«Στη γη των χρυσανθέμων», ένα διήγημα του Σπυρίδωνα Τρούσα για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ο Άγγελος βγήκε από τον εκθεσιακό χώρο του ξενοδοχείου Four Season του Τόκιο  και κατευθύνθηκε προς το σιδηροδρομικό σταθμό. Στο πρόσωπο του διαγραφόταν η ικανοποίηση. Τα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης  που είχε οργανώσει  η W.A.F. είχαν μεγάλη επιτυχία. Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες ήταν διεθνούς αναγνώρισης και η παρουσία του Ιάπωνα υπουργού πολιτισμού και της υψηλής κοινωνίας του Τόκιο είχαν δώσει μεγαλύτερη αίγλη στην εκδήλωση. Πάνω από όλα όμως ήταν  ενθουσιασμένος γιατί  η έκθεση αυτή του έδινε την ευκαιρία να γνωρίσει τη μαγευτική χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, την πατρίδα των Σαμουράι, των  Γκεϊσών, του Σούμο και  του θεάτρου Νο, αλλά και τη χώρα που θύμιζε τη φρίκη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου με τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Eίχαν περάσει τρεις μέρες από την άφιξή του και είχε πάρει μία πρώτη γεύση από τις συνήθειες και τη νοοτροπία των Γιαπωνέζων. Καθαριότητα, ευγένεια, ακρίβεια και πάνω απ’ όλα σεβασμό προς τη φύση και το συνάνθρωπο. Τον είχαν εντυπωσιάσει τα μεγαλοπρεπή Αυτοκρατορικά Ανάκτορα, ο ζωολογικός κήπος με τους ελέφαντες και τα χαριτωμένα πάντα, οι πολύβουοι εμπορικοί δρόμοι με τα πολύχρωμα νέον, οι φουτουριστικοί πανύψηλοι πύργοι, τα μουσεία, οι γκαλερί και τα κέντρα ψυχαγωγίας αλλά και οι παραδοσιακές συνοικίες με τα ήσυχα δρομάκια που κυκλοφορούσαν risciò και κορίτσια με κιμονό. Φθάνοντας στο σταθμό  πετάχτηκε μέχρι το γραφείο πληροφοριών, για  να πάρει τα σχετικά   φυλλάδια με τις οδηγίες για τα αξιοθέατα  και τους ακριβείς χάρτες του Κιότο, που τόσα πολλά είχε ακούσει και διαβάσει.

Είχε ήδη προμηθευτεί την κάρτα Japan Rail  Pass   και δε χρειάστηκε να περάσει από το εκδοτήριο των  εισιτηρίων. Για μεγαλύτερη ασφάλεια,  αλλά και εξοικονόμηση χρόνου, προτίμησε να ταξιδέψει με το τρένο «σφαίρα», του αρτιότερου τεχνολογικά σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, «Σιν-κάνσεν». Σε δύο ώρες και δέκα λεπτά, διανύοντας πεντακόσια δέκα χιλιόμετρα, θα έφτανε στον προορισμό του.

Βολεμένος στο αναπαυτικό κάθισμα, απολάμβανε για αρκετή ώρα τη θέα από το   παράθυρο του τρένου. Αν και ο Μάρτης είχε μπει για τα καλά, ο  καιρός ήταν μουντός  και καθώς στο βαγόνι επικρατούσε απόλυτη ησυχία, δεν άντεξε και έκλεισε τα μάτια…

Το ίδιο απόγευμα, ο Άγγελος βρέθηκε να σεργιανίζει στους κήπους του βουδιστικού ναού Kiyomizu-Dera. Ανάμεσα από ανθισμένες κερασιές, σφένδαμους και κρίνα ξεπρόβαλαν  ιερά και παγόδες, αλλά και  περίπτερα με φαγητό και Cafè. Σταμάτησε σε ένα από αυτά και  δοκίμασε ένα ρολό  γιαπωνέζικης  ομελέτας, ήπιε και ένα ζεστό καφέ για να  πάρει ενέργεια και μετά κατευθύνθηκε προς τον κεντρικό ναό. Πριν μπει μέσα, μιμούμενος τους άλλους προσκυνητές, έβγαλε τα παπούτσια του, έπλυνε τα χέρια και το στόμα του, παίρνοντας νερό με μια κουτάλα από τη βρυσούλα που βρισκόταν εκεί κοντά, για να εξαγνιστεί και έριξε λίγα γιεν στο παγκάρι, παίρνοντας για αντάλλαγμα ένα καρτελάκι με ιδεογράμματα. «Ποιος ξέρει τι να γράφει…» αναρωτήθηκε. Το έβαλε στην τσέπη του, με την ελπίδα αργότερα να έβρισκε κάποιον  να του το μεταφράσει.

Η κεντρική σάλα του ναού ήταν αφιερωμένη στη θεά του ελέους και της ευσπλαχνίας, Κάνον. Ήταν ένας χώρος πνευματικής ανάτασης και διαλογισμού, με πολλά εντυπωσιακά αγάλματα της θεάς. Στον ίδιο χώρο ήταν το ιερό  του θεού του Έρωτα και της συνάντησης, Jishu. Mπροστά από το ιερό υπήρχαν δυο πέτρες τοποθετημένες σε απόσταση 18 μέτρων η μία από την άλλη. Σύμφωνα με την παράδοση, όποιος προσκυνητής κατάφερνε  να διασχίσει αυτή την απόσταση με κλειστά μάτια, σύντομα θα έβρισκε το ταίρι του. Καιρός ήταν να βρει και αυτός τον αληθινό έρωτα της ζωής του, μετά από  πολλές σύντομες και ευκαιριακές γνωριμίες που είχε έως τώρα, σκέφτηκε χαμογελώντας.

Η δυνατή μυρωδιά από το λιβάνι και η ευωδιά των λουλουδιών  τον ζάλισε και βγήκε στην τεράστια ξύλινη  βεράντα, που τη στήριζαν δεκάδες ξύλινοι πάσσαλοι τοποθετημένοι στα ριζά του γκρεμού. Η θέα ήταν καταπληκτική, ολόκληρη η πόλη φάνταζε μπροστά του σαν ζωγραφικός πίνακας. Πιο κάτω από την κεντρική σάλα,  ένας καταρράκτης αποτελούμενος από τρία ρυάκια έπεφτε σε μια  μικρή λίμνη. Το κάθε ρυάκι σχετιζόταν με μία αρετή:  τη σοφία, τη μακροζωία και την υγεία. Οι πιστοί, για να εκπληρωθούν οι επιθυμίες τους, έπρεπε να πιουν  νερό μόνο από  δύο ρυάκια. Αν κάποιος ήταν πλεονέκτης και έπινε  και από το τρίτο, θα συναντούσε κακοτυχία στη ζωή του.

Η  ώρα κύλησε γοργά,  όπως κυλούσε ο καταρράκτης. Είχε ήδη νυχτώσει.  Βγαίνοντας από το ναό, ένας χείμαρρος από φώτα και ένα αεράκι μυρωμένο, τον αναζωογόνησε. Χιλιάδες  πολύχρωμα φανάρια, σύμβολα  προστασίας από τις  φυσικές συμφορές και γλάστρες με λουλούδια  ήταν τοποθετημένα καταγής,  μπροστά από τα ξύλινα παραδοσιακά μαγαζιά που πούλαγαν  κεραμικά, χειροποίητα κιμονό, μάσκες του θεάτρου Νο, σανδάλια και διάφορες  τοπικές λιχουδιέs.

Ήταν η πρώτη μέρα του ετήσιου Φεστιβάλ  Ηanatoro. Ο Άγγελος προσηλωμένος στα δρώμενα με τις τελετουργικές κινήσεις των γκεϊσών, συνοδευόμενων από τους ήχους του τρίχορδου Shamisen, έχασε την αίσθηση του χρόνου.

Το πρωί της επόμενης μέρας   ξύπνησε νωρίς, δεν ήθελε να χάσει ούτε δευτερόλεπτο κατά την παραμονή του στο Κιότο. Κατέβηκε στην υποδοχή του ξενοδοχείου και αφού άφησε το κλειδί του δωματίου του στον γκισέ, έβγαλε από την τσέπη του το μικρό χαρτάκι, που είχε πάρει από το ναό του έρωτα, και το έδειξε στον νεαρό υπάλληλο.

«Σε παρακαλώ μπορείς να με βοηθήσεις να καταλάβω τι γράφει;» Τον ρώτησε στα αγγλικά.

Εκείνος του χαμογέλασε, έριξε μια ματιά στο χαρτάκι και είπε «Είναι ένα μικρό ποίημα, εμείς το λέμε Τάνκα» και με θεατρικό ύφος, άρχισε να απαγγέλει:

Μεγάλο κύμα

δαχτυλίδι της φωτιάς

εύθραυστη ψυχή

Δροσίζω τα χείλη μου

στη λάβα των χειλιών σου

«Σαν χρησμός από αρχαίο Μαντείο μοιάζει», είπε ο Άγγελος απορημένος. Συνειρμικά θυμήθηκε  τα στιχάκια που υπήρχαν παλιά στην πίσω πλευρά από τα ημερολόγια του τοίχου και που η μάνα του ξεκολλούσε κάθε μέρα και διάβαζε. Ο νεαρός τον κοίταξε με έναν τρόπο περίεργο, συμπονετικό θα έλεγε. «Ας είναι… Ό,τι και να σημαίνει θα το κρατήσω για ενθύμιο» συνέχισε ο Άγγελος. Το φύλαξε στο πορτοφόλι του και  αφού τον ευχαρίστησε, προχώρησε προς την έξοδο. Είδε με έκπληξη ότι  οι δρόμοι, οι  σκούρες οροφές των  ξύλινων σπιτιών και οι μπουμπουκιασμένες κερασιές,  είχαν καλυφθεί από ένα λεπτό πέπλο χιονιού.

Αποφάσισε να επισκεφτεί τον πιο κοντινό ναό. Ο καιρός δεν άφηνε πολλά περιθώρια για μακρύτερες αποδράσεις. Σε κάθε του βήμα ακουγόταν και ένα «κρικ – κρακ». Όπως ανέβαινε ο ήλιος όμως, το λεπτό στρώμα χιονιού εξαφανιζόταν και τελικά η μέρα εξελίχθηκε ηλιόλουστη και ευχάριστη. Η φωτογραφική του μηχανή είχε πάρει φωτιά, δε χόρταινε να απαθανατίζει τα πάντα. Ήθελε, όταν θα γύριζε στην Ελλάδα, να μεταφέρει στον καμβά  όλες αυτές τις εικόνες και να οργανώσει μια ακόμα ατομική έκθεση με θέμα τη Χώρα των Χρυσανθέμων.

Διακαής πόθος του ήταν, πριν φύγει από το Κιότο, να περάσει λίγες ώρες  σε μια σάλα τσαγιού συντροφιά με μια πραγματική γκέισα. Το απόγευμα, μετά το γεύμα, θα πήγαινε στη γειτονιά  των λουλουδιών την Gion. Ήξερε ότι δεν ήταν εύκολο πράγμα να εκπληρώσει την επιθυμία του και ότι θα του στοίχιζε ακριβά, όμως όπως λένε στη  Ελλάδα «μπρος στα κάλλη, τι είναι ο πόνος».

Το εστιατόριο του ξενοδοχείου ήταν γεμάτο από πελάτες. Οι σερβιτόροι είχαν μαζέψει τα σερβίτσια από το κυρίως πιάτο  και σερβίριζαν γλυκό ή καφέ. Ο Άγγελος διάλεξε  ένα γλυκό που φτιάχνουν με κόκκινα φασόλια. Η πρώτη κουταλιά ήταν ευχάριστη, η γεύση του γλυκού έμοιαζε με κάστανο, όμως δεν πρόλαβε να συνεχίσει… Μια εκκωφαντική βοή ακούστηκε  και όλα άρχισαν να τρέμουν. Το προσωπικό, συνηθισμένο στους σεισμούς,  προσπάθησε να καθησυχάσει τους πελάτες, όμως σε λίγο όλο το ξενοδοχείο άρχισε να ταλαντεύεται επικίνδυνα, σαν να βρισκόταν πάνω σε μια τραμπάλα. Από τους τοίχους και τα ράφια άρχισαν να πέφτουν αντικείμενα. Αυτή η δόνηση δεν είχε προηγούμενο σε ένταση και διάρκεια. Με τρόμο στα μάτια βγήκαν όλοι στο δρόμο.

Ο Εγκέλαδος εξακολουθούσε να βρυχάται για πέντε με έξι λεπτά. Το έδαφος σχημάτιζε κυματισμούς, σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ο ουρανός ήταν κατακόκκινος  από το ηλεκτρικό φορτίο και αστραπές διαγράφονταν στον ορίζοντα. Ο κόσμος αλαφιασμένος άρχισε να τρέχει εδώ και ‘κει και να φωνάζει. Όταν επιτέλους η γη σταμάτησε να τρέμει, ο ρεσεψιονίστ  κοίταξε στο κινητό του τις τελευταίες αναρτήσεις. Υπήρχε μια προειδοποίηση για ενδεχόμενο τσουνάμι. Και πράγματι, μετά από δέκα λεπτά ο τηλεοπτικός σταθμός του Τόκιο μετέδιδε ένα βίντεο που ήταν παρμένο από ένα στρατιωτικό ελικόπτερο. Τεράστια κύματα σάρωναν  τις βορειοανατολικές ακτές της Ιαπωνίας  και στο πέρασμα τους παράσερναν, ανθρώπους, ζώα, κτίρια, αυτοκίνητα ακόμα και αραγμένα πλοία…

Δεκάδες μετασεισμοί μεγάλης σχετικά έντασης επακολούθησαν. Όλοι ήταν στους δρόμους, κανείς δεν τολμούσε να ξαναμπεί σε κλειστό χώρο. Ο τρόμος διαγραφόταν στα πρόσωπά τους, ενώ σκόρπιες πληροφορίες μίλαγαν για πυρκαγιές, σπασμένα φράγματα, εκτροχιασμένα τρένα και, το χειρότερο, πως υπήρχε κίνδυνος διαρροής ραδιενέργειας   από πυρηνικούς αντιδραστήρες.

Ο Άγγελος, κάτω από αυτές τις συνθήκες, άρχισε να ανησυχεί, δεν ήξερε τι του επιφύλασσαν οι επόμενες μέρες… Με την ελπίδα ότι σύντομα όλα θα επέστρεφαν στον κανονικό τους ρυθμό, άρχισε να περπατά άσκοπα στους δρόμους του Κιότο. Οι ντόπιοι βίωναν όλη αυτή την κατάσταση με καρτερικότητα και ψυχραιμία. Έμοιαζαν σαν θεατρίνοι που έκρυβαν το φόβο, την αγωνία και τη θλίψη πίσω από ψυχρές και ανέκφραστες μάσκες.

Ο Άγγελος δεν πίστευε στα μάτια του. Κάτω από μια κερασιά στις όχθες του ποταμού, μια νεαρή κοπέλα τυλιγμένη στο μεταξένιο κιμονό της, καθόταν  σε ένα πέτρινο παγκάκι. Βυθισμένη στις σκέψεις της, έμοιαζε με νεράιδα των παραμυθιών.

Την πλησίασε. Εκείνη ταραγμένη γύρισε και τον κοίταξε. «Τι περίεργη συμπεριφορά», σκέφτηκε, «κανένας ντόπιος δεν θα τολμούσε να την ενοχλήσει». Σαστισμένος ο Άγγελος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Τα μάτια της έμοιαζαν σαν λίμνες σε καταιγίδα, το πρόσωπό της  σαν ένα χιονισμένο τοπίο λερωμένο από το αίμα πληγωμένου αγριμιού. Έβγαλε από το σακίδιο του ένα πακετάκι με χαρτομάντηλα και της το πρόσφερε διστακτικά. Αυτή το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Αυτός πήρε κουράγιο και της είπε στα αγγλικά «Θα ’ρθουν και καλύτερες μέρες».

Το βλέμμα της ξαφνικά ζεστάθηκε. Κοίταξε με θαυμασμό εκείνον τον ευγενικό και  ελκυστικό άντρα με το αθλητικό παράστημα, τα πυκνά κατσαρά μαλλιά με τους ελαφρά γκριζομένους κροτάφους. Ποιος ήταν; Aπό πού ερχόταν; Αυτά τα ερωτηματικά την έκαναν  να ξεχάσει για λίγο όλες τις κακές σκέψεις που της πλάκωναν την ψυχή.

Ο Άγγελος, σαν να διάβασε τις σκέψεις της «Με λένε Άγγελο και είμαι Έλληνας» της είπε.

«Τι σημαίνει το όνομά σου;»  Τον ρώτησε.

«Angel» της απάντησε και  συνέχισε «Εσένα πώς σε λένε;»

«Τo όνομα μου είναι Cho και σημαίνει Butterfly».

«Ποιο άλλο όνομα θα μπορούσε να έχει αυτό το τόσο τρυφερό και εύθραυστο πλάσμα», συλλογίστηκε ο Άγγελος.

«Και πώς γράφεται στα γιαπωνέζικα;» Την ρώτησε.

Η Cho έκοψε ένα  ξερό κλωνάρι από την κερασιά, γονάτισε και  σκάλισε στο χώμα το όνομά της με ιδεογράμματα:    チョー. Eκείνος έσκυψε και τη βοήθησε να σηκωθεί. Στο άγγιγμά του μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της.

«Αυτή την ώρα θα έπρεπε να είμαι στo Teahouse και να σερβίρω τσάι στους πελάτες μου, ο σεισμός όμως τα ανέτρεψε όλα. Ίσως ανέτρεψε και ολόκληρη τη ζωή μου», του είπε με μια δόση μυστηρίου.

Η Cho ανησυχούσε για την τύχη των γονιών της που ζούσαν σε ένα ψαροχώρι, βορειοανατολικά του Κιότο και για το μέλλον της αν τους έχανε. Ακόμα, δεν είχε γίνει κανονική Γκέισα, ήταν μια Maiko, μια μαθητευόμενη δηλαδή. Τα έξοδα για την εκπαίδευσή της ήταν πολλά και μόνη της δεν θα τα ‘βγαζε πέρα. Η περιέργεια του Άγγελου  να μάθει για τη ζωή μιας μελλοντικής γκέισας και η ανάγκη της Cho να ξεχαστεί τους κράτησε μαζί για πολλή ώρα. Μα έπρεπε να χωρίσουν, εκείνη ήταν αναγκασμένη να γυρίσει στο εκπαιδευτήριο και εκείνος να αναχωρήσει για το Τόκιο, μόλις οι συνθήκες το επέτρεπαν.

Χώρισαν με την  υπόσχεση να ξανανταμώσουν. Η συνάντησή τους δεν ήταν τυχαία. Από την πρώτη στιγμή ένιωσαν και οι δυο τους κάτι  το ανεξήγητο. Ήταν η φωνή του πεπρωμένου που τους μίλησε. Η καρμική στιγμή που ενώνει δυο ψυχές για πάντα.


 

Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music