«Ταινία ‘Τimbuktu’, του Μαυριτανού σκηνοθέτη A. Sissako», γράφει η Ρόρη Μάτη

Το καλοκαίρι είναι λίγο-πολύ νεκρή κινηματογραφικά περίοδος. Λίγες παραγωγές βγαίνουν στις κινηματογραφικές αίθουσες και είναι κυρίως ταινίες εύπεπτες χωρίς ιδιαίτερους συμβολισμούς ή προβληματισμούς.

Έτσι όσοι αγαπούν τον καλό κινηματογράφο τον αναζητούν είτε σε ταινίες on line μέσω διαδικτύου, είτε καταφεύγουν στην προσωπική τους ταινιοθήκη βλέποντας ή ξαναβλέποντας παλιές παραγωγές, με διαχρονική αξία, αλλά και πιο πρόσφατες.

Η ταινία Timbuktu του Μαυριτανού σκηνοθέτη Α. Sissako προβλήθηκε και διακρίθηκε σε πολλά φεστιβάλ κινηματογράφου, όπως στο ένα κάποιο βλέμμα στις Κάννες αλλά και στο δικό μας, διεθνές πια, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Το Τιμπουκτού είναι μια περιοχή στο Μάλι. Όλα κυλούν ειρηνικά και ανθρώπινα μέχρι που οι τζιχάντ, καταλαμβάνουν την περιοχή καθώς και άλλες στο Μάλι.

Και όλα αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Η μικρή πόλη, που εκτυλίσσεται η ταινία, κατοικείται από Τουαρέγκ που μένουν σε πλίθινες σκηνές ή εκτός οικισμού όσοι βιοπορίζονται από την κτηνοτροφία, κυρίως για την προσωπική τους κατανάλωση. Μια τέτοια οικογένεια είναι και αυτή που καδράρει σκηνοθετικά ο Σισσακό. Ένα νέο ζευγάρι, η μικρή τους κόρη και ένας μικρός βοσκός, που ο πατέρας του χάθηκε από τους πρώτους με την εισβολή των τζιχάντ.

Όσα βλέπουμε στην ταινία βασίζονται σε υπαρκτά γεγονότα γι αυτό και θυμίζει έντονα ντοκιμαντέρ.

Οι εισβολείς στο όνομα της “τυφλής” θρησκείας επιβάλουν ταυτόχρονα εκτός από μεσαιωνικό σκοταδισμό και καθεστώς παράλογης και τυφλής βίας.

Το μόνο που επιτρέπουν είναι η πίστη στο Ισλάμ. Οι κάτοικοι παρακολουθούνται συνεχώς, απαγορεύεται να διασκεδάζουν, να τραγουδούν, να χαμογελούν. Απαγορεύεται στους νέους να παίζουν ποδόσφαιρο, στον θηλυκό πληθυσμό να κυκλοφορεί αν δεν έχει εντελώς καλύψει το πρόσωπο του, εκτός από τα μάτια, οι φίλοι της ραπ, νεαρά παιδιά δηλαδή, καλούνται να δηλώσουν μετάνοια μπροστά σε κινηματογραφική κάμερα, η δε μοιχεία τιμωρείται πάραυτα με λιθοβολισμό.

Γενικά ο λιθοβολισμός είναι η νούμερο 1 τιμωρία. Θάβουν τους αμαρτωλούς μέχρι το λαιμό και τους λιθοβολούν μόνο στο κεφάλι. Στις γυναίκες που τολμούν να τραγουδήσουν ή να γελάσουν επιβάλλεται μαστίγωση μέχρι λίγο πριν παραδώσουν πνεύμα.

Το ζευγάρι που προανέφερα επιλέγει να ζήσει μακριά από τον οικισμό, ελπίζοντας πως γρήγορα η κατάσταση θα αλλάξει. Όλη του η περιουσία είναι οκτώ αγελάδες που τις ποτίζουν σε ένα ποτάμι με λιγοστό νερό. Όταν ένας γείτονας σκοτώνει μια αγελάδα με ξύλινο κοντάρι, οι δυο άντρες έρχονται στα χέρια και στην πάλη εκπυρσοκροτεί ένα πιστόλι που ο κτηνοτρόφος κουβαλά πάνω του για κάποια ασφάλεια. Ο πατέρας συλλαμβάνεται και οδηγείται σε λαϊκό δικαστήριο. Του ζητούν αποζημίωση σαράντα αγελάδες, που βέβαια δεν διαθέτει. Η ποινή του θάνατος με λιθοβολισμό. Αδίκως ζητά να τον αφήσουν να ζήσει για να έχει την προστασία της κόρης του. Η γυναίκα του μαθαίνει τα τεκταινόμενα και σπεύδει στον τόπο μαρτυρίου. Την ώρα που ο μελλοθάνατος προσκυνά όχι προς τη Μέκκα αλλά προς την κατεύθυνση που βρίσκεται η σκηνή του, η γυναίκα του φτάνει και τρέχει να τον αγκαλιάσει. Δολοφονούνται εν ψυχρώ με πολυβόλο.

Πολλές οι δυνατές σκηνές της ταινίας. Θα μείνω στην πρώτη, όπου οι εισβολείς πυροβολούν αρχαία ειδώλια, που μας παραπέμπει στην ολική καταστροφή των αρχαιοτήτων στην Παλμύρα. Επίσης η σκηνή σε ένα χωμάτινο γήπεδο που νέα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα. Εικαστικότατη σκηνή με τόσο καλοστημένα τα σώματα των παιδιών, να κάνουν επίθεση, να βγάζουν άμυνες, να βάζουν τέρματα και να πανηγυρίζουν. Εξαιρετική σκηνή.

Και τέλος μια γυναίκα που σε όλη την ταινία καλλωπίζεται, βάφεται, φορά χρωματιστά ρούχα και με έναν κόκορα αγκαλιά τριγυρίζει στον οικισμό, κόντρα σε όλα τα απαγορεύεται χωρίς να την ενοχλεί κανείς, ίσως και από φόβο.

Η ταινία είναι του 2014 και υπάρχει on line στο διαδίκτυο με ελληνικούς υπότιτλους.


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Ρόρη Μάτη, γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Είναι παντρεμένη και μητέρα δυο παιδιών. Σπούδασε παραϊτρικά επαγγέλματα και εργάστηκε, μέχρι την συνταξιοδότησή της, ως βοηθός μικροβιολόγου. Αγαπά την καλή μουσική, την ποίηση, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το θέατρο και κάθε έκφανση τέχνης. Η αγάπη της να αποτυπώνει γράφοντας σκέψεις και όνειρα κρατάει από τα νεανικά της χρόνια. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Το 2009 τους “Εσωτερικούς Μονόλογους” και το 2011 τις “Πρόβες Αποχαιρετισμού”. Και οι δύο συλλογές εκδόθηκαν από την “Οδό Πανός”του Γιώργου Χρονά.

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • Βάσω Αποστολοπούλου
    15 Ιουλίου 2016 at 07:10

    “Και τέλος μια γυναίκα που σε όλη την ταινία καλλωπίζεται, βάφεται, φορά χρωματιστά ρούχα και με έναν κόκορα αγκαλιά τριγυρίζει στον οικισμό, κόντρα σε όλα τα απαγορεύεται χωρίς να την ενοχλεί κανείς, ίσως και από φόβο.”
    Πολύ παραστατική περιγραφή και κριτική, μας κινεί πράγματι το ενδιαφέρον να δούμε την ταινία.
    Συγχαρητήρια και καλή συνέχεις, φίλη Ρόρη.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music