«Στα  ενδότερα – Άγιες Θύμησες», γράφει  η Μαρία Πανούτσου

Τη δεκαετία  του ‘60 -τέλη-  είχαμε  γυρίσει στην Ελλάδα αλλά ο πατέρας μου συνέχιζε να ταξιδεύει και μάλιστα θα έλεγα ότι από τότε και μετά ταξίδευσε το πιο πολύ, μέχρι που έφυγαν για την Νότια Αφρική με τη μητέρα μου και τον μικρό αδελφό το ‘70. Στα χρόνια αυτά  ζούσαμε με τη γιαγιά μου όλοι μαζί και ο θείος  Μάκης -ο μικρός αδελφός της μητέρας μου-  μαζί μας, σε ένα μεγάλο διαμέρισμα στην Φωκίωνος Νέγρη [1]. Κυψελιώτισσα από τα μικρά μου.

Ο Θείος  Μάκης  ήταν ο άνδρας του σπιτιού -αφού έλειπε ο πατέρας μου πολύ συχνά- και  έτσι είχε μια autorité [2] στο σπίτι. Σαν  μικρότερος στην οικογένειας της μαμάς μου ήταν ο χαϊδεμένος  τους  και της γιαγιά μου και της μητέρας μου. Νεαρός  ανύπαντρος,  ακόμη έβγαινε τακτικά έξω και  έκανε και σύντομα ταξίδια  εντός  Ελλάδας  για τη δουλειά  του. Ήταν  αντιπρόσωπος μιας  γερμανικής εταιρείας. Εγώ,  περιορισμένη εκτός από τις εξόδους τις αναγκαίες, (σχολείο, γαλλικά, χορό  και σχολικές  δραστηριότητες)  δεν είχα  δυνατότητα να βγω  μια και έλειπε ο πατέρας μου, έτσι ο νεαρός  θείος  έλαβε την ευθύνη της διασκέδασής μου.

Όταν  γύριζε από τα  ταξίδια του σε διάφορες πόλεις, μας έλεγε  τις παρατηρήσεις  του και τις εντυπώσεις του και με τον μοναδικό αφηγηματικό  του τρόπο  είχε ερεθίσει την φαντασία μου και ζητούσα  στις διακοπές μου  ή τα  Σαββατοκύριακα να παίρνει κι  εμένα  σε κάποιες από αυτές τις εξόδους. Στο αυτοκίνητό του ήμασταν πάνω από  τέσσερα άτομα,  φίλες του και φίλοι του. Ο θείος  και οι παρέες του ήταν γύρω  στα 25 με 30  χρονών. Μεγάλη διαφορά  από μένα  αλλά φαίνεται ότι ήμουν αρκετά  ώριμη  για την ηλικία  μου και πολύ  ήσυχη  και έτσι δεν  παραπονέθηκαν για την παρουσία μου στις σύντομες αυτές μονοήμερες εκδρομές, άλλοτε πρωινές και άλλοτε βραδυνές.

Στις εκδρομές  αυτές γνώρισα  την ελληνική  επαρχία και τη διασκέδαση της επαρχίας τη δεκαετία εκείνη. Γνώρισα τον τρόπο διασκέδασης, τα πανηγύρια,  τον τρόπο ομιλίας και έκφρασης, τις γεύσεις, την ελευθερία, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα. Άκουσα συζητήσεις γυναικών και ανδρών και -μια και εγώ δεν μιλούσα εύκολα- με ξέχναγαν και έτσι  γινόμουν μάρτυρας εκφράσεων, συζητήσεων, απόψεων και ιστοριών που στην Αθήνα, στο περιβάλλον του σπιτιού  και στο γενικότερο περιβάλλον που σύχναζα,  δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσω. Έτσι ενηλικιωνόμουν σιγά σιγά.

Οι εικόνες  και τα ακούσματα  της εποχής εκείνης  έρχονται ακάλεστα σε μένα -όχι σπάνια- σαν   διάλειμμα από την σύγχρονη πραγματικότητα  και μοιάζουν  λίγο με τις ελληνικές ταινίες του ‘60  σε αφέλεια, αθωότητα, αυθορμητισμό, πονηριά και καπατσοσύνη. Μια αίσθηση ότι όλα μπορούν  να συμβούν, να ανατραπούν προς το καλύτερο, πως το κακό δεν είναι εδώ, αλλά μόνο στα αστυνομικά δελτία και στα παραμύθια.

Σε μια γιορτή, λοιπόν, εκτός Αθηνών, κάποιο ζεστό καλοκαίρι, με  την άδεια των γονιών μου  ακολούθησα τον θείο Μάκη σε ένα  πανηγύρι, που θα γινόταν κοντά στην Αθήνα. Προς το βραδάκι, αφού είχαμε φάει και χορέψει και γελάσει και παρατηρήσει και καταγράψει και ακούσει και χορτάσει από πρόσωπα και λόγια και αστεία, μάλλον κουρασμένοι όλοι, χωρίς να το καταλάβω καλά-καλά, δοκίμασα ένα  ποτηράκι  ούζο ανέρωτο, έτσι άσπρο-άσπρο,  χωρίς να  το  ανακοινώσω, χωρίς να ρωτήσω  τον θείο – έτσι απλά  και ένοιωσα  ωραία και το επανέλαβα.  Δεν ξέρω πώς έγινε  αυτό,  φαντάζομαι απλά, αθώα, άσκεφτα. Ακόμη και τώρα θυμάμαι το τι ακολούθησε. Το μεθύσι, αυτό που μου στοίχησε εβδομάδες αρρώστιας, αδιαθεσίας, κακής διάθεσης και τέλος ένα απέραντο κενό.  Δεν  ξέρω πόσες φορές δοκίμασα την εμπειρία του εμετού [3]. Και πόσο  χρόνο μου πήρε  να  αποβάλω  από μέσα μου  το κενό  που ακολούθησε.

Στο σπίτι, με τον γιατρό να με επισκέπτεται  πολύ συχνά μέχρι το τέλος αυτής της οδυνηρής  εμπειρίας.  Εκείνες  τις ώρες -γιατί ήταν ατέλειωτες- ήθελα να πεθάνω. Σε υπερβολή η πράξη αυτή,  σε τόσο νεαρή ηλικία, πράγματι μπορούσε να με φέρει κοντά στον θάνατο.

Μέτα από αυτό το μεθύσι, ο θείος Μάκης δεν ερχόταν  στο σπίτι για κάποιο καιρό, όχι γιατί οι γονείς μου το ζήτησαν,  αλλά εγώ η ίδια, με το που τον έβλεπα, ή αναφερόταν το όνομά του, ζαλιζόμουν.

Αυτός  όμως ήταν  και ο λόγος που δεν δοκίμασα ξανά  σε όλη μου την ζωή καμιά ακρότητα, δεν μου άρεσε η κατάσταση που ακολουθεί την κάθε ακρότητα. Μόνο  η υπέρβαση της τέχνης μου ταίριαζε με την αυτοπειθαρχία που προϋποθέτει.  Η αυθόρμητη  ακρότητα με όλα τα καλά της -αν έχει-  μου ήταν απωθητική.

Έχει  ενδιαφέρον  ότι το ίδιο γεγονός, σε άλλο περιβάλλον και σε άλλη χώρα αλλά πάλι στην εφηβεία και  με άλλο περίγυρο  και με ένα άλλο είδος αλκοόλ ,  συνέβη  και  στον γιο μου και από τότε και εκείνος δεν πίνει και  είναι ενάντια σε όλες τις ακρότητες. Τυχαίο;

Η επαρχία της Ελλάδας  στις δεκαετίες ‘60 – ’70  ήταν  εποχές  δύσκολες για τον κόσμο αλλά συγχρόνως  περικλείουν όλα τα  χαρακτηριστικά  του  Έλληνα   διαχρονικά και για αυτό  τις αγαπώ πολύ. Είναι το  αρχικό υλικό με το οποίο πλάστηκα. Βέβαια τα ταξίδια  με τον πατέρα μου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δημιουργούσαν το διαφορετικό υλικό, που ζυμωμένο με το αρχικό, μορφοποιούσαν έναν δύσκολο  άνθρωπο  που  είχε την αμφισβήτηση  πιότερο για τον ίδιον, αλλά και για τους άλλους, στην ημερήσια διάταξη. Αυτό νομίζω είναι  και  ένα από τα  χαρακτηριστικά  μου που με ταλαιπώρησε και με ταλαιπωρεί.

Τα ακούσματα των δημοτικών τραγουδιών και των λαϊκών τραγουδιών ήταν τότε που  τα πρωτάκουσα, όμως πολύ αργότερα τα  αξιολόγησα και έγιναν μέρος της προσωπικής μου δισκοθήκης.

https://www.youtube.com/watch?v=C3OK5M45dBI

Ταξίμι [4] – Τσιτσάνης Β. σόλο (1987 HOMMAGE A TSITSANIS)

https://www.youtube.com/watch?v=yuTWdVn0kn8

Τσιτσάνης Β  ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Με την μουσική που άκουσα  εκείνη  την μέρα, πώς να μην μερακλωθώ και εγώ…

Άγιες Θύμησες

Αθήνα,  2021.


[1] Η Φωκίωνος Νέγρη είναι ονομαστός πεζόδρομος της Αθήνας, στην Κυψέλη, που αρχίζει από την Πλατεία Κυψέλης και τερματίζει στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου. Υπήρξε ένας από τους πιο αριστοκρατικούς δρόμους των Αθηνών. Διαμορφώθηκε στη δεκαετία του 1930 πάνω στα ίχνη ενός παλαιού ρέματος, που άρχιζε από τα Τουρκοβούνια. Σήμερα, η Φωκίωνος Νέγρη είναι διαμορφωμένη στη μέση με παρτέρια και αποτελεί μια από τις πιο δημοφιλείς γειτονιές της πόλης. Ο σημερινός αυτός πεζόδρομος πήρε το όνομά του από τον Φωκίωνα Νέγρη (1846 – 1928).

[2] Autorité: εξουσία στα γαλλικά.

[3] Έμετος  από  κατανάλωση αλκοόλ και  με αποτέλεσμα  την  παγκρεατίτιδα.

[4] Ως ταξίμι (αραβικά: تَقْسِيم, τουρκικάtaksim) ορίζεται ο μελωδικός αυτοσχεδιασμός που αποτελείται από διάφορα τμήματα και γενικά δεν συμμορφώνεται με τον χρόνο του εκάστοτε μουσικού έργου. Συνήθως, γίνεται χρήση του ταξιμιού σε μουσικές συνθέσεις της ελληνικής, της αραβικής και της τουρκικής παραδοσιακής μουσικής.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη