«Στην τροχιά του χρόνου», ένα διήγημα του Γιώργου Σπηλιόπουλου για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Σήμερα είναι Κυριακή. Έξω βρέχει. Βρέχει δυνατά. Όλη μέρα, από το πρωί.

Σήμερα δεν είχα κάπου  να πάω κι  έμεινα  μέσα, προστατευμένος κι ασφαλής  στο δωμάτιο 333  της εστίας, στο δωμάτιό μου, το σίγουρο κελί  μου.

Η μόνη μου έξοδος ήταν που βγήκα νωρίτερα μέχρι το μπαλκόνι μου, αλλά ξαναμπήκα αμέσως  γιατί ένιωσα να πνίγομαι  από την υγρασία και τη βαριά  ατμόσφαιρα. Χωρίς να ξέρω πώς ακριβώς είναι,  νομίζω πως κάπως έτσι πικρή κι ασήκωτη θα είναι κι η  αναπνοή κάποιου ετοιμοθάνατου.

Ξενιτεμένος αισθάνομαι στην ίδια μου την πατρίδα. Στο κασετόφωνο ο Σαββόπουλος  μού τραγουδάει τη Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη. Πίνω  τσάι του βουνού,  καθισμένος τώρα αναπαυτικά στην καρέκλα του γραφείου, όπου δίπλα είναι αραδιασμένες διάφορες πανεπιστημιακές σημειώσεις και κοιτάζω έξω απ’ το σαν οχυρό δωμάτιό μου, μέσω ενός στενού και ορθογώνιου παραθυριού.

«Σα να ‘σαι σε βίγλα είσαι Γιώργη εδώ»  λέει  ένας  συμφοιτητής,  που έρχεται συχνά να μου κρατήσει παρέα στο δωμάτιο. Του  αρέσει πολύ αυτή εδώ η εικόνα. Στον ορίζοντα,   πίσω από το τζάμι, διακρίνεται  αμυδρά  το βουνό που σηματοδοτεί το Νότο,  εκεί κάπου βρίσκεται κι η  πόλη που γεννήθηκα. Χαζεύω  συχνά  και το βουνό και το δρόμο, μόνο που σήμερα  είναι σκεπασμένα  για τα καλά από μια γκρίζα καταχνιά.  Το απλωμένο  σύννεφο τίποτα δεν  αφήνει να ξεμυτίσει, από πουθενά… Ο δρόμος που οδηγεί προς το βουνό  φαίνεται  γυμνός  και σα να γυαλίζει , θα γλιστράει πολύ θαρρώ , είναι  βρεγμένος πάρα πολύ σε κάμποσα  σημεία και οι κίτρινοι προβολείς από τις κολώνες, αναμμένοι ολημερίς  λόγω της καταχνιάς, αχνοφωτίζουν τα χιλιόμετρα που φτάνουν  όσο βλέπει το μάτι  και  δείχνοντάς τον  παραμυθένιο.

Πυκνές δεντροστοιχίες από ψηλές λεύκες και ακακίες στις δυο όχθες της εθνικής οδού φαντάζουν σκουροπράσινες  τούτη την εποχή  κι ενώ  η αριστερή από αυτές είναι στεφανωμένη από μία ευθεία γραμμή σπιτιών με καφετιές  σκεπές,  η δεξιά όχθη ορίζει σύνορα κατάφυτων  χωραφιών. Εκεί πέρα, απέναντί μου, σε μιας πολυκατοικίας  κάποια  γωνιά,  διακρίνω κάποια  γυναικεία μορφή,  που  έχει ξεπροβάλει   στο παράθυρο και κοιτάζει κι εκείνη  γαλήνια τη βροχή, με την ίδια γαλήνη που πέφτει από τον ουρανό στη γη.  Φαντάζομαι το βλέμμα της  ν’  ατενίζει νοσταλγικά κι επίμονα τις υδάτινες κουρτίνες  κι ας μη με βλέπει, εμένα μου φτάνει που είναι εκεί και που, ίσως, με φαντάζεται. Είναι, όμως,  πολύ πιθανό να είναι τόσο πολύ απορροφημένη  από αυτό που συμβαίνει, από τη βροχή που πέφτει στο τοπίο της ομίχλης κι από τις σκέψεις της,  που δεν είναι σε θέση να νιώσει την ύπαρξή μου απέναντί της, όπως δεν είναι δυνατό να νιώσει την ύπαρξη κανενός άλλου γιατί ονειρεύεται,  μοιάζει να ταξιδεύει σ’ άλλη διάσταση. Εγώ τη βλέπω να υπάρχει εκεί, μια γυναικεία σιλουέτα μπροστά στον ορίζοντά μου, επειδή  έτυχε κάποια στιγμή το βλέμμα μου να πέσει πάνω της. Επειδή προσηλώθηκε η ματιά μου  σε κείνη  κι επειδή η σκέψη μου ταξίδεψε ξανά σε ορίζοντες υποθέσεων κι επειδή   δεν υπήρχε τίποτα εδώ μέσα, σε τούτο το χώρο ή σε τούτο το άτομο, σε μένα, που να μπορούσε να προσελκύσει την προσοχή μου.  Η φαντασία  μου αρέσκεται συχνά πυκνά  να πλανιέται στις δικές της  διαδρομές.

Ακούγονται βροντές. Παρ’ όλα αυτά, κάπου μακριά, πέρα από τα ψηλά βουνά που περικλείουν την ακίνητη  κοιλάδα,  δείχνει να ξαστερώνει. Κάποιες αχτίδες ήλιου του απομεσήμερου  σκάνε μύτη δειλά-δειλά και πλησιάζουν όλο και πιο κοντά στο μπαλκόνι  της φοιτητικής εστίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ελπίζω να μη μπει καμία τους στο δωμάτιό μου. Θέλω να βραδιάσει. Θέλω να βραδιάζει. Μ’ αρέσει όταν βραδιάζει. Μ’  αρέσει που εξασθενούν οι φιγούρες, που εξελίσσονται σε ίσκιους και πιο πολύ η δικιά μου, έτσι θα έπρεπε να είναι πάντα, σκέφτομαι. Ένας ίσκιος εκπέμπει φως κοσμικό, μυστήριο, συμπαντικό, πρωτόγονο, μαγικό. Η εικόνα μιας φιγούρας  που σκοτεινιάζει καθώς ο ήλιος κρύβεται και της αφαιρεί το φως, μοιάζει να  σου φωνάζει μέσα από την αληθινή της υπόσταση, όπου έχει συνταυτιστεί με χίλια δυο άλλα πράγματα, όπου βρίσκεται σε μυστήρια με τον κόσμο αρμονία. Πιάνω μολύβι και χαρτί, ζωγραφίζω σημάδια, κάνω σχέδια  πάνω του. Ύστερα τα σημάδια γίνονται λέξεις, κάτι στιχάκια. Στο τέλος διπλώνω το χαρτί, το βάζω σ’ ένα φάκελο κι αποφασίζω να πεταχτώ ως εκεί, να της δώσω το σύντομο γράμμα. Δειλιάζω, αφήνω τις δεύτερες σκέψεις να με ακινητοποιήσουν. Η απόσταση, η βροχή, το άγνωστο,  με αποθαρρύνουν, αναβάλλω την έξοδο και τη μετακίνηση προς την άγνωστη γυναίκα, τοποθετώ   σε κάποιο συρτάρι τα στιχάκια που σκάρωσα. Θα ξεχαστούν εκεί μάλλον, ποιος ξέρει, δεν πειράζει.

***

Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιώς, στάση Ομόνοια, κατεύθυνση προς Κηφισιά, χθες, Παρασκευή,   ώρα 12.30 μ.μ..

Βαγόνι του καταϊδρωμένου  συρμού καταφθάνει κατάμεστο, εν τούτοις  μπαίνει  σε αυτό κόσμος πολύς  κι άλλος κόσμος, στοιβάζονται περισσότεροι άνθρωποι, μεταξύ τους κι εγώ, σε σημείο που οι αυτόματες πόρτες δεν μπορούν να κλείσουν. Μια ξαναμμένη από την προσπάθεια αλλά υπομονετική κυρία προσπαθεί να βάλει τάξη στους στριμωγμένους, είναι αρμόδια υπάλληλος, όπως πρόσεξα μετά από το ταμπελάκι  που είχε καρφιτσωμένο στη μπλούζα της μπροστά και λίγο πάνω από το ανοιχτό πουκάμισό της. Τα ροδοκόκκινα μάγουλά της φανερώνουν την έντονη διάθεσή της να εξυπηρετήσει τους πελάτες του μέσου  της μαζικής συγκοινωνίας. Τελικά… χωρέσαμε!  Ευτυχώς, γιατί δεν είχα άλλη υπομονή να περιμένω το επόμενο, ήταν εξαντλητικό το πρωινό μου με τόσα μαθήματα στο φροντιστήριο.

Οι πόρτες κλείνουν. Η αμαξοστοιχία ξεκινά. Μέσα στην ασυνήθιστη για Φλεβάρη μήνα κουφόβραση,  η οποία  γίνεται σχεδόν αποπνικτική από το στριμωξίδι και τις μυρωδιές της πλουμιστής αγωνιώδους ανθρωπίλας, αναρωτιέμαι ποια περίεργη  σύμπτωση με έκανε να ‘ξετρυπώσω’  σήμερα από τη ντουλάπα μου ετούτο το βαρύ μπουφάν των φοιτητικών μου χρόνων. Ίσως  αν δεν το φορούσα  μέσα σε  τούτη την κοσμοσυρροή, να χώραγα πιο άνετα μέσα στο βαγόνι.  Τις σκέψεις μου διακόπτει μια γυναικεία  φωνή. Ακούγεται να μιλάει δυνατά, να μονολογεί, σχεδόν ουρλιάζοντας:

«Όλους αυτούς που ήλθαν από τη… Βουλγαρία και παίρνουν τις δουλειές μας, ο γιος μου εμένα μου το είπε ‘μάνα εγώ θα πάρω όπλο και θα καθαρίσω δέκα από δαύτους, τους βρωμιάρηδες».

Κοιτάω προς τη μεριά της, ψάχνοντας να βρω ποιος μιλάει και σε ποιον το λέει αυτό, δεν μπορώ να τη διακρίνω από την πολυκοσμία, ούτε πού βρίσκεται, ούτε σε ποιον το λέει βρίσκω, παρά το τέντωμα του λαιμού μου και του κεφαλιού προς την πιθανή κατεύθυνση προέλευσης του ήχου της φωνής. Είμαστε σα σαρδέλες, που λένε, και κάθε τάνυσμα μυών προκαλεί πόνο,  είναι σαν να πέφτει με ταχύτητα στη βαθιά λακκούβα το τιγκαρισμένο λάστιχο του φορτωμένου γιώτα-χι με ανυπολόγιστες συνέπειες για την… ακεραιότητα του αμαξώματος.

«Και δίκιο θα έχει» κάποιος της απάντησε, κάπου εκεί κοντά βρισκόταν αυτός κι η φωνή του, αλλά αυτός δεν το είπε φωνάζοντας, ίσα-ίσα που ακούστηκε, διαπέρασε όμως ξεκάθαρα  το συνωστισμό,  σα μαχαιριά.

Κάποιοι κούνησαν το κεφάλι τους, άλλοι από συγκατάβαση, άλλοι από ανημπόρια να εναντιωθούν, άλλοι ίσως κι από συνήθεια. Και αδιαφορία, προφανώς. Αυτό που μου έκανε εντύπωση  είναι που δεν απάντησε κανείς αρνητικά σε κείνη τη φωνή,  ούτε κι εγώ, δυστυχώς. Πρόσεξα, τέλος, έναν από ‘αυτούς’, που η γυναικεία φωνή τους είπε «Βούλγαρους».  Ήταν εμφανώς αλαφιασμένος, δεν το έκρυβε πως είναι κυνηγημένος. Αλλά δεν πρόσεξα μόνο αυτό. Είχε μια λύπη το πρόσωπό του, γιατί έμοιαζε σα να καταλάβαινε τι έλεγαν οι δύο Έλληνες επιβάτες του βαγονιού,  σαφώς και  άκουγε σε τι συναινούσαν οι πολλοί, με τη σιωπή τους. Το αντιλαμβανόταν πως είναι ανεπιθύμητος, και γι’ αυτό στεναχωριόταν που όσο κι αν από κάπου προσπαθούσε να πιαστεί, τίποτα δεν έβρισκε. Είναι μόνος μέσα σε τόσο κόσμο, από πουθενά δε ‘γαντζώνεται’, κρίμα, ούτε κι από μένα… κι ας προσπαθώ επίμονα να πλησιάσω τη ματιά του, αλήθεια,  η ματιά του είναι τόσο πονεμένη που κοιτάει αλλά δε βλέπει κάπου. Δε με βλέπει, δεν κοιτάει καν προς τα εδώ, του φτάνει αυτό που έχει νιώσει από αυτές τις φωνές. Κι ας θέλω να του πω, έστω με τα μάτια, πως δεν αισθανόμαστε όλοι εχθροί του. Θα έχει συνηθίσει ίσως ακόμα κι αυτές τις ‘δικές μου ματιές’, ποιος ξέρει… Τόση μοναξιά στο βλέμμα του. Τόση απόγνωση. Πόση; μετριέται; Μπορεί  να μη με δει ποτέ.

Βγάζω με μια κίνηση το βαρύ φοιτητικό μπουφάν που φόρεσα το πρωί.

«Σε σένα θα είναι πιο χρήσιμο,  σήμερα κάνει και ζέστη» του λέω, δίνοντάς το στον συνεπιβάτη. «Εύχομαι να μην κρυώνεις το  βράδυ που θα βάλει κρύο». Με κοιτάζει  με ευγνωμοσύνη, καταλαβαίνει ίσως τι του λέω αλλά και  αντιλαμβάνεται από τη χειρονομία μου την προσφορά μου  και μου απαντάει  τρέμοντας  «ευχαριστώ πολύ» με κείνη την ιδιαίτερη ξενική προφορά των ανθρώπων που ακούνε τα ελληνικά αλλά που στην προσπάθειά τους να μιλήσουν τη γλώσσα μας τονίζουν τα σύμφωνα. «Ευκκαρισσστώ πολλύυυ»…

Στην Πλατεία Βικτωρίας, μερικά λεπτά αργότερα, το βαγόνι αραίωσε  από τους πιο πολλούς επιβάτες του, τους μετανάστες και τους  μη μετανάστες…  Ο «Βούλγαρος» κατέβηκε κι αυτός.

«Κκκκύριε» μου λέει δειλά, και μου δίνει κάτι που κάνοντάς μου νόημα κατάλαβα πως το βρήκε σε μια τσέπη του μπουφάν που πριν από λίγο του είχα δωρίσει . Φεύγει βιαστικά πριν αναχωρήσει ο συρμός και χάνεται στο πλήθος αλλά  όσο το τρένο μου ταξιδεύει τον παρατηρώ που έχει προλάβει και το έχει φορέσει  κιόλας το καφετί φοιτητικό μου μπουφάν…

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ τα τρένα  στις μετακινήσεις μου κι ας μην είναι και τόσο άνετα μερικές φορές  κι ας μην είναι ταχύτατα σαν εκείνα τα shinkansen που κυκλοφορούν στην Ιαπωνία της αξιοθαύμαστα  προηγμένης τεχνολογίας, εκείνα που συναντάς  να  καταπίνουν δεκάδες  χιλιόμετρα μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ταξιδεύοντας για Σεούλ, Νότια Κορέα,  πρόπερσι, πέρασα μερικές μέρες στο Τόκιο, την πρωτεύουσα της Ιαπωνίας  κι έζησα  από κοντά την εμπειρία ενός σχεδόν υπερηχητικού ταξιδιού με αυτό το γιαπωνέζικο τρένο αστραπή!

Δε θα ξεχάσω ποτέ όχι μόνο τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες που ανέπτυσσε αλλά και το πόσο ξαφνιάστηκα όταν πέρασε σα σφαίρα από την απέναντι γραμμή το συρμό  που ακολουθούσε την αντίστροφη πορεία. Οι συνεπιβάτες, στην πλειοψηφία τους Ιάπωνες, συνηθισμένοι στο συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς και καθισμένοι αναπαυτικά στις άνετες  θέσεις του ευρύχωρου και εξοπλισμένου με οπτικοακουστικά συστήματα βαγονιού,  δεν κατάλαβαν καθόλου την ανησυχία αρχικά και τον τρόμο μετέπειτα από την απίστευτη εικόνα, αντιθέτως ήρεμοι και σχεδόν απαθείς συνέχιζαν την καθημερινότητά  τους. Πόσο διαφορετικά  θα συμπεριφέρονταν οι Γιαπωνέζοι στο μετανάστη της γραμμής Πειραιάς-Κηφισιά, κάνοντας μία παράλογη σύγκριση!  Διαφορετική κουλτούρα, ευγενικοί και φιλόξενοι, γαλουχημένοι και μυημένοι σε ένα πολιτισμό αλληλοσεβασμού και αποδοχής του άλλου. Τα ταξίδια με έχουν κάνει κι εμένα  καλύτερο άνθρωπο, νομίζω.

Ώρα Ελλάδος 12.45 μ.μ.. Το αργόσυρτο τρένο συνεχίζει πάνω στις ράγες του προς την Κηφισιά. Το ίδιο κι εγώ.  Έχω μερικές στάσεις μέχρι να κατέβω.  Μέχρι τότε ας καθίσω, βρήκα μια θέση ελεύθερη,  πλάι στο παράθυρο. Κρατώ στα χέρια μου το εύρημα της τσέπης του μπουφάν και το περιεργάζομαι.   Ένας μισάνοιχτος φάκελος, λοιπόν, ήταν αυτό που βρήκε κει  και μου έδωσε ο ξένος. Τον  ανοίγω,  έχει μέσα ένα  διπλωμένο χαρτί. Τα γράμματα είναι δικά μου, τα γνωρίζω. Διαβάζω  το σύντομο σημείωμα, ένα τάνκα, το γραμμένο με κείνο τον ιδιαίτερο γραφικό, σαν καλλιτεχνικό,  χαρακτήρα της αμέριμνης ζωής μου, κάποτε,  στα Γιάννενα:

Αποκάλυψη,

τα μάτια της άνοιξης

καλοκαιριάζουν!

Λάμπει το πρόσωπό σου

πολύχρωμος ο κόσμος.

Πριν κάτι χρόνια, θυμήθηκα πότε ήτανε. Μια άγνωστη γυναίκα, την παρατηρούσα   από το παράθυρο του δωματίου μου μια  βροχερή  Κυριακή του Μαΐου, στα Γιάννενα που σπούδαζα.  Μου είχε δώσει  την έμπνευση να εκφράσω εκείνη τη μελαγχολία, στα Γιάννενα που έβρεχε, μια γυναικεία σιλουέτα πλάι στην  ξενιτιά μου, τη μοναξιά μου και την  απόστασή μας. Αλλά και τη νοερή  ελπίδα  κάποιας μελλοντικής συνάντησης, που ποτέ δεν έγινε. Μείναμε ξένοι τελικά, στην ίδια πόλη. Κι είχε ξεχαστεί μέσα στην τσέπη του μπουφάν τούτο το «γράμμα», τόσον καιρό. Το ξαναβρίσκω  σήμερα, τυχαία, χάρη  στο λυπημένο μετανάστη του ηλεκτρικού ήρθε  ένα μήνυμα  από τα παλιά, μια χειρονομία ανθρωπιάς μου επέστρεψε γλυκά ένα στιγμιότυπο νοσταλγίας για το αγαπημένο παρελθόν!

Τα λόγια του Ηράκλειτου, του Έλληνα φιλόσοφου, αναδύθηκαν από τα κιτάπια του νου μου:  «Αἰών παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων,  παιδός ἡ βασιληίη» (Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, παίζει τους πεσσούς, η βασιλεία ανήκει στο παιδί).


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music