«Σόλωνας», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Σήμερα ήταν μία δύσκολη μέρα. Όχι μόνο έπρεπε να σηκωθεί νωρίς, πράγμα που είχε ξεχάσει, μια και είχε να το κάνει από όταν ήταν μαθητής στο γυμνάσιο, αλλά έπρεπε να αντέξει και την αδιάκοπη βροχή, που δημιουργούσε τα γνωστά κυκλοφοριακά προβλήματα. Κλεισμένος μέσα στο αυτοκίνητο, με τα τζάμια να χνωτίζουν συνεχώς, το ραδιόφωνο να παίζει αδιάφορα, αισθανόταν περισσότερο από ποτέ άλλοτε επιτακτική την ανάγκη να κάνει κάτι, να βρει κάτι, να κάνει ξανά την καρδιά του να σκιρτήσει από χαρά, το μυαλό του να λειτουργήσει σε γρήγορους ρυθμούς, να νιώσει, τέλος πάντων με λίγες λέξεις ξανά ζωντανός. Γιατί αναρωτιόταν ξανά και ξανά, όλους τους ένιωθε απελπιστικά προβλέψιμους, εκείνος είχε διαφοροποιηθεί ή οι άλλοι είχαν μείνει οι ίδιοι; Δύσκολα θα έβρισκε την απάντηση.

Ήταν ένας πετυχημένος δικηγόρος με εξειδίκευση στα διαζύγια. Περιζήτητος. Πάντα καλά πληρωμένος μιας και όλοι οι πελάτες έβρισκαν το δίκιο τους, αυτό που θεωρούσε ο καθένας δίκιο του. Όλοι έφευγαν από το γραφείο του ικανοποιημένοι, με μια κρυφή αίσθηση ελευθερίας που φαινόταν όμως να τρεμοπαίζει στην άκρη των ματιών, σα μια παιδική αταξία. Όχι όμως τόσο παιδική, ούτε όμως και τόσο ελευθερία.

Προβλέψιμος ο θυμός των εναγόντων, η απελπισία των εναγομένων, οι κινήσεις των συναδέλφων, οι απαντήσεις των ενδιαφερομένων, στην απόφαση ν’ ανοίξεις το τζάμι να πάρεις ανάσα και την ίδια την πράξη, έτσι ανάμεσα στα κενά αυτά, είχε και ο ίδιος χαθεί. Είναι που δεν έπρεπε και λόγω δουλειάς να παραδεχτεί ότι υπάρχουν. Διαφορετικά, ο κ.Σόλωνας  Δικαιάκος θα ήταν ακόμα ένας απλός υπάλληλος, όπως τότε που ήταν ασκούμενος δικηγόρος. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα δικαίωνε τον πρώτο του πελάτη, στηριζόμενο στα αδιάσειστα του επιχειρήματα περί της ορθότητας της δικαίωσης των αιτημάτων του πελάτη του.

Προπαραμονή Χριστουγέννων, να βρίσκεται κλεισμένος σ’ ένα αυτοκίνητο, μποτιλιαρισμένος κάπου κοντά στον ισθμό, ήταν κάτι που είχε χρόνια να νιώσει. Γιατί η συναίνεσή του ήταν μόνο ακριβώς αυτό. Μια συναίνεση. Χωρίς το βάρος της προσωπικής θέλησης χωρίς την χαρά της εκούσιας παρουσίας ανάμεσα σε άτομα αγαπημένα. Κι όχι γιατί δεν αγαπούσε τους γονείς του ή την αδελφή του και τα ανίψια του. Ήταν πρόσωπα αγαπημένα. Μόνο που εκείνος είχε μείνει καιρό μόνος. Κι είχε ξεχάσει να νιώθει ήρεμα μέσα σε τόση αταξία, παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω, να κλαίνε ξαφνικά και αδικαιολόγητα, γονείς να ρωτούν για την δουλειά και στη συνέχεια να παραπονιούνται για την μακρόχρονη απουσία του. Αν εκείνος ξεκίναγε να παραπονιέται, θα ήταν στ’ αλήθεια μια έκπληξη και για τον ίδιο. Είχε μάθει από νωρίς να συγκρατεί τα συναισθήματά του. Αρχικά από αντίδραση στον ασυγκρότητο χαρακτήρα του πατέρα του. Θαρρούσες πως τα μόνα πράγματα που ήξερε να κάνει καλά και με επιτυχία ήταν να θυμώνει και να λείπει. Όταν δεν έλειπε, ήταν πάλι σαν να λείπει. Τα παιδιά, η αδελφή του και εκείνος περισσότερο εκείνος είχαν μάθει να κρατούν τα συναισθήματά τους. Το επάγγελμα, απλά τον βοήθησε να δουλέψει κάθε παραμικρή ατέλεια, να θωρακίσει την εξωτερική του εικόνα, σε τέτοιο βαθμό που κάποιος που τον έβλεπε για πρώτη φορά θα τον χαρακτήριζε απαθή ή στην καλύτερη περίπτωση, αδιάφορο. Έτσι όπως σ’ αφήνουν όλα κείνα που προσπάθησες, ξαναπροσπάθησες και στο τέλος άφησες να κάθονται στο κενό. Ο πατέρας σαν ναυτικός ήξερε να θυμώνει. Εκείνος σαν δικηγόρος ήξερε να συγκρατείται. Τα δύο απόλυτα άκρα. Ανάμεσα χωρούσε μόνο το κενό.

Ο Σόλωνας και η αδελφή του, η Νίκη ήταν σαν παιδιά πολύ αγαπημένα. Κοιμόντουσαν μαζί τις νύχτες που οι αστραπές φωτίζανε το δωμάτιο και οι βροντές φόβιζαν τη μικρή Νίκη. Ο Σόλωνας έπρεπε να δείχνει και να είναι ατρόμητος. Αργότερα, πολύ αργότερα, έμαθε ο Σόλωνας πως ήταν απλά ανθρώπινο να φοβάσαι, απλά απλό ν’ αφήνεσαι στον φόβο, να σε ταξιδέψει στην άβυσσο, μόνο που σε αυτό το ταξίδι δεν γινόταν κανείς να σου κρατάει το χέρι, ούτε στο πήγαινε ούτε στον γυρισμό. Δεν έχει εκεί φως από τις αστραπές. Έπρεπε μόνος σου να βρεις τον δρόμο του γυρισμού. Η αδελφή του, αν είχε αφεθεί ποτέ κι αυτό εν γνώσει της, ήταν μόνο στην παιδική τους ηλικία. Η Νίκη είχε παντρευτεί. Που σήμαινε πως μπορούσε να φοβάται δικαιολογημένα. Μην και χάλασε η σιλουέτα της μετά από τις δύο εγκυμοσύνες της, μήπως αυτό αποτελούσε λόγο να την απατήσει ο άντρας της… Αυτή ήταν η βασική και εναγώνια προσπάθεια όλων των παντρεμένων γυναικών. Να μην απατηθούν από τους συζύγους τους. Θαρρείς και η προσπάθεια σιγούρευε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, ο Σόλωνας θα ήταν τώρα επαίτης. Αυτό, ίσως θα της απαντούσε, αν πάλι επέμενε να της πει για τις υποθέσεις του. Πράγμα που ήταν σίγουρος ότι θα γινόταν. Σου δίνει μια αρρωστημένη σιγουριά η περιέργεια για τον πόνο των άλλων. Λες και ξορκίζεις το κακό, λες και σιγουρεύεσαι πως σε σένα δεν θα τύχει ποτέ! Κι αυτό ήταν κάτι που ο Σόλωνας απεχθανόταν να κάνει. Να παρέχει ψευδαισθήσεις προς βρώσιν. Την αλήθεια την έλεγε πάντα στους πελάτες του. Μήπως θα ήταν πιο φοβερό να την πει στην αδελφή του; Ή μήπως και τώρα του ζητούσε να της κρατήσει το χέρι γιατί διαισθανόταν την μπόρα να πλησιάζει; Για εκείνον ήταν αδιανόητο πώς μπορούσαν άνθρωποι που είχαν αγαπηθεί, άνθρωποι που είχαν φτιάξει μαζί ανθρώπους, να μπορούν να φτάνουν τόσο χαμηλά. Δεν γινόταν αλλιώς, για τον Σόλωνα, απλά δεν είχαν αγαπηθεί ποτέ. Αυτό ακριβώς αποδείκνυε η πείρα του. Μόλις τα πράγματα έφταναν στην απόφαση διαζύγιο, οι άνθρωποι άρχιζαν πάντα να μετράνε τ’ αγγίγματα, οι ματιές, τα κρύα πόδια κάτω από τα ίδια σκεπάσματα χάνονταν μονομιάς. Κι άρχιζε τ’ ανήλεο μέτρημα. Τι δεν έκανε ο καθένας κι αυτός που πάντα υπερίσχυε ήταν εκείνος που δεν είχε χάσει την αίσθηση του εγώ του μέσα στη κοινή συμβίωση. Εκείνος που πρώτος είχε διαχωρίσει τη θέση του. Το δίκιο και το άδικο είχαν μικρή σημασία. Η κοινή ζωή τόσα χρόνια καμιά. Ούτε η αγάπη.

Ω, είχε κουραστεί… Μήπως εκείνος δεν μετρούσε λέξη προς λέξη τις σκέψεις του, χιλιόμετρο προς χιλιόμετρο την απόσταση, ματιά προς ματιά το τοπίο που είχε αλλάξει… Στην επόμενη ευκαιρία θα σταματούσε δεξιά. Να βγει, ν’ ανασάνει. Και εκεί θ’ άνοιγε το πακέτο τσιγάρα που είχε αγοράσει και θ’ άναβε ένα ύστερα από δέκα χρόνια εκούσιας αποχής. Άραγε θα ήταν το ίδιο; Θα ήταν ξεχασμένη η πικρή γεύση του καπνού, ή θα βρισκόταν κάπου κρυμμένη, όπως οι αγάπες μας που τελειώσαμε αλλά συναντούσαμε που και που στ’ όνειρά μας πάντα με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Θα τ’ άναβε  κι ύστερα…

Λίγη ώρα μετά, καθισμένος ξανά στη θέση του οδηγού, σκεφτόταν πως έπρεπε να πάψει να ενδίδει. Αν δεν είχε δεχτεί την πρόσκληση, όλα θα κυλούσαν πιο ομαλά. Όταν όμως επρόκειτο για οικογενειακές υποθέσεις, ο Σόλωνας ήταν ανυπεράσπιστος. Άρχιζε μια αλληλουχία σκέψεων, βασανιστικών και ατέλειωτων. Η πιο γρήγορη λύση ήταν να δεχτεί. Να παραβρεθεί και θα ερχόταν κάποια στιγμή η ώρα να φύγει.

Με την Άννα κάπνιζαν την ίδια μάρκα τσιγάρων. Είχαν γνωριστεί στα φοιτητικά τους χρόνια κι είχαν αγαπηθεί. Οι γονείς του δεν εντυπωσιάστηκαν από τη νεαρή κοπέλα με την οποία ο γιος τους φαινόταν και ήταν, πολύ ερωτευμένος. Εκείνη η Κυριακή που την είχαν προσκαλέσει για γεύμα, ήταν η πρώτη κι η τελευταία φορά που η Άννα έβλεπε τους γονείς του Σόλωνα. Δεν ήταν άνθρωπος των πρέπει η Άννα. Ούτε μπορούσε να καταλάβει γιατί θα έπρεπε να είναι αρεστή στους γονείς του. Αν οι δυο τους μπορούσαν να πορεύονται μαζί, ήταν το μόνο ζητούμενο για κείνη. Για τον Σόλωνα, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Και τώρα, χρόνια μετά, με ασφάλεια μπορούσε να παραδεχτεί μιλώντας με τον εαυτό του, πως ήθελε ασυνείδητα να βρει κοινά σημεία ανάμεσα στην μητέρα του και την Άννα. Εκείνη, που στην αρχή το είχε βρει φυσιολογικό, στην συνέχεια είχε ριγήσει στην σκέψη ότι θα μπορούσε κάποτε να μοιάσει στην μητέρα του.

Από ταξίδι σε ταξίδι είχε μοιράσει τη ζωή της η κυρία Μυρσίνη, μένοντας πίσω να μεγαλώνει τα παιδιά, να συμμαζεύει και να ξεσκονίζει το σπίτι και τα όνειρά της, να `ρθει ο καπετάν Σπύρος να τα βρει όλα τακτοποιημένα. Κι εκείνη, πιστή σε μια αγάπη φάντασμα, που ξυπνούσε κάθε έξι, εννιά, καμιά φορά δώδεκα μήνες, πάντα κατ’ απαίτηση του καπετάνιου πιθανότερα και για προσωπική του, μόνο, ευχαρίστηση.

Αν ήταν, λοιπόν να κόψει κάτι η Άννα από τη ζωή της, το έκανε γρήγορα και χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για ποιο λόγο, σκεπτόταν, να αναβάλει κάτι αφού αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να το αντιμετωπίσει; Τους γονείς του Σόλωνα εύκολα και χωρίς να βρει κάποια δυσκολία, αρνήθηκε να τους ξαναδεί, τον Σόλωνα όμως… Εκεί η αποφασιστικότητα της δεν ήταν το ίδιο αποτελεσματική. Όχι πως δεν το καταλάβαινε πως κάποια στιγμή θα χώριζαν, το καταλάβαινε πολύ καλά μάλιστα. Όμως εδώ, ήθελε ν’ αναβάλει. Ο Σόλωνας για εκείνη ήταν ο άντρας της ζωής της. Με την μόνη διαφορά πως δεν θα ζούσαν μαζί όλη τους τη ζωή. Κάθε φορά που αποφάσιζε να πει στον Σόλωνα να χωρίσουν, έβλεπε την ίδια στιγμή τη ζωή της άδεια και φοβόταν, φοβόταν πολύ. Όσοι πιστεύουν πως οι αποφασιστικοί δεν φοβούνται, ζουν σε μια πλάνη οικτρή.

Και τον Σόλωνα, όμως, τον βασάνιζε ανέκαθεν πώς τελείωναν τα πράγματα. Όχι πως πίστευε πως μέσα μας τελείωνε ποτέ τίποτα. Γράφονταν όλα στη ψυχή μας, γι ‘αυτό φορές-φορές νιώθουμε να βαραίνουμε. Έτσι, δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα. Ένα βράδυ, είπανε καληνύχτα με τα λόγια και γεια με τα μάτια. Από τότε δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Άφησαν την αγάπη τους στην άκρη κι ο καθένας τους πήρε το δρόμο του. Ούτε τσακωμοί, ούτε κλάματα, ούτε πισωγυρίσματα. Ένας χωρισμός με κοινή συναίνεση. Δεν χρειάστηκε ένας χρόνος για να υπογραφεί το διαζύγιο. Μόνο μια στιγμή. Από τότε και πέρα οι στιγμές, ήξερε ο Σόλωνας, πως έκαναν τη διαφορά στη ζωή μας.

Δεν ήταν πια μακριά το σπίτι της αδελφής του. Επιτέλους δεν θα άντεχε άλλο στην επίθεση των σκέψεων του. Είχε κουραστεί χρόνια τώρα, να τον συντροφεύουν, να τον βασανίζουν, να τον κυβερνούν. Έπρεπε να πάρει την απόφαση να ζήσει. Κι όχι να παρακολουθεί τη ζωή του, τη ζωή των πελατών του, τη ζωή της αδελφής του κι ύστερα σαν υπομονετικός χειρουργός να κάθεται να τις αναλύει κομματάκι, κομματάκι, για να βρει τι, να καταλάβει τι, πώς χάνονται οι άνθρωποι, πώς ξεχνάνε ν’ αγαπάνε ή πώς ξεχνάνε να ζουν;

Έφτασε στο σπίτι, πάρκαρε το αυτοκίνητο και πήρε από το πόρτ-μπαγκάζ τα πράγματα που είχε αγοράσει. Χτυπούσε το κουδούνι, αποφασισμένος να περάσει καλά. Να γελάσει, να χαρεί, χωρίς να ενδώσει σε απελπιστικές σκέψεις.

Στην πόρτα φάνηκε η αδελφή του, χαρούμενη και γελαστή. Την ίδια στιγμή χτυπούσε το τηλέφωνο, ήταν μια πελάτισσά του, προφανώς για ευχές, σκέφτηκε η μητέρα του, καθώς του έδινε το τηλέφωνο.

Ήταν η Άννα… Ήθελε να συναντηθούν. Όχι πως δεν ξαφνιάστηκε ο Σόλωνας, δεν άφησε όμως να φανεί τίποτα στη φωνή του.

-Ναι, θα είμαι στο γραφείο κανονικά μετά τις γιορτές.

-Εντάξει, λοιπόν, θα τα πούμε σύντομα.

Κλείνοντας το τηλέφωνο, στιγμιαία και μόνο για όποιον τον ήξερε καλά, φάνηκε να μακραίνει η ματιά του. Έτσι όπως είναι όταν προσπαθείς να αφουγκραστείς τη σιωπή. Τα παιδιά τρέξανε και τον αγκάλιασαν. Είχαν καιρό να τον δουν και τον αγαπούσαν πολύ. Με την αγκαλιά τους, θαρρείς, εξαερώθηκαν όλες οι σκέψεις του. Αυτή η δύναμη της παιδικής αγκαλιάς! Σου δίνεται ξαφνικά, ολόκληρη, χωρίς εκπτώσεις, περίσσιες σκέψεις, χωρίς αντάλλαγμα, ολόκληρη και γεμάτη σαν να σε αγκαλιάζει όλος ο κόσμος, ακριβώς τη στιγμή που την έχεις πιο πολύ ανάγκη και δεν το ξέρεις.

Στο δρόμο του γυρισμού, πάλι σκεφτόταν. Αυτό ήξερε να κάνει καλά ο Σόλωνας. Να σκέπτεται και να αναλύει. Και ύστερα με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία να συνθέτει. Ψηφίδες, ψηφίδες, όλη η ζωή του. Όλων μας.

Την μητέρα του και τον πατέρα του τους βρήκε γερασμένους. Δεν είχαν πιο πολλές ρυτίδες, απλά οι κινήσεις τους είχαν γίνει πιο αργές. Κάτι από την σοφία του σύμπαντος, που αποκτούν οι άνθρωποι μόνο όταν περνούν τα χρόνια, που δεν βιάζεται, κινείται σταθερά κατά κάποια ανεξήγητη νομοτέλεια. Πέρασε όμορφα, άγγιξε κάτι από την αθωότητα των παιδικών του χρόνων και αυτό ήταν Χριστούγεννα. Μόνο που, ακόμα, έβρισκε άδικο που εκείνος είχε περάσει πολλά Χριστούγεννα με τον πατέρα του να ταξιδεύει σε θάλασσες μακρινές. Άδικο πιο πολύ που ταξίδευε σε μακρινές θάλασσες όντας κοντά τους. Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω… Πόσα πράγματα θα είχε αλλάξει, με μία μόνο διαφορετική κίνηση…

Πρώτα-πρώτα το επάγγελμά του. Θα γινόταν ξυλουργός ή γεωργός ή ψαράς να πιάνει με τα χέρια του τον κόσμο. Ύστερα θα μιλούσε. Θα μίλαγε τους φόβους του, θα έλεγε τι σκεφτόταν τη στιγμή που το σκεφτόταν κι όχι να κάθεται μετά να βασανίζεται με τα ίσως και εάν και γιατί. Πιο γήινος, πιο στιγμιαίος, πιο πραγματικός. Βέβαια θα υπήρχε τότε η πιθανότητα να πρέπει να μαζέψει κάτι που ήδη είχε γίνει όμως θα ήθελε τόσο πολύ να μην πρέπει να ξαναζεί ξανά και ξανά την ζωή του μέσα στο μυαλό του για να την βελτιώνει. Ό,τι ειπώθηκε, ό,τι γίνηκε, ό,τι δεν γίνηκε, πάει, φτερά στη ζωή του για να πετάξει πιο πέρα. Κι όχι πέτρες να τις κουβαλά σα κατάδικος… Να, με την Άννα, δεν ήξερε τι θα γινόταν. Δεν ήξερε γιατί μετά από τόσο καιρό είχε ξανά, επικοινωνήσει μαζί του. Θα ήθελε πολύ να είχαν πει άλλα. Να ήταν η Άννα. Να ήθελε να συναντηθούν. Άλλωστε δεν είχε περάσει πολύς χρόνος, να του έλεγε. Ναι, να έλεγε κι εκείνος, με την αγάπη όλα γίνονται αλήθεια. Μόνο αν αγαπάς…

Και από εκεί να συνέχιζε. Όμως δεν ήταν έτσι. Υπήρχε, φαίνεται, μόνο το τώρα. Μια αιωνιότητα μέσα στο απειροελάχιστο τώρα. Χιλιάδες πιθανοί δρόμοι, τόσοι όσοι οι συνειρμοί. Ποιο δρόμο θα ακολουθήσεις, τι θα πεις, ποιόν θα ακούσεις, ποιόν θα αγκαλιάσεις, ξαφνικά, συνειδητοποιούσε ο Σόλωνας, ξεκινούσε από μας, αλλά κάπως μαγικά και ανεξήγητα, κόντρα στη δύναμη της βαρύτητας, στεκόταν στο κενό κι ύστερα τι γινόταν είχε περάσει από τα χέρια της δύναμης της στιγμής, από τα χέρια της τύχης. Η δύναμη της στιγμής, η δύναμη της αγάπης, η δύναμη της ζωής. Και εμείς απλά άνθρωποι, να ζούμε, να ποθούμε, να αγαπάμε, να αγκαλιάζουμε, να μετανιώνουμε, να τυραννάμε και να βασανιζόμαστε. Για μια στιγμή μέσα στην αιωνιότητα.

Τι θα γινόταν, τι λόγια θα ειπώνονταν, τι θα ακολουθούσε, δεν ήξερε, δεν μπορούσε, όσο κι αν σκεφτόταν, να καθορίσει. Έτσι απλά οδηγούσε. «Αν μ’ αγαπάς…», ακουγόταν η Τσανακλίδου να τραγουδά.


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Μαριάννα Γληνού γεννήθηκε και διαμένει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Αγγλική Λογοτεχνία και δίδασκε αγγλικά επί σειρά ετών. Είναι μαμά και σύζυγος. Στον ελεύθερο χρόνο της μοιράζεται ανάμεσα σε πολλά πράγματα. Της αρέσει να γράφει, να ακούει μουσική, να διαβάζει. Ξεκουράζεται όταν αγιογραφεί. Λέγεται πως φτιάχνει καλό νεραντζάκι και βύσσινο γλυκό αλλά και σπανακόπιτα. Τίποτε παράξενο ή ασυνήθιστο, λοιπόν. Μια απλή, καθημερινή γυναίκα. Αυτό.

Ίσως σας αρέσει και

7 Σχόλια

  • Ρόζα Σαντοριναίου
    10 Οκτωβρίου 2016 at 22:12

    Η δύναμη της στιγμής, η δύναμη της αγάπης, η δύναμη της ζωής μας κρατούν, Μαριάννα Γληνού,
    αν και μερικές φορές αρκεί η δύναμη του λόγου… Εν αρχή ην ο λόγος, εσεις έχετε το θεϊκό χάρισμα,
    αφηνόμαστε να μας παρασύρετε… Να είστε καλά!

    • Μαριάννα Γληνού
      12 Οκτωβρίου 2016 at 17:13

      Όλοι έχουμε προικιστεί με κάτι. Άλλοι να φτιάχνουμε κόσμους με τις λέξεις, άλλοι με τα χρώματα, άλλοι με τα χέρια. Σε όλους μας κάτι που μπορούμε να στηριχτούμε πάνω του και να πορέψουμε τον χρόνο.. Το θέμα είναι να καταφέρνουμε ακόμα κι απ’ την δυσκολία, να βγαίνει ομορφιά. Ευχαριστώ πολύ!

  • Βάσω Αποστολοπούλου
    10 Οκτωβρίου 2016 at 22:22

    «Η δύναμη της στιγμής, η δύναμη της αγάπης, η δύναμη της ζωής.»
    Η δύναμη που έχουμε μέσα μας κι οφείλουμε να ανιχνεύσουμε και να βγάλουμε στην επιφάνεια – το οφείλουμε στον εαυτό μας.
    Πολύ ενδιαφέρουσα και ανιχνευτική προσέγγιση, φίλη μου Μαριάννα!

  • Κατερίνα
    12 Οκτωβρίου 2016 at 19:46

    Πολύ καλό, ανθρώπινο, με περιγραφή τόσο γνωστών συναισθημάτων για όλους μας. Μπράβο!!!

  • Ελενη Στασινου
    15 Οκτωβρίου 2016 at 17:49

    Μαριάννα εύχομαι να συνεχίσεις με αυτες τις πολύ καίριες ενδοσκοπήσεις. Θ χαρώ να διαβάσω και άλλα σου κείμενα. Είσαι σε ένα κόσμο (της συγγραφής εννοώ) όπου υπάρχουν πολλά επίπεδα, πολλά παιχνιδίσματα πολλά τεχνάσματα, που μπορούν να σε διασκεδάσουν, να σε ωριμάσουν, να σε καταπλήξουν καταπλήσσοντας μας με την σειρά σου πάλι και πάλι. Πιστεύω πως το γραπτό είναι βαθύ και με λεπτό άγγιγμα στην ψυχοσύνθεση του ήρωα. Θεωρώ πως είναι μια σοβαρή γραφή και πως υπάρχει η αναγκη τέτοιων αναγνωσμάτων. Καλη πορεία εύχομαι και ελπίζω να με ενημερώνεις αν κάτι μου διαφεύγει

  • Μαριάννα Γληνού
    17 Οκτωβρίου 2016 at 00:05

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα όμορφα λόγια σας και την εκτίμησή σας. Είναι πολύ σημαντικό να μαθαίνεις , ειδικά από το στόμα μιας καταξιωμένης συγγραφέως όπως εσείς, ότι παίζοντας με τις λέξεις, δεν απαξιώνω τους ανθρώπους, τα συναισθήματά τους , τη ζωή.
    Εύχομαι η συνέχεια με τους υπόλοιπους «ήρωες» να μην σας απογοητεύσει.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music