«Συνάδει;», ένα διήγημα της Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

«Τι κάνεις εκεί;»

«Τι κάνω; Γράφω, δεν βλέπεις;»

«Καλά δεν ντρέπεσαι; Γράφεις εσύ, ενώ έχουμε του κόσμου τις δουλειές;»

«Όπως;»

«Τι όπως βρε κορίτσι μου, τι όπως; Εδώ οι κάλτσες μου έχουν γίνει σαν το τρυπητό με κάτι τρύπες νααααα με το συμπάθιο, τα σώβρακά μου άπλυτα, τα μπλουζάκια μου το ίδιο κι’ εσύ γράάάάφεις!»

«Δεν θα ‘πρεπε λες, ε;»

«Όχι δεν θα ‘πρεπε. Γιατί χάνεις έτσι τον χρόνο σου;»

«Ενώ αν σου μαντάριζα τις κάλτσες και έπλενα τα σώβρακα και τις μπλούζες θα τον είχα σώσει τον χρόνο μου, ε;

Επί τη ευκαιρία να σε ρωτήσω κάτι. Εγώ πού σε βρήκα και σε παντρεύτηκα; στο λότο; Είχα σώας τας φρένας;»

«Ναι βγες μας κι’ από πάνω. Δεν ξέρω για τα φρένα τα δικά σου αλλά τα δικά μου χθες τα έλεγξα, ένα διακοσάρι έσκασα στο σέσβις. Λοιπόν, ‘ντάξει αφού γράφεις να μην σ΄ ενοχλούμε. Σαν έρθει η μάνα θα μου τα φτιάξει με τα χεράκια της…»

«Που σημαίνει ότι πλέον μου επιτρέπεται η συνέχιση της δουλειάς μου, ναι; Άδειασέ μας λοιπόν την γωνιά. Άντε και βρίσκομαι σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο της γραφής μου…»

«Της ΠΟΙΑΣ; Της γραφής σου, αυτά τα ακαταλαβίστηκα που σκαρώνεις λέγονται ‘‘γραφή’’; Δεν μου λες εσύ τα καταλαβαίνεις, όχι πες μου;»

«Άρα τα διαβάζεις τα γραφτά μου και μάλιστα κρυφίως. Μα γιατί δεν μου λες: «Ρίτα μου μπορώ να ρίξω μια ματιά να σου πω τη γνώμη μου;» Έλα όμως που δεν το λες. Και ξέρεις γιατί; Γιατί απλά δεν έχεις ΓΝΩΜΗ. Μήπως και έχεις ποτέ διαβάσει καμιά συλλογή ποιητική, κανένα βιβλίο;»

« Εννοείς συλλογή συλλογή, σαν αυτή των πεταλούδων που είχα ας πούμε και μιαν άλλη με σπιρτόκουτα και ακόμη μία με χαρτοπετσέτες; Όσο για βιβλία και βέβαια έχω διαβάσει. Την ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ, τον Αλή μπαμπά και τους σαράντα κλέφτες καθώς και ένα άλλο μεγάλο, την Άννα Καρένινα ενός μυστήριου ρώσου συγγραφέα που έμοιαζε με παπά και όλο ξεχνώ το όνομά του…»

«Τολστόι άσχετε»

«Α γεια σου, αυτουνού»

«Ω μα τότε αλλάζει. Εσύ είσαι ένας μορφωμένος άνθρωπος. Και δεν σου το’ χα. Κοίτα να δεις ο Μήτσος μου και Τολστόι…»

«Ναι, ναι, κορόιδευε σπουδαγμένη μου εσύ… Βρε μόνο δύο τάξεις πάρα πάνω από μένα έβγαλες, το θυμάμαι καλά και μας κάνεις την συγγραφέα τώρα. Χα, χα, χα. Με κάνεις και γελάω, να ‘σαι καλά βρε γυναίκα».

«Και τώρα, αφού γέλασες και το φχαριστήθηκες άφησε κι εμένα να γράψω γιατί θα ξεχάσω αυτά που είχα κατά νου…»

«Κατά νου είπες; Καλά, ας μη το κάνουμε θέμα Ρίτα Ριτάκι».

«Όχι να το κάνουμε, να το κάνουμε. Γιατί αν θέλεις να πεις ότι δεν έχω νιονιό μέσα έπεσες. ΓΙΑΤΙ πώς αλλιώς να δικαιολογήσω την πράξη μου, να πάω και να παντρευτώ έναν απόφοιτο της ΤΡΙΤΗΣ Δημοτικού…»

«Της Τετάρτης κυρία μου, της Τετάρτης…»

«Της Τετάρτης έστω, μα και τρία χρόνια στάσιμος σε κάθε μια από τις προηγούμενες τάξεις να τα λέμε αυτά Μήτσο μου, μιλάμε για τέτoιο βαθμό ευφυίας. Και να πεις ότι θυμάσαι και κάτι από κείνα τα χρόνια τα πολλά; Το πολύ-πολύ τον πρώτο στίχο από το ποίημα του Ζ. Παπαντωνίου «πού πας καραβάκι με τέτοιον καιρό;» ΟΧΙ ΠΕΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ.»

«Ενώ η Ριτούλα μας το θυμάται όόόλο. Αμ τι περιμένεις από μια σαλεμένη που τα ορνιθοσκαλίσματά της τα βαφτίζει ποίηση; Μωρέ καλά τα λέει η μάνα μου για την ακαμάτρα τη νύφη της που…»

«Άλα της! Πώς με είπε η μανούλα σου; Να θυμηθώ σε λίγο που θα έρθει και θα μου αρχίσει τα ψεύτικα όπως καταλαβαίνω πια, ματς μούτς και τις αγκαλίτσες να μου το επιβεβαιώσει, όχι για τίποτα άλλο αλλά να έχουμε και το γνήσιο της υπογραφής».

«Να σε δω. Να την συγχύσεις τη μάνα και να της ανέβει η πίεση να μας πάθει και κανένα εγκεφαλικό και τότε να σε δω να ψάχνεις τρύπα να τρουπώσεις και τρύπα  να μη βρίσκεις».

«Εγώ; Εγώ να συγχύσω την πεθερούλα μου; ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ, εγώ τη λατρεύω τη κυρά Θοδώρα. Αρκεί να μην μου μπαίνει στη μύτη. Αφού να σκεφτείς ότι τότε που έψαχνα να βρω έστω και έναν λόγο για να σε παντρευτώ βρήκα αυτόν και μόνο αλλά μου ήταν αρκετός, ότι δηλαδή θα έκανα πεθερά μου τη κυρά Θοδώρα… αυτόν τον άγγελο».

«Κοίτα Ριτάκι μη το χοντραίνεις το δούλεμα. Μέχρι τώρα καλά το πάμε. Τη μάνα τη δικιά μου στο στόμα του δεν θα την βάζει ΚΑΝΕΙΣ. Το απαγορεύω ρητώς».

«Ενώ για το Στεφάνι σου, την Κυρά του σπιτιού σου, μπορεί να χρειαστούμε και τον Αραβαντινό, ξέρεις, την εταιρεία απόφραξης βόθρων, να καθαρίσει τα όσα λέγονται εις βάρος της, ε; Τι κακό με σας τους γιους, ρε παιδάκι μου, να  μη λέτε να απογαλατισθείτε από τη μανούλα σας…»

«Μάνα είναι μόνο μία. Όταν γίνεις κι εσύ μάνα, ΑΝ γίνεις, θα καταλάβεις».

«Καλά εγώ θα καταλάβω, ΕΣΥ πότε θα καταλάβεις ότι είσαι άντρας και υποτίθεται ο στυλοβάτης το σπιτιού; Άκου Μήτσο μου. Θα πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι θα μάθεις να μαντάρεις κάλτσες. Εγώ, γιατί στην ευχή έγινα ΚΑΙ ηλεκτρολόγος ΚΑΙ υδραυλικός; Για να μην ξοδεύεται ο άντρας μου μέσα στην οικονομική κρίση που περνάμε. Όχι πες μου, είναι γυναικείες δουλειές αυτές Μήτσο μου; Είπες εσύ να αλλάξεις μία ασφάλεια στον ηλεκτρικό μας πίνακα; Μια ολόκληρη μέρα έμεινες χωρίς ηλεκτρικό, τότε που έλειπα εγώ, γιατί δεν ήξερες να σηκώσεις τον γενικό διακόπτη που είχε πέσει. Είπες να διορθώσεις το καζανάκι που τρέέέχει συνεχώς κάνοντας την ΕΥΔΑΠ πλουσιότερη με τους παχυλούς λογαριασμούς μας; Προχθές επιτέλους είδα και απόειδα ότι εσύ δεν θα κούναγες το δακτυλάκι σου και είπα να φτιάξω εγώ τη βρύση του μπάνιου, που έκλαιγε και οδύρονταν με δάκρυ καυτό τόσες μέρες. Και εσύ τι έκανες; Έκανες την εργαλειοδότρια σαν αυτές των χειρουργείων και μου έδινες τις πένσες και τις τανάλιες που χρειαζόμουν καθώς την έφτιαχνα ΕΓΩ.

Και τη ρόδα στο τρακτέρ, που κόλλησε στη λάσπη, ποιος την ξεκόλλησε και την διόρθωσε; Ο Φούφουτος Μήτσο μου; Το Ριτάκι τα έκανε όλα αυτά, η ακαμάτρα ποιήτρια, που μια μέρα κοντινή ή μακρινή δεν ξέρω, θα δοξάσει το χωριό μας με τα γραφτά της.

Μάθε λοιπόν κι εσύ να μαντάρεις καμιά κάλτσα, αλλιώς φόρα τις τρύπιες ή ΜΗΝ ΤΙΣ ΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ. Καλοκαίρι είναι, φοράει και σαγιονάρες ο κόσμος. Σαγιονάρα και κάλτσα συνάδει; Δεν συνάδει».

«ΤΩΡΑ γιατί βρίζεις, μου λες;»

«Έβρισα; Εγώ; Πότε; Τι λες μωρέ θα με τρελάνεις;»

«Τώρα δα δεν είπες «συνάδει», είπες για δεν είπες;»

«Α καλά, τρία πουλάκια κάθονταν… Μα τέτοια ασχετοσύνη πια βρε Μήτσο μου. Αλλά πάλι ΑΝΩ ΒΡΥΣΗ και μόρφωση συνάδει; Δεν συνάδει.»

«Να το, τό ‘πες πάλι. Αν δεν το πάρεις αμέσως πίσω θα σε χωρίσω Ρίτα Ριτάκι και να το ξέρεις. Θα σε στείλω πίσω στη μάνα σου, την κυρά Μαριγώ, να σου πρήζει τα σκώτια από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να μάθεις να εκτιμάς εμένα τον άντρα σου, που τον λες συνάδει και δεν ντρέπεσαι».

«Μήτσο ναι, να το κάνεις. Να ζητήσεις διαζύγιο και στον δικαστή που θα σε ρωτήσει το γιατί να του πεις ότι η γυναίκα σου σε είπε «συνάδει». Το τι γέλιο θα πέσει ούτε που το φαντάζεσαι. Άσε που θα σε πάρουν στο μεζέ και θα αμφισβητήσουν και το αν έχεις σώας τας φρένας».

«Αυτό το ξανάπες. Ώρες είναι να μας πεις ότι φταίνε και τα φρένα μου».

«Όχι δεν το λέω, δεν το λέω. Εκείνο που θα πω είναι, ότι ο δάσκαλος που είχες μέχρι την Τετάρτη του Δημοτικού δεν θα πρέπει να ήτα πραγματικός δάσκαλος αλλά γιαλαντζή».

«Τι τον βρίζεις τον δάσκαλο βρε Ριτάκι, πεθαμένο άνθρωπο; Μια χαρά ψυχούλα ήταν».

«Μωρέ ψυχούλα μπορεί να ήταν. Μα γράμματα αποκλείεται να ήξερε. Και αν κρίνω από το ρητό «με όποιον δάσκαλο θα κάτσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις», βλέποντας τον μαθητή έβγαλα αβίαστα το συμπέρασμα για το τι ήταν ο δάσκαλος».

«Πω, πω, πω τι γλώσσα κι η δικιά σου βρε Ριτάκι… Ούτε τους πεθαμένους σέβεσαι, ούτε βέβαια και τους ζωντανούς. Εσύ η ποιήτρια, που θα δοξάσει το χωριό μας. Μα το χωριό μας είμαστε ΕΜΕΙΣ κυρία Ρίτα μας, μήτε τα  ντουβάρια είναι, μήτε οι ελιές, μήτε τα περβόλια. Και μας ποιος ο λόγος να θέλεις να μας δοξάσεις αφού μας έχεις χεσμένους; Και με συγχωρείς. Να δοξάσεις εμάς τα μερμηγκάκια, εσύ η Μάγια η μέλισσα; Τς… Τς… Τς… Πώς και έκανα τέτοιο λάθος και σε παντρεύτηκα ρε συ Ρίτα; ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΑΙ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, ΣΥΝΑΔΕΙ; ΔΕΝ ΣΥΝΑΔΕΙ».

«Ωραία. Τώρα ΜΕ ΕΒΡΙΣΕΣ ΕΣΥ. Πατσίσαμε. Βλέπεις εγώ να θυμώνω; ΟΧΙ. Σε ρούμπωσα με ρούμπωσες, ΙΣΟΠΑΛΙΑ.

Πήγαινε τώρα να ανοίξεις την πόρτα κτυπάνε δεν τ’ ακούς; Η μανούλα σου θα’ ναι. Μη καταλάβει πως τσακωνόμαστε και από τη στενοχώρια της πάθει κανένα εγκεφαλικό… Κοίταξε, με τα ιατρικά δεν τα καταφέρνω. ΘΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΕΙΣ ΝΑ ΤΑ ΕΠΩΜΙΣΤΕΙΣ, (καλά, καλάάά, να τα ΑΝΑΛΑΒΕΙΣ να πω καλύτερα), ΟΛΑ ΕΣΥ.

Το νου σου λοιπόν».

«Λες, ε;»

«Λέω.»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music