«Τέτοιαν ώρα ήταν εψές, τέτοια και παραπροψές», ένα  χρονικό του Χρήστου Νιάρου

O χρόνος του χωριού εχει διαφορετικό χτύπο και ρολόι. Μάλλον… δεν τον χρειάζεται. Χειμώνα και καλοκαίρι, προσαρμόζεται, τρέχει, ηρεμεί, περιμένει στις γειτονιές, στις μυρουδιές, στην αλμύρα και στα μονοπάτια  αλλά και στα πρόσωπα των παρόντων, των εναπομείναντων αλλά και των απόντων. Οι βουτιές και οι βηματισμοί μου ξεκινάνε από τον Αμβρακικό κόλπο, την Kορωνησία, τις γειτονιές του Ιουνίου και καταλήγουν στο χωριό.

Χρόνια τώρα, από τα μαθητικά και φοιτητικά καλοκαίρια, το δρομολόγιο παραμένει το ίδιο. Κόλλησε η βελόνα και δύσκολα παρεκτρέπεται και αλλάζει. Γιατί διακοπές είναι ένα σημαντικό διάλειμμα στη ζωή. Αλλά  είναι και οι άνθρωποι και οι τόποι και οι λαλιές και οι εικόνες απαραίτητη πρόεκτασή της αλλά και συμπλήρωμα μέσα στο χρόνο των διακοπών. Τίποτε δεν χάνεται με την πάροδο των χρόνων, αλλά και τίποτε  δεν επιστρέφει. Όλα στο χωριό, με ένα περίεργο τρόπο, καταλήγουν και περιφέρονται. Από την αρχή μέχρι το τέλος του.

Όταν πλησιάζω στη στροφή και περνώντας χωριά και χωριά (το χωριό απέχει από την Άρτα είκοσι τέσσερα χιλιόμετρα, και ‘γω απέχω είκοσι τέσσερις ώρες από την πατρίδα – περίεργοι οι συνειρμοί των αποστάσεων καμιά φορά) και η πινακίδα στο δρόμο σου λέει το «καλώς όρισες», τότε αρκετά, σχεδόν όλα, επανέρχονται ταχύτατα μπροστά μου. Τα μάτια, όλα μια αγκαλιά, λες και ο χρόνος δεν άλλαξε πλευρό και συνήθεια. Έργα των ανθρώπων και έργα της φύσης, συνορεύουν μεταξύ τους και ανανεώνονται. Όλα στο κάδρο των στιγμών περιπλέκονται. Κάτω από μια κληματαριά Ζαμπέλας  όλα έχουν άρωμα. Φασαρία κάνουν τα τζιτζίκια, κάτι παιδούρια  και ο βασιλικός που μένει αμάραντος και σε ακουμπάει, όταν περνάς από δίπλα του. Και σφραγίζουν το διαβατήριο ψυχής και σώματος για πάντα. Όπως και οι  κουμαριές, οι φτέρες, οι καστανιές, τα έλατα, τα πουρνάρια, οι πέτρες, ο καθαρός αέρας, το τσίπουρο, τα βλίτα, τα μονοπάτια, τα γεμιστά της μάνας μου, τα κάρβουνα, οι ντοπιολαλιές, οι χωριανοί, οι βασιλικοί, οι γλάστρες, τα ζα, τα αηδόνια, τα κεριά, το χώμα. Όλα συνδράμουν, εννοείται, χωρίς γραφικότητες.  Ό,τι κοιτάει τον ουρανό και σε κοιτάει στα μάτια, σε περνάει απέναντι και σου δίνει κουράγιο και δύναμη. Όσο μακριά και να ‘σαι, αυθόρμητα, ξεδιπλώνεται ένα άλλο ταξίδι, μέσα στο ταξίδι.

Ροδαυγή. Αναπόσπαστο κομμάτι στη ζωή μου. Ορεινό χωριό του νόμου της Άρτας. Κάπου εφτακόσια μέτρα, από το νερό, με τον  Άραχθο και το Φράγμα Πουρνάριου, στο βάθος.  Λες και τα βλέπω όλα μπροστά μου. Και τα ακούω. Για την ιστορία, το ποτάμι αποτέλεσε το όριο, το σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στην περιοχή της Ηπείρου, την περίοδο 1881-1912. Ένα από τα χιλιοτραγουδισμένα ποτάμια, όπως και το ξακουστό γεφύρι της Άρτας με τις παραλογές, τις καμάρες του και τον πλάτανο του Αλή.

Στα παλιά χρόνια, οι ονομασίες του χωριού ήταν Αθήναιον και μετά Νησίστα. Ροδαυγή, το λέει και η λέξη, μιας και ο ήλιος ροδίζει εκπληκτικά το πρωί, προσδιορίζει την τωρινή του ονοματοδοσία από το 1962.  Τα καλοκαίρια η εικόνα πιο εντυπωσιακή. Ο ήλιος, ο καλός καιρός και οι επισκέπτες, μακρινοί και κοντινοί μέτοικοι, απολαμβάνουν τα του χωριού και της περιοχής τα δώρα και τις ομορφιές. Και φυσικά την πλατεία. Εκεί γίνεται και το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, στα τέλη Ιουλίου, στην καρδιά του καλοκαιριού, στην καρδιά του κύκλου των εκδηλώσεων της τοπικής κοινωνίας. Με το χαρακτηριστικό χορό και δρώμενο, το Καγκελάρι. Χορός που γίνεται και στα άλλα Τζουμερκοχώρια.  Συνήθως, εδώ, στην Ροδαυγή, γίνεται και μια άλλη φορά. Παλιά γινόταν την Τρίτη της Λαμπρής, αλλά τα τελευταία χρόνια,  πραγματοποιείται την Κυριακή του Πάσχα.

Η αποκορύφωση, όμως, είναι το καλοκαίρι. Στην πλατεία του χωριού, με φόντο την εκκλησία της Αγ. Παρασκευής. Χορός, στόμα με στόμα και τα λόγια να φεύγουν και να έρχονται.  Αντιφωνικά, δυνατά και στιβαρά, απλώνονται και περιορίζουν τις αποστάσεις. Χωρίς όργανα και όλοι ευπρόσδεκτοι, καλούνται αυθόρμητα  να δώσουν το παρόν και να κάνουν τα καγγελίσματα, με πολύ απλά βήματα. Οι χορευτές δηλαδή, πιάνονται θηλυκωτά, περνώντας ο ένας το χέρι του στον αγκώνα του άλλου. Ο Καγκελάρης, ή ο Μπαϊρακτάρης ή ο πρώτος που ξεκινάει τα λόγια (που κρατάνε τόσα χρόνια και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά) δίνει το έναυσμα και τα  επαναλαμβάνουν, οι υπόλοιποι. Αντίλαλος και ρεύμα, με μαεστρία και λεβεντιά.  Με το κύλισμα των στροφών, γίνονται και τα καγγελίσματα.

Για την ιστορία, για την παράδοση, είναι διπλός ο χαρακτήρας και το μήνυμα του χορού. Ο μεν πρώτος κοινωνικός, έτσι ώστε να υπάρχουν οι γνωριμίες, ανάμεσα στα δύο φύλα, μιας και θα βρεθούν απέναντι και κοντά, όταν γίνονται τα καγγελίσματα, και ο άλλος λόγος, ας το πούμε εθνικός, δεδομένου ότι επί τουρκοκρατίας όταν χορεύονταν, αντάλλασσαν οι κάτοικοι, μεταξύ τους πληροφορίες και σκέψεις σημαντικές για τον Αγώνα και την επιβίωση. Όπως συμβαίνει, στα δημοτικά τραγούδια, σε γενικές γραμμές, η όλη ιστορία τους είναι πάντοτε συνυφασμένη με την κοινωνία και την φύση, με βάση βέβαια και την έμπνευση του ανώνυμου δημιουργού.

Το «τίνους πδι είσαι συ» και το «καμάρι μ’», δεν θα τα ακούσω και φέτος.  Μαθαίνω ότι ούτε και φέτος θα γίνει το πανηγύρι. Κάτι που διοργανώνεται από την τοπική κοινότητα και τους πολιτιστικούς φορείς του χωριού με πολύ μεγάλη επιτυχία και συνέπεια, όπως και άλλες χαρακτηριστικές εκδηλώσεις, κατά τη διάρκεια του χρόνου.

 

Χαρακτηριστικά, αποσπασματικά, μερικά λόγια από το δρώμενο, το Καγκελάρι της Ροδαυγής:

 

«Τέτοιαν ώρα ήταν εψές, τέτοια και παραπροψές,

στο χορό που χόρευαν όλο αγόρια και παιδιά,
και κορίτσια ανύπαντρα,
και στην μέση στο χορό κάθεται χρυσός αϊτός,

και τροχάει τα νύχια του, τα χρυσά φτερούγια του,
το Θεό παρακαλεί,

Κύριε, δως μου προθυμιά,

να ριχτώ ν´ αρπάξω μια,

και αν δεν την εδιάλεγα,

να πέφτανε τα νύχια μου,
τα χρυσά φτερούγια μου.

Συ που σέρνεις το χορό, κάνε διπλό κάγκελο,
κάνε καγγελίσματα, κάνε τρίτο κάγκελο,

κάνε καγγελίσματα, κάνε τέτρο  κάγκελο,

κάνε σταυρό κάγκελο,
τράβα φτιάξε το χορό,
είμαι ξένος και θα ιδώ και θα πάω να ‘μολογώ,

στα χωριά που θα διαβώ,
μες στο πέρα μαχαλά».

 

Κ.λπ., κ.λπ…. Υπάρχει, βέβαια και ένα από τα τα πολλά links, στο ΥouTube, έτσι για την ιστορία:

Παραδοσιακό καγκελάρι στη Ροδαυγή Άρτας

 

 


[Κεντρική φωτογραφία:  Ροδαυγή Άρτας. Πηγή φωτογραφίας: Πολιτιστικός Σύλλογος Ροδαυγής Άρτας.

Ένθετες φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείου του κου Χρήστου Νιάρου.]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη