνας και του τεχνητού περίγυρου και παρασυρθεί από τους διαλόγους, τη δράση και το περιεχόμενο που κρύβεται στην ψυχή της, θ’ απογειωθεί συναισθηματικά σε όλο και πιο ψηλά σκαλοπάτια απόγνωσης, ματαιότητας, ανάγκης για τιμωρία και δικαίωση που θ’ αναγκαστεί ν’ αναρωτηθεί σε ποια πλευρά της ηθικής στέκεται. Κι αυτό, από μόνο του, για μια ταινία, είναι ένα πολύ μεγάλο επίτευγμα.

Η Γκρέις, εκπληκτική η Νικόλ Κίτμαν στο ρόλο, γίνεται αποδεκτή στον κινηματογραφικό μικρόκοσμο του Dogville, που ο Τρίερ τον αποδίδει μινιμαλιστικά, αλλά σχεδιασμένο με αρχιτεκτονική άψογη. Όμως η πρόθεση της Γκρέις να ανταποδώσει την φιλοξενία, βοηθώντας έναν-έναν τους κατοίκους και τις δραστηριότητες ή τις αναπηρίες τους, αρχικά δεν βρίσκει τους κατοίκους σύμφωνους. Φαινομενικά είναι όλοι αυτάρκεις.

Αλλά πόσο ανατρέπονται στην πορεία όλα. Η διστακτική βοήθεια μεταλλάσσεται σε απαίτηση.

Και όσο ο κλοιός σφίγγει, από τους διώκτες της, η Γκρέις δουλεύει για όλους μέχρι εξάντλησης σωματικής και ψυχικής. Γιατί τελικά η εκμετάλλευση γιγαντώνεται. Τιμωρείται με σκληρό τρόπο για όποιο λάθος της.

Ο προστάτης της, που λέει πως την αγαπά, επίδοξος συγγραφέας και εκλεκτό μέλος της κοινότητας, δεν αντιδρά στην ανηθικότητα και στον μοραλισμό όλων. Ακόμα και όταν η Γκρέις γίνεται η πόρνη όλου του ανδρικού πληθυσμού με βίαιο τρόπο. Και τελικά είναι εκείνος που την παραδίνει στους διώκτες της.

Όμως από εκεί και πέρα όλα ανατρέπονται. Η Γκρέις γίνεται τιμωρός μιας κοινωνίας που την εκμεταλλεύτηκε, την τιμώρησε, τη βίασε. Είμαι σίγουρη πως στο μυαλό του Τρίερ όλα αυτά ήταν σχηματικά. Ο στόχος ήταν το μοντέλο των δυτικών, αστικών κοινωνιών και στον τρόπο που αναπτύχθηκαν και κυριάρχησαν τελικά.

Το συγκλονιστικό φινάλε, συμπεριλαμβανομένων των τίτλων τέλους και του «Young Americans» του Ντέιβιντ Μπάουι, είναι μια σκηνή που γράφεται για πάντα στο μυαλό, όχι με κιμωλία, όπως η κάτοψη της πόλης του Ντόγκβιλ, αλλά με… αιχμηρό αντικείμενο.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη