«Στην Ανατολή του Ήλιου», ένα διήγημα της Γεωργίας Κοκκινάκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια! Τρία χρόνια, δύο μήνες και δώδεκα μέρες από τη στιγμή που αποφάσισε να τα αφήσει όλα πίσω της και να μπει στο αεροπλάνο. Ήθελε να ξεχάσει! Να ξεχάσει και να ρισκάρει. Άλλωστε αν δε ρισκάρει πώς θα ανακαλύψει μέχρι πού μπορεί να φτάσει;

Το ταξίδι ήταν μακρινό. Δέκα επτά περίπου ώρες…  Ώρες που φάνηκαν αιώνας. Καθισμένη κοντά στο παράθυρο του αεροπλάνου είχε χρόνο να κάνει έναν απολογισμό. Είναι αλήθεια πως οι καλύτεροι απολογισμοί γίνονται μέσα σε αεροπλάνα, τρένα… Φεύγεις. Φεύγεις και με μαγικό τρόπο καταλαβαίνεις τι σου λείπει, ποιος σε ψάχνει, σε ποιον και σε τι θέλεις να επιστρέψεις. Ήταν σίγουρη πως σε εκείνη θα έλειπαν οι γονείς της και οι φίλοι της. Εκείνος έσβηνε ώρα με την ώρα πίσω από τα σύννεφα. Όσο έσβηνε τόσο η καρδιά της γινόταν και πιο ανάλαφρη.

Αποδέχτηκε την πρόταση της ξαδέρφης της να δουλέψει στην ανερχόμενη επιχείρηση που έστησε με τους συνεργάτες της στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Το σοκ των γονέων της… μεγάλο! Δεν της είπαν όμως τίποτα. Την είδαν αποφασισμένη! Ο πατέρας της ένιωσε και μια μικρή… ανακούφιση. Επιτέλους είχε βγει από το τέλμα και είχε πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Το καλύτερο αύριο χτίζεται από ανθρώπους με δύσκολο… χτες. Το δικό της «χτες» ήταν κάτι παρά πάνω από δύσκολο… Οι μώλωπες από το σώμα της είχαν ήδη χαθεί. Οι πληγές της ψυχής δεν θα χάνονταν ίσως ποτέ.

Ήθελε μια ήσυχη καθημερινότητα. Μια ρουτίνα… Σε αυτή τη χώρα όμως όλα κυλούσαν γρήγορα. Νοίκιασε ένα όμορφο σπίτι δίπλα σε αυτό της ξαδέρφης της στην Οσάκα. Τα κεντρικά  γραφεία της επιχείρησης ήταν στο Τόκυο. Πεντακόσια δέκα πέντε χιλιόμετρα περίπου μακριά. Σχετικό το «μακριά» σε αυτή τη χώρα. Τρεις ώρες για αυτή την απόσταση. Τρεις  ώρες με το Σινκανσέν, ένα ταχύτατο τρένο με ακρίβεια στην ώρα άφιξης και αποχώρησης, άνεση, φιλοξενία, ασφάλεια, αξιοπιστία, κατασκευασμένο να είναι ανθεκτικό σε σεισμούς και τυφώνες. Τρεις ώρες να ξεκουραστείς, να αποκοιμηθείς ή να προγραμματίσεις τα επαγγελματικά ραντεβού στο Τόκιο.

Η δουλειά της ήταν αυτό που ήθελε πάντα να κάνει! Ακόμα και αυτό το πήγαινε έλα την χαροποιούσε! Ξεκινούσε με το πρώτο τρένο και φτάνοντας στο Τόκυο έπαιρνε από το σταθμό το μετρό. Κατέβαινε συχνά στο πάρκο Ουένο, περπατούσε στα μονοπάτια του, καθόταν στα παγκάκια της λίμνης και όταν είχε πολύ χρόνο επισκεπτόταν το ζωολογικό κήπο και τα μουσεία. Άλλοτε πάλι στεκόταν σιωπηλή έξω από το ναό Σένσο-Τζι, τον παλαιότερο ναό στο Τόκιο. Της έκανε φοβερή εντύπωση όταν έμαθε πως ο ναός κατασκευάστηκε για να τιμήσουν τη θεά Κάνον… τη θεά του ελέους. Έλεος… Έλεος είχε ζητήσει, έλεος… μα δεν το βρήκε ποτέ. Το θεοποίησε, μα ξέφυγε μόνο όταν το απομυθοποίησε. Ζήτησε λύτρωση και τη βρήκε όταν γνώρισε τη δύναμη που έκρυβε βαθιά μέσα της. Όταν βρήκε τη δύναμη στάθηκε στα πόδια της. Είναι στιγμές που ενώ έχεις φτάσει στα όριά σου ψάχνεις αφορμές να αντέξεις λίγο ακόμα, περιμένεις να φτάσει η κατάλληλη στιγμή που όλα θα αλλάξουν… Αυταπάτη… Περιμένεις να αντέξεις… γιατί; Πόσο πόνο να αντέξεις; Περιμένοντας  την κατάλληλη στιγμή αφήνεις να σε προσπερνά η ζωή… Αν ποτέ δεν έρθει; Αν όσα περιμένεις να έρθουν ίσως τελικά περιμένουν εκείνα να πας; Εκείνη πήγε! Έκανε το βήμα μπροστά! Να που η ζωή της χάρισε επιτέλους τις στιγμές που της χρωστούσε, Της χάρισε στιγμές γαλήνης, χαράς, ικανοποίησης. Βρήκε επιτέλους τον εαυτό της σε αυτή την χώρα. Είχε ανάγκη από χρόνο για όνειρα, χρόνο για γαλήνη, χρόνο για να υπάρχει… Μέχρι πριν υπήρχε μόνο η σιγή, ο πόνος… Είχε ριζώσει μέσα της και να που άπλωσε τα φτερά της, τα τίναξε δυνατά και κατάφερε να πετάξει ψηλά τραβώντας και ξεκολλώντας με δύναμη τα πόδια της από το βούρκο που δημιούργησαν τα δάκρυά της. ‘Άφησε τη μοναξιά και επέλεξε την απομόνωση. Έτσι επέτρεψε τον εαυτό της να διαλέγει την… απραξία, πολλές φορές, φτάνοντας στη γαλήνη. Στη γαλήνη του να κάθεται με τις ώρες στο πάρκο Ουένο, στο αγαπημένο της παγκάκι δίπλα στη λιμνούλα.

Τον πρώτο καιρό, προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό της, μελετούσε τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω της, τόσο στη δουλειά όσο και στο «τρένο σφαίρα», στο πάρκο, στο δρόμο…

Κατάλαβε σύντομα πως δεν έπρεπε να εκφράζεται αυθόρμητα στους Ιάπωνες συνεργάτες της. Η ξαδέρφη της από την πρώτη μέρα της είχε πει αυτό που εκείνη είχε διαβάσει σε ένα περιοδικό…

-Στην Ιαπωνία υπάρχουν δύο τρόποι συμπεριφοράς. Ο ένας είναι το «Χόνε», όταν εκφράζεις τα πραγματικά σου συναισθήματα και τις επιθυμίες.  Υπάρχει και το «Ταταμάε»… Εκφράζουμε και λέμε τα τυπικά. Δεν είναι τυχαίο που η πλειοψηφία διαλέγει το δεύτερο…

Στη δουλειά οι συνεργάτες και οι υπάλληλοι ήταν κυρίως ευρωπαίοι. Έλληνες, Ιταλοί, Άγγλοι… Δεν είχε όμως ως τώρα κανένα πρόβλημα επικοινωνίας με όλους! Είχε μάθει  να κρατάει μια ουδέτερη στάση σε όλους. Δεν μπορούσε εύκολα να «ανοιχτεί» και προσπαθούσε με όλους να είναι ευγενική. Ήταν αποτελεσματική και βοηθούσε με τις ιδέες της τους συνεργάτες της. Το γραφείο το μοιραζόταν με τον Αλέξη, τον αρραβωνιαστικό  της ξαδέρφης της, έναν ευχάριστο τύπο, πρόσχαρο με ένα τεράστιο χαμόγελο για όλους! Ο Ερνέστο από την άλλη, ισπανικής καταγωγής, ήταν πάντα σοβαρός και μετρημένος. Ο Χούλιο, ισπανικής και αυτός καταγωγής, πάντα τον πείραζε και πάντα δημιουργούσε έτσι για λίγο μια ευχάριστη φασαρία στο γραφείο. Ο Ερνέστο αφού ξεσπούσε για λίγο, έβαζε έπειτα τα γέλια, τον κοιτούσε με λατρεία και συνέχιζε τη δουλειά του. Όλοι ήξεραν πως οι δυο τους ήταν ζευγάρι και πως αυτός ήταν ο λόγος που άφησαν την πατρίδα για να βρεθούν εδώ.  Έπειτα ήταν και ο Αντόνιο, ο Ιταλός. Ο Αντόνιο ήταν πάντα κομψός και γοητευτικός. Τον βοηθούσε το γυμνασμένο του σώμα, τα καλοχτενισμένα  μαύρα μαλλιά του, τα πράσινα μάτια του…

Στην παρουσία του κοντά της ένιωθε παράξενα. Μάλωνε έπειτα τον εαυτό της… Φοβόταν… Την κοιτούσε με τα πράσινα μάτια του και κείνη ταξίδευε μαζί τους σε απέραντα λιβάδια με παράξενα δέντρα και καρπούς που όταν τα γευόταν άφηναν μια παράξενα γλυκιά γεύση στο στόμα και μια ηδονή στο σώμα που την τίναζε ψηλά στα σύννεφα. Αυτό ήταν το όνειρο που έβλεπε συχνά το τελευταίο διάστημα και την έφερνε σε αμηχανία κάθε φορά που έπρεπε να συνεργαστούν μαζί.

Μια ακόμη μέρα δουλειάς στο Τόκιο έφτασε στο τέλος της. Πήρε το μετρό και κατέβηκε στο πάρκο και με μεγάλες δρασκελιές έφτασε στο παγκάκι της. Μια τεράστια ανακούφιση πήρε την κούραση από το σώμα και έκλεισε τα μάτια να αφουγκραστεί τους ήχους γύρω της. Τα πουλιά κελαηδούσαν και το νερό στον μικρό καταρράκτη στην άκρη της λιμνούλας την χαλάρωσαν και άπλωσε ακόμα περισσότερο το σώμα της πάνω στο παγκάκι. Τα χέρια της τεντώθηκαν ως τις δύο άκρες του όταν το δεξί ακούμπησε σε κάτι… και τρόμαξε. Πετάχτηκε, και κοίταξε έντρομη προς τα εκεί. Δεν ήταν αληθινό αυτό που έβλεπε… Κι όμως! Κοίταξε τριγύρω της. Δεν υπήρχε κανένας κοντά της αλλά ούτε και σε απόσταση. Από πού στο καλό ξεφύτρωσε αυτή η ανθοδέσμη πάνω στο παγκάκι; Κάθισε ξανά και την πήρε στα χέρια. Ήταν μια πανέμορφη πλούσια ανθοδέσμη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα και πράσινα κλαδιά στολισμένα με κάτασπρες πέρλες. Την πήρε στα χέρια της. Πάνω είχε κρεμασμένο ένα φάκελο. Με χρυσά γράμματα ήταν γραμμένο το όνομά της. Τράβηξε το φάκελο και άφησε την ανθοδέσμη στο παγκάκι. Τον άνοιξε και τράβηξε την κάρτα από μέσα. Διάβασε:

Σε βλέπω μόνη.

Κοιτάζεις τον ουρανό.

Η καρδιά σπάει…

Μόνο να χαμογελάς.

Εγώ τότε πετάω!

Κράτησε την κάρτα σφιχτά πάνω της. Αναγνώρισε το ιαπωνικό πεντάστιχο ποίημα… Ένα τάνκα… γραμμένο όμως στα ελληνικά! Κάποιος μπήκε στον κόπο να της το γράψει γραμμένο στη γλώσσα της. Ποιος όμως; Και αν ήταν κάποιος  Έλληνας; Κάποιος από την εταιρία; Ξανακοίταξε την κάρτα. Είχε δύο μικρές χρυσές καρδιές κάτω δεξιά περασμένη τη μία μέσα στην άλλη… Σίγουρα δεν την έγραψε η ξαδέρφη της… Στην σκέψη πως ήταν κάποιος κρυφός θαυμαστής χαμογέλασε αυτάρεσκα. Πώς την πλησίασε αθόρυβα; Πώς κατάφερε να αφήσει έτσι μια μεγάλη ανθοδέσμη δίπλα της χωρίς να το πάρει εκείνη χαμπάρι; Πώς ήξερε πως θα την έβρισκε εκεί; Σίγουρα την παρακολούθησε!

Κοίταξε προσεχτικά γύρω της ψάχνοντας για κάποια περίεργη κίνηση. Τίποτα! Μόνο δυο κοπέλες πέρασαν τρέχοντας φορώντας αθλητικά και ακουστικά στα αυτιά τους.  Η μέρα κύλησε όμορφα! Ένιωθε χαρούμενη και συμπλήρωσε τη μέρα της με ψώνια, ένα καλό γεύμα και επιστροφή με το τρένο στο σπίτι της.

Την επόμενη μέρα κάποιος παρατήρησε μια ευχάριστη αλλαγή πάνω της. Ήταν ευδιάθετη, καλημέρισε με χαμόγελο τους πάντες στο πέρασμά της και έφερε ζεστά κρουασάν από το  γαλλικό ζαχαροπλαστείο της γωνίας. Την κοιτούσε και χαμογελούσε!

Εκείνη έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά της για να μην αποκαλυφτεί… η ευτυχία της. Συγκρατούσε με δυσκολία το χαμόγελο στα χείλι της και κάθε τόσο ξερόβηχε για να το «πνίξει». Κάθε τόσο, πάντα τάχα αδιάφορα, κοιτούσε γύρω της σαν να σκέφτεται κάτι προσπαθώντας να δει αν κάποιος την κοιτάει. Ίσως ο άντρας που της πρόσφερε με τόσο παράξενο τρόπο την ανθοδέσμη. Έψαχνε τον ποιητή της. Μάταια. Όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλεία για τη μεγάλη έκθεση προϊόντων στο Τόκυο. Δεν έχασε τη διάθεσή της. Ήξερε να κάνει υπομονή! Αυτή τη φορά όμως είχε αποφασίσει να αφήσει ανοιχτή την καρδιά της σε κάτι καινούριο. Ένιωθε να πατά γερά στη γη. Ένιωθε έτοιμη να βυθιστεί στα νερά του έρωτα χωρίς ενοχές, χωρίς φοβίες… Οι συνεδρίες είχαν σταματήσει από καιρό. Δεν υπήρχε λόγος, της είχε πει ο ψυχολόγος  της. Ήταν μια βροχερή μέρα που για ακόμη μία φορά βρέθηκε στο ναό και άφησε λουλούδια στη θεά του Ελέους. Έπειτα βρέθηκε στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως στην καρδιά της πρωτεύουσας ανάβοντας κερί μνημονεύοντας τους γονείς της.

Στη δουλειά της όλα κυλούσαν ομαλά! Το φόρτο εργασίας πριν τη μεγάλη έκθεση των προϊόντων της εταιρίας, ήταν βαρύ. Η έκθεση τελείωσε και όλοι ένιωθαν ικανοποιημένοι από την μεγάλη επιτυχία. Οι πελάτες, παλιοί και νέοι, έκαναν χιλιάδες παραγγελίες και η καμπάνια των προϊόντων τους είχε κερδίσει βραβείο πρωτοτυπίας!

Στο τέλος της μέρας έγινε μια μεγάλη δεξίωση στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας! Η Ντίνα δε σκέφτηκε καθόλου τα έξοδα και η διοργάνωση ήταν άψογη. Χορός, φαγητό και ποτό τους έφερε όλους σε μεγάλη ευθυμία! Μέσα σε αυτή την ευθυμία ήρθε και η αναγγελία των τριών ημερών ρεπό σε όλους! Το ρεπό ξεκινούσε από την επόμενη κιόλας μέρα.

Πήρε το μετρό και βρέθηκε στο σταθμό του τρένου. Ένιωθε μια γλυκιά ζαλάδα από το ποτό. Χωρίς να το καταλάβει παραπάτησε. Ένα χέρι την άρπαξε απότομα και την κράτησε όρθια προτού σωριαστεί στο έδαφος. Ο Αντόνιο! Δεν του έφερε αντίρρηση στην πρότασή του να ταξιδέψουν μαζί ως την Οσάκα.

Άφησε τα πράγματα της στο διπλανό δεξί κάθισμα και βολεύτηκε στο δικό της. Ο Αντόνιο κάθισε αριστερά της κοντά στο παράθυρο. Είχαν κάμποσο μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.

Έφερε στο μυαλό της εικόνες από τη δεξίωση!  Πόσο χαρούμενη και ικανοποιημένη ήταν η ξαδέρφη της. Πόσο ανακουφισμένη φαινόταν στην αγκαλιά του Αλέξη. Πόσο δάκρυσε από χαρά όταν εκείνος έσκυψε και της έκανε πρόταση γάμου κάνοντας νόημα στους μουσικούς να παίξουν το αγαπημένο τους τραγούδι! Όλοι μαζί ούρλιαξαν στο άκουσμα της θετικής της απάντησης! Σαμπάνιες άνοιξαν και βρόντηξαν. Ευχές γέμισαν τον αέρα. Γέλια, τραγούδια, πειράγματα. Ζωή! Ανάσες, αναμνήσεις, όνειρα προσδοκίες, έρωτας…

Έκλεισε τα μάτια μπας και κοιμηθεί λίγο μέχρι να φτάσουν. Της φάνηκε σε όνειρο πως κάποιος τη σκουντάει στο χέρι. Άνοιξε τα μάτια της και ένιωσε το βλέμμα του πάνω της! Της χαμογέλασε. Της ζήτησε ευγενικά συγνώμη και όταν του ανταπέδωσε το χαμόγελο εκείνος της έδωσε έναν φάκελο… Σηκώθηκε στην καρέκλα της και κοίταξε στο βαγόνι. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ιαπώνων καθόταν από  πίσω. Ροχάλιζαν! Στο τέλος του βαγονιού καθόταν μία νεαρή κοπέλα και διάβαζε ένα βιβλίο. Ξανακάθισε στο κάθισμά της. Άνοιξε το φάκελο. Άλλο ένα ποίημα…

Περιμένοντας

την κατάλληλη στιγμή

ξαφνικά ήρθες

σκόρπισες φως στη ζωή

ψυχή μου, σε αγαπώ!

Δάκρυσε! Ένιωσε την ανάγκη να κλάψει. Δεν κρατήθηκε. Ούτε ήθελε να κρατηθεί. Άρχισε να κλαίει σιωπηλά κρατώντας το ποίημα στο μέρος της καρδιά της. Με μια μαγική κίνηση έβγαλε από το σακάκι του ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο και της το πρόσφερε! Την κοίταξε στα μάτια. Ράγισε η καρδιά του που την είδε να κλαίει. Την πλησίασε ακόμα περισσότερο. Κάθισε δίπλα της και της άπλωσε το χέρι για να ξαπλώσει στον ώμο του. Πόσο την αγαπούσε… Δεν θα την άφηνε ποτά ξανά να κλάψει, ποτέ ξανά να χύσει δάκρυα εκτός… εκτός κι αν ήταν δάκρυα χαράς.

Κούρνιασε πάνω του. Η αγκαλιά του ήταν βάλσαμο. Ήταν η ίδια η ζωή. Βρήκε τη γαλήνη που αποζητούσε σε εκείνη την αγκαλιά. Δεν έφυγε ποτέ από τη γαλήνη της. Ούτε η αγκαλιά έπαψε ποτέ να είναι το απάγκιο λιμάνι της αγάπης τους. Μια αγάπης αληθινής, βαθιάς και ήρεμης. Η ζωή καμιά φορά σου επιστρέφει με το παραπάνω όσα σου χρωστάει… Εκείνη πήρε όσα της χρωστούσε, σε μια μακρινή χώρα, μέσα σε ένα βαγόνι την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος…

Ο Αντόνιο την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα που μπήκε στο γραφείο και στάθηκε δειλά πίσω από την Ντίνα. Ένα υπέροχο πλάσμα, ένας άγγελος στη γη με σπασμένα φτερά. Το βλέμμα της έμεινε καρφωμένο στο δάπεδο και αναγκάστηκε με δυσκολία να το σηκώνει μόνο όταν έφτασε η ώρα για τις συστάσεις. Ένιωσε αμέσως για εκείνη κάτι… Ένα φτερούγισμα στην καρδιά, μια ανάγκη να την προστατεύσει, μια παρόρμηση να την αρπάξει στην αγκαλιά του και να την τραβήξει μακριά από όσα την πόνεσαν. Δεν έκανε τίποτα. Περίμενε! Εδώ και τρία χρόνια περιμένει. Περιμένει να τη δει πιο δυνατή. Για εκείνον ήταν το πιο σημαντικό πλάσμα στον κόσμο. Δεν θα έκανε τίποτα βιαστικά. Η ευτυχία δεν έρχεται από κάτι που κάνει κανείς περιστασιακά. Θέλει υπομονή και επιμονή. Θέλει να κάνεις κάτι με συνέπεια.

Ο Αντόνιο είχε κιόλας κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Έβγαιναν συχνά μαζί και πάντα ήταν διακριτικός απέναντί της. Διακριτικός τόσο όσο έπρεπε. Δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ένα «απαλό» φλερτ. Τόσο απαλό που την έκανε επιτέλους να νιώθει όμορφα. Την έκανε να νιώθει ξανά γυναίκα. Μια ποθητή γυναίκα. Μια γυναίκα που μπορεί να προχωρήσει μπροστά και να διεκδικήσει ξανά μια θέση στη ζωή. Άρχισε πραγματικά να πιστεύει πως η καταιγίδα που είχε έρθει στη ζωή της πέρασε και άφησε πίσω της καθαρά μονοπάτια για να βαδίσει προς τα εμπρός. Της είχε δώσει ένα μάθημα ζωής. Της έμαθε να εκτιμά και να απολαμβάνει μικρά πράγματα και πίστευε πως αυτά ήταν και τα μεγάλα που θα καθόριζαν το αύριο. Στα δύσκολα ή χάνεσαι ή ξαναγεννιέσαι και κείνη διάλεξε να ξαναγεννηθεί! Να ξαναγεννηθεί μαζί του!


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music