«Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα!», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Μία κυρία με ένα παιδάκι στο αριστερό χέρι και καφέ, κουλούρι, νερό κι ένα κουκλάκι παραμάσχαλα στο δεξί, ψάχνει να βρει τις κούνιες που της είχαν πει πως υπάρχουν εν λειτουργία, σ’ ένα ανοιχτό πάρκο. Μπαίνοντας στην είσοδο του πάρκου, τους φλομώνει η τσίκνα από τα κάτουρα και τις ακαθαρσίες των γατιών και πατάνε πάνω σε διάφορα πλαστικά, που οι φιλόζωοι έχουν αραδιάσει για να ταΐσουν τα αδέσποτα, ενώ ο δήμος τους διαθέτει ειδικές ταΐστρες παραδίπλα. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη τους για να δουν λίγο πράσινο, να περπατήσουν σε ανοιχτό χώρο και η μικρή να κάνει κούνια, που προσπαθούν να αγνοήσουν τη βρωμιά. Ευτυχώς, φορούν μάσκες. Δεν τις έχουν πεταμένες κάτω, όπως άλλοι συμπολίτες τους, εν καιρώ πανδημίας, που η καθαριότητα θα έπρεπε να είναι το παν.

Τελικά, ανακαλύπτουν την τσουλήθρα και την κούνια που, δυστυχώς, είχαν ανακαλύψει κι άλλοι. Τέσσερις άνδρες κουνάνε ένα κοριτσάκι και παράλληλα μιλούν πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια. Όλοι έχουν το ίδιο όνομα, αυτό που αρχίζει από “Μ”, έχει ένα “λ” κι ένα «κ» στη μέση και τελειώνει σε “α”. Μιλούν άπταιστα την “γαλλική” και πρέπει να γνωρίζουν και πιάνο. Η κυρία τους ζητά ευγενικά να αποφεύγουν τα “γαλλικά” μπροστά στα παιδιά γιατί αυτά εύκολα επαναλαμβάνουν ό,τι ακούν. Η παρέμβαση δεν τους ευχαρίστησε…

Σε μία πλατεία, Κυριακή απόγευμα, εντός ωραρίου κυκλοφορίας, ο κόσμος έχει μαζευτεί στα πεζούλια και στα παγκάκια, που είναι ο μόνος χώρος που μας έχει απομείνει για να βγούμε από τα σπίτια – τα οποία έχουν γίνει γραφεία, παιδότοποι, γυμναστήρια και ό,τι άλλο βάλει ο νους σου – ώστε να ξεσκάσουν λίγο βρε αδερφέ! Παιδιά κάνουν ποδήλατο, πατίνι, τρέχουν. Ξαφνικά, πλακώνει η αστυνομία και η μικρή για τον κόσμο απόλαυση, γίνεται τρόμος, στο όνομα του τρόμου: «Δεν πρέπει να βρίσκεστε εδώ, παραμονεύει ο κορωνοϊός, θα τις φάτε τις μπούφλες σας, για το καλό σας!»

Σε ένα χωριό κοντά σε παλιά εθνική, όπου υπάρχει ένα τοπικό βενζινάδικο, έχει στηθεί από την πρώτη κιόλας καραντίνα, ένα χρόνο πίσω δηλαδή, αυτοσχέδιο καφέ – μπαρ και τα τσίπουρα πάνε κι έρχονται. Και τα ούζα επίσης. «Όχι, θα κάτσω να σκάσω» σκέφτεται ο Γιάννης. Πληρώνει και φεύγει, γιατί η ώρα έχει πάει εννιά παρά πέντε. Βγαίνει έξω και περπατά γοργά μέσα στη νύχτα. Στα μισά της διαδρομής, ακούει μία σειρήνα. «Λες να είναι για το κούτσικο μποστανάκι με τη φούντα που έχω στήσει πίσω στην αυλή;» Αλλά, μπα, για την παραβίαση του ωραρίου κυκλοφορίας ήταν οι αστυνομικοί, που τον έχωσαν μέσα στο περιπολικό και τον συνόδεψαν στο σπίτι του, κουνώντας του το δάχτυλο να μην το ξανακάνει.

Με αυτά και μ’ εκείνα, έχουν φτάσει απόκριες και τα κρυφά covid μασκέ party, δίνουν και παίρνουν. Με δύο σοβαρές ελλείψεις όμως. Στην αγορά δεν υπάρχουν τα εμβλήματα των απόκρεων, σερπαντίνες και κομφετί. Αφού τα εποχιακά μαγαζιά δεν έχουν ανοίξει, κανείς άλλος -ούτε το περίπτερο- δεν μπορεί να τα πουλήσει. Μία κυρία, βρίσκει έναν γνωστό της βιβλιοπώλη στο δρόμο και του λέει: «Βρε Βασίλη μου, μήπως σου έχουν μείνει από πέρσι τίποτα “παράνομα προϊόντα;” – κλείνοντάς του το μάτι. Το ‘πιασε αυτός το υπονοούμενο, της έδωσε ραντεβού σε λίγη ώρα στο κατάστημα και κοιτώντας και οι δύο τους πολύ προσεκτικά, λες και διακινούσαν ναρκωτικά, έκαναν τη συναλλαγή.

Την Τσικνοπέμπτη, τα ντουμάνια απανταχού Ελλάδος, σκόρπισαν από το πρωί τα σύννεφά τους -εκτός από τα σπίτια των vegan και vegetarian, να τα λέμε κι αυτά- γιατί το παραδοσιακό τσίκνισμα έχει κριθεί παράνομο, λόγω συνωστισμού πάνω από τη θράκα. Το ίδιο και το πέταγμα του χαρταετού, η περιφορά του επιταφίου, η Ανάσταση και η Λαμπρή. Μόνο ο συνωστισμός στα μέσα μαζικής μεταφοράς «δεν μπορεί να αποφευχθεί», καθώς και στις μονάδες εντατικής θεραπείας, γιατί δε φτάνουν τα μπικικίνια για τέτοια πράγματα.  Τα κάνουμε φουτουριστικά παγκάκια και μεγάλους πεζοδρόμους για να καμαρώσουν οι τουρίστες –που δεν έχουμε– τη χώρα μας.

Τα παιδιά και οι έφηβοι, συνεχίζουν την τηλε-εκπαίδευση. Έτσι, οι εκπαιδευτικοί (μάλλον παίρνοντας πολλά χάπια για να αντέξουν τις συνθήκες της παράδοσης του μαθήματός τους) που δίδασκαν για πρώτη φορά κάποια παιδιά, έχουν τη δυνατότητα να τα δουν χωρίς μάσκες. Να μάθουν τις φάτσες τους. Όλοι μαζί –γονείς, παιδιά συν δάσκαλοι και καθηγητές-  κάνουμε τάματα στην Παναγία να ανοίξουν τα σχολεία. Αυτό, κανείς ποτέ δε θα το φανταζόταν!

Τίποτα απ’ όλ’ αυτά μοιάζει να μη βγάζει νόημα. Ο καθένας μοναχός του προσπαθεί να κάνει ό,τι μπορεί κι αντέχει. Το ξεχαρβάλωμα δεκαετιών, έρχεται και μας συναντά στο σήμερα κι όλοι μας αναρωτιόμαστε, τι μας περιμένει αύριο;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη