“Στον κύριο μου με αγάπη(*)”, ένα πεζό της Ασημίνας Λαμπράκου

Τεράστια άνοιγε τα μάτια· το φως τότε χυνόταν μέσα· κι έφτιαχνε τις σκιές στο εσωτερικό του τεράστιες· γίγαντες· να καταβροχθίζουν τα μυρμήγκια που έμπαιναν από τη πόρτα σα δασκαλεμένα στο ομοιόμορφο· κι ως χτυπιόντουσαν οι σκιές τόσο τα μυρμήγκια έσκυβαν τους ώμους των· κι ήταν και το βάρος απ’ τη σάκα που τα τράβαγε στη γη· και τα μιλήματα των γονιών το δάσκαλο να προσέχουν και το σχολειό και την αξία τους· την οικογένεια και τον πατέρα πάνω απ’ όλα αλλά το δάσκαλο πιο πολύ· κι ήταν και το ξύλο που το κάμε το φως να ζεσταίνεται και να μυρίζει· και τα μυρμήγκια έμπαιναν στη μυρωδιά και κολυμπούσαν ως έξω στη γειτονιά με το ξυλίκι και το κυνηγητό και το κρυφτό και το ψωμί το ζυμωτό και το λάδι πάνω και το κορίτσι και τ’ αγόρι το χορτάρι στις αυλές και τη πλαγιά τα δέντρα τα λουλούδια· κι ήταν ο δάσκαλος απέναντι και μίλαγε όπως ήταν μαθημένος να τα θέλει κι ήταν πολλά τα πρόσωπα που τον κοίταζαν κι εκείνος απέναντι μόνος· ο νόμος· κι όταν δε μπορούσε να τα βγάζει πέρα μαζί τους σήκωνε τη βέργα και τα βίτσωνε· στη παλάμη· μια σταλιά παλάμη μια τεράστια βέργα· κι έπιανε τότε η βέργα να λεπταίνει να βγάζει αγκάθια και κόμπους να βγάζει κι άνθη· μετά από ώρα· και ψήλωνε κι έφτανε ως το ταβάνι το τρυπούσε κι έβγαινε στον ουρανό και τα μυρμήγκια τη καβαλούσαν κι έβγαιναν κι αυτά στον ουρανό· ώσπου ο δάσκαλος· άλλαξε τιμωρία· και τα ξεχώριζε απ’ τα άλλα· και τα ‘βανε στο τοίχο μόνα τους· στη γωνιά· και γινόταν τότε η γωνιά στόμα και δόντια και γλώσσα και φωνή· κι ήτανε της μάννας· κι ήτανε του πατέρα· και φώναζε· και δάγκωνε· και τα αφτιά τους τράβαγε που… το δάσκαλο πάνω απ’ όλους και καλύτερα· δεν άκουσαν και τι ντροπή· και τι θα πουν στη γειτονιά; και το χωριό τι θα πουν; κι ούτε που τους έσωζε το ξύλο που μύριζε και άνθιζε και λέπταινε και ψήλωνε και τους πήγαινε στον ουρανό όπως το καβαλούσαν· έσκυβαν το κεφάλι κι άκουγαν τα άλλα να μιλούν και να γελούν κι όπως άνοιγαν τα στόματα των τα όρθια πως καταβροχθίζονταν από τη κοροϊδία και το ψόγο ένοιωθαν.

Εκείνη τη χρονιά στο σχολειό είχε φτάσει ένα άλλο παιδί. Ένα παράξενο παιδί. Μεγαλωμένο λέγανε στο ίδρυμα. Αποσυνάγωγο. Αλήθεια ψέματα εκείνο ήξερε και δεν ήξερε μα έτσι έλεγε και κανείς δεν το πίστευε που τόλεγε. Το καλύτερο του δασκάλου. Το πιο έξυπνο. Το πιο έξυπνο. Και που να τα βγάλει πέρα με δαύτο δεν έβρισκε. Μ’ αυτό και με τ’ άλλο έκανε κι αυτός ότι είχε βρεί εύκολο. Το ξεχώριζε. Το ξεχώριζε από τ’ άλλα παιδιά όρθιο στο τοίχο στη γωνία να νοιώσει τον εμπαιγμό, να ντραπεί, ν’ αλλάξει. Σηκωνόταν το έξυπνο παιδί στεκόταν στη γωνιά όρθιο κι έβλεπε τους άλλους, έβλεπε και το δάσκαλο. Μα πιο πολύ έβλεπε το δάσκαλο. Μα πιο πολύ έβλεπε το δάσκαλο. Κι ένοιωθε μια μοναξιά. Μια μοναξιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου να στέκεται μόνος του· ό νόμος μπροστά στους άλλους. Κι ένοιωθε τη μοναξιά στη πέτσα του· ένοιωθε τη μοναξιά και πιο μέσα· στη καρδιά· κι ένοιωσε δάσκαλος· κι ούτε έπαιρνε το μάτι του πάνω απ’ το δάσκαλο κι οι φωνές και τα μιλήματα των παιδιών εκείνον κατάλαβε πως είχαν στόχο κι αν κανένα έβρισκε το ίδιο ήταν που ο δάσκαλος το κάνε έτσι νάναι. Κι ούτε που άλλαζε το παιδί κι ούτε κατέβαζε τα μάτια μα κοίταζε συνέχεια το δάσκαλο στα ίσα κι είχε τη γνώμη του απέναντι στη δική του· απόκαμε ο δάσκαλος κι άρχιζε να σηκώνει το παιδί μόνο στον τοίχο με την πλάτη γυρισμένη στα γέλια και το χλευασμό να μη βλέπει να μη ξέρει ν’ αρχίσει να φοβάται πιο πολύ κι από το να νοιώθει μόνο. Έκανε το παιδί όπως το έβαζε να κάνει ο δάσκαλος κι είχε το βλέμμα στη πλάτη του και τον τοίχο. Κι έβλεπε μια τους ώμους του δασκάλου να παίζουν από φόβο του μόνου νόμου απέναντι στους πολλούς και μια στον τοίχο τις νυχιές που άφηνε ο δάσκαλος σα προσπαθούσε νάβρει κατάλαβε κάτι να κρατιέται πάνω του σα συντροφιά σκέφτηκε στη μοναξιά του. Κι όπως μέτρησε τις νυχιές πολλές τις βρήκε κι ακούμπησε κι αυτό πιο πολύ το βλέμμα του στο δάσκαλο κι ένοιωσε τη μοναξιά του στη πέτσα ένοιωσε και πιο μέσα στη καρδιά κι ένοιωσε δάσκαλος.

Ήρθε και μεγάλωσε το παιδί με τη γνώμη απέναντι στο δάσκαλο κι έγινε δάσκαλος μα όπως ήταν από κούνια αποσυνάγωγος έκανε μαθητές στους δρόμους και τους έφτιαχνε δασκάλους που είχε πολύ αγαπήσει τη μοναξιά τους κι όπως τους έστελνε στου κόσμου μια φράση έγλυφε το μέτωπο τους σα τη μάνα που καλωσορίζει το παιδί στον κόσμο: την αλήθεια για να την κρύψεις να την λες.

Εσείς λοιπόν που περπατάτε τη ζωή έχετε που κι ένα καπέλο να βγάζετε στο παιδί με τη γνώμη απέναντι στο δάσκαλο που επειδή αγάπησε τη μοναξιά του δάσκαλος έγινε κι ίσως και δικός σας όπως κι εγώ το ίδιο κάνω κάθε όποτε τον σκέφτομαι ._

στον Δάσκαλο μου με αγάπη ._


(*)Σημείωση της συγγραφέως: φράση/τίτλος τραγoυδιού από την ομότιτλη ταινία: To Sir With Love, LuLu

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music