“Στα χρόνια μας…”, ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη-Καράτζαλη

[Αφιερωμένο με αγάπη στη μαμά μου και σε όλες τις γυναίκες που φροντίζουν για όλους!]

Πού θα πας την Τετάρτη; Στη γιορτή της γυναίκας; Να πας… Καλά κάνετε σήμερα οι γυναίκες και τη γιορτάζεται… Η γυναίκα περνάει όλα τα δύσκολα στη ζωή. Η γυναίκα φροντίζει για όλους, της αξίζει μια μέρα δικιά της. Εμείς… στα χρόνια μας, δεν ξέραμε τίποτα απ’ αυτά. Και τι καταλάβαμε;

Τότε, στο χωριό μας… όποιος έδερνε τη γυναίκα του ήταν παλληκαράς! Ο παππούς, αν έπινε δυο ποτηράκια κρασί, τη χτύπαγε τη γιαγιά χωρίς λόγο, έτσι για να ξεσπάσει. Κι αυτή η φουκαριάρα καθόταν, δίχως να διαμαρτύρεται…

Αυτή μας μεγάλωσε… Κουβαλούσε ξύλα στη πλάτη χιλιόμετρα ολόκληρα για να ‘χουμε να ζεσταθούμε. Κι εμείς τρέχαμε από πίσω της ξυπόλητα. Περνούσαν τα αεροπλάνα με τους Γερμανούς στην κατοχή από πάνω μας και πέφταμε κατάχαμα για να κρυφτούμε. Μετά, σαν φεύγανε, εμείς γελάγαμε που τη γλιτώσαμε… το περνάγαμε για παιχνίδι. Τον πατέρα μας τον είχαν πιάσει αιχμάλωτο οι Γερμανοί για μήνες ολόκληρους κι η μάνα μας ήτανε δίπλα μας, έκανε δουλειά για δέκα άντρες…

Ο παππούς, μας είχε γράψει στο σχολείο, να μάθουμε κι εμείς δυο γράμματα να ξεστραβωθούμε κι ήρθε μια μέρα ο μεγάλος μας ο αδερφός και μας πήρε από κει σβάρνα, εμένα και τη θεία σου. Δεν μας άφησε να ξαναπάμε… κι ο πατέρας ούτε μια κουβέντα δεν του είπε. Έκαναν κι οι αδερφοί τότε τους παλληκαράδες.

Μετά από πολλά χρόνια, όταν είχα πιάσει πια δουλειά στο εργοστάσιο και μας έβαζαν να υπογράψουμε κάθε φορά που πηγαίναμε για να δηλώσουμε παρουσία, ντρεπόμουνα τόσο πολύ… που δεν ήξερα να γράψω ούτε τ’ όνομά μου! Θυμάσαι; Εσύ μ’ έμαθες να το γράφω τότε… Ήταν κι άλλες γυναίκες, όμως, που δεν ξέρανε γράμματα, χωριανές μας κι αυτές. Δεν ήμουνα η μοναδική κι έτσι ξεπέρασα λίγο τη ντροπή. Μια μέρα, που είχε περάσει ο παππούς από το σπίτι μας, του το είπα, σαν παράπονο… ‘’’Αφησες τον αδερφό μας να μας κόψει από το σχολείο και δεν του είπες μια κουβέντα και σήμερα είμαστε σαν τυφλές, όλοι μάς κοροϊδεύουν…’’ Αυτός, έσκυψε το κεφάλι φανερά μετανιωμένος κι είπε ψιθυριστά… ‘’Σαν τι θα σκέφτεστε για μένα…’’. Δεν ήθελα, όμως, να τον στενοχωρήσω άλλο και δε συνέχισα τη κουβέντα.

Με τον πατέρα σου, όμως, πέρασα καλά… δεν μπορώ να πω. Ήταν καλόκαρδος και δουλευταράς. Δουλέψαμε σαν σκυλιά κι οι δυο. Αυτός το πρωί στην οικοδομή και τ’ απόγευμα στα χωράφια… Εγώ στο εργοστάσιο με βάρδιες κι ύστερα στην Κωπαϊδα να σκαλίζω κοντά του και να τον βοηθάω. Κάναμε προκοπή. Όποιος δουλεύει κάνει προκοπή. Μόνο που δε σας χορτάσαμε μικρά, σας παρατάγαμε πίσω στις γιαγιάδες όλη μέρα να σας προσέχουν. Τι ξέρανε οι γιαγιάδες τότε από παιδιά; Στα χωράφια γεννάγαμε οι περισσότερες. Εγώ με τη κοιλιά στο στόμα, εννιά μηνών, πήγαινα μεροκάματο για βαμπάκι, τόσο μυαλό είχα… Ο Θεός έβαλε το χέρι του και γεννήθηκες καλά. Το πρωί ήμουνα στο χωράφι και το βράδυ μ’ έπιασαν οι πόνοι. Φώναξαν οι γειτόνισσες τη μαμή, τη κυρά Βαγγελιώ και σε ξεγέννησε. Τέσσερα κιλά βγήκες και βάσταγες τη λεκάνη με τις χουφτίτσες σου όταν σε πλένανε. Γελάγανε οι γυναίκες, γέλαγα κι εγώ η καψερή που ‘σουνα γερό…

Σας μεγαλώσαμε, όμως, σαν βασίλισσες! Να μη σας λείψει τίποτα. Σας πήγαμε σχολείο, σας παντρέψαμε… Είδαμε χαρές, δόξα τω Θεώ, μας ανταμείψατε. Είδαμε εγγόνια και δισέγγονα! Σπουδάσανε αυτά και καμαρώνουμε τώρα εμείς! Να ‘ναι καλά τα πουλάκια μου! Τι θέλει ο άνθρωπος για να ‘ναι ευτυχισμένος; Τα παιδιά του να είναι καλά όλα και να προκόβουν στη ζωή τους…

Αυτό, όμως, με το σχολείο με στενοχώρησε πολύ. Είναι ένα βάρος που το νιώθω όλη μου τη ζωή σαν μουτζούρα απάνω μου που δε σβήνει. Τα βράδια, που δεν με πιάνει ο ύπνος, κάθομαι και σκέφτομαι, πως τώρα, που δεν ορίζω πια τα χέρια μου και δεν μπορώ να πλέξω, θα μπορούσα κι εγώ να διαβάσω ένα βιβλίο… να μάθω πράγματα, να ταξιδέψω με το νου. Δεν μπορώ όμως και σκάζω απ’ τη στενοχώρια μου. Αν ήξερα να διαβάζω… θα διάβαζα και τα δικά σου τα βιβλία και θα ‘μουνα χαρούμενη. Αυτό το τραγούδι… το θυμάσαι, πώς το λένε… λες και γράφτηκε για μένα. Όποτε τ’ ακούω δακρύζω… ‘’ Στο ‘πα και στο ξαναλέω, μη μου γράφεις γράμματα… γιατί γράμματα δεν ξέρω… και με πιάνουν κλάματα…’’

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη