«Σούλα η τσαπερδόνα», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Το πρόβλιημα είνι μεγάλο! Είνι κηρός τώρα που ήθελα να σας το συζητήσω. Γράφει κι τούτο το διαόλι, τι να σας λέω! Το θέμα απιτεί περίσσια προσσοοχή. Γιατί, άνθρωπος είμ’  βρε αδελφέ, μη κοιτάς που είμι γυναίκα! Άνθρωπος είμι, λιυγάω κι γω, πώς αλλιώς. Να σου πει στα καλά του καθουμένου, ο κατά τα όλα τ’ άλλα του κιύριος, να σου πει μια μέρα, τριάντα του Ιούνιη ας πούμε, εκιεί κατά τις δέκα και μισή, «Δεν σι θέλω πια, να φύγιεις.»

Έτσι το λένε, κιύριε Νασούλη μου το δεν σε θέλω; Κατραπακιά και σβούρηξε η κεφάλα μου και χάλασι κι η φράντζα που μόλλιις μού ’χε σενιαρίσ’ ο κομμωτής μου ο Λιυκούργος και μ’ είχε κάνιει μια κούκλα μια θεά, φτου να μη με ματιάξω και πώς θα γιάνω;

Το θέμα της άρνιησης, σκεφτείτέ το, το είπα μια κι θα το ξαναπώ για εμπέδωση, θέλιει χτύπημα στου πάτωμα και δυνατό, να σώσει να περάσει! Μόνο έτσι περνάει η ερωτική απογοήτευσις! Εγκλιεισμό κι χτυπήματα στου πάτωμα, τους τοίχους και το μασσίφ σαλουνάκι της γιαγιάς μου της Γρηγόρως, παρατσούκλιι, μη τρελαίνεστι!

Σου ’πε, το μέχρι τη χθεσινιή αίσθημα, πως δε σε θέλιει πια; Θρήνο, εγκλιεισμό και χτύπημα! Σε πόνο, δώσε πόνο, έλεγε, Θεός σχωρέστον, ο πάππος μου, κι συμφωνώ ανυπερθέτως!

Κιεί που καθόμασταν που λέτι ωραία – ωραία στου σαλονάκι του σπιτιού του, κι ενώ είχα παρακολουθήσει με θάρρος κι κατανόηση του παιχνίδι του Μουντιάλ, θυμάμι καλά, έπαιζι η Ουρουγουάη με την Πορτογαλλίηα, το καλό μου χτυπιούνταν στου καναπεδάκι, «Όχι, ρε μαλάκα! Πού πας ρε στραβάδι;» φώναζε κάθι τόσο, κι αίμα γέμιζαν τα μαγουλάκια του, Θε μου, πρόφταξι κι σέρνουνται και κάτι ισχαιμικά, σκεφτόμουν εγώ, να σου, βάζει διάλλειμα και λέω, πάλιι από μέσα μου, σουθήκαμε όλιοι, τούρχεται μια φαεινιή ιδέα, να χαρεί, λέει, απ’ την πίκρα του, και μου λέει: «Πιάσε, ρε Σουλάκι, το joy-stick μου να τη πας μια βόλτα την Πόρσε μου!» Τι είμι ιγώ, μάνα μου, σκέφτηκα, μπας κι με πιρνάς για συνοδηγό στη φόρμουλα τρία κι θαρρείς πως πάω βόλτες ξένες κούρσες, χωρίς έναν χάρτη να μ’ ορμηνεύει, ποια στρουφή να πάρω και πού’ ναι η κατηφοριά και πού η ανηφοριά; Σι γελάσανι, ομορφινιέ μου, τόση ώρα, καρφουμένα τα μάτια σου τά’χες στη τι-βι. Κι ούτε ένα βλέφαρου δεν έριχνες στο Σουλάκι. Φτου, ρε μαλάκα και φτου ρε μπινέ, ήσουν. Κι ιγώ έπρεπι να συμπάσχω σαν αποβλακωμένο, και τώρα μου ζητάς να σου ξεκαπνίσω την εξάτμισις;

«Άντε, ρε Σουλάκι, και δεν θα προφτάξουμε! Θα αρχινήσει πάλι το παιχνίδι και συ θα μου το βολοδέρνεις ακόμη!»

Ποιος είδι βάρκα στον Χελμό, στου Μέτσουβο βαπόρι! Που λέει και το άσμα. Άστραψι ο ουρανός κι ιγώ μαζί του!

-Άκου μι να σου πω, να ‘ξηρα ξενικά, θα στο ’λεγα του φακ οφ, αλλά δεν τά ‘παιρνα τ’ Εγγλέζικα! Τόση ώρα, χαζεμένος στη τι-βι, όλο για καμπινέδες έλεγις, κι ούτε ένα τόσου δα γλυκοκοίταγμα, ούτε μια εξήγησις κι εκείνους ο Ταρκόφσκι που’ βλεπα με τη γραμματιζούμενη τη Μαριγώ, πιο εύκολος μου φαινότανε. Ύστερις, δεν είχε και διάλλειμα, κι δεν μου ζήτησε κανείς, μετά το πέρας του βασάνου,  να πάω βόλτα κανενός τ’ αμάξι! Τις βόλτες, πασά μου, να τις γυρέψεις στο παστρικό το Κατινάκι, που το μαζεύεις να σου καθαρίζει το παταράκι σου! Σάμπως και δεν βγήκε σούσουρο στη γειτονιά; Τι νόμιζες; Από χουριό είμι, δεν είμι κουφή! Πέρναγα, τις προάλλες από το μαγαζί σου και από πίσου μι, γελούσανε κι οι πέτρες!

«Αυτό είναι το Σουλάκι που το πάει το γράμμα, το φέρνει, και το ξανα-γυρίζει στη βάση του! Αυτό είναι το χάπατο που κοροϊδεύει ο Νάσος!»

-Και τι νόμισις; Πώς επειδή κανά δυό τρεις και τέσσερις και πέντε, πιάσαμε και την έβδομη ταχύτης με το Φερράρι σου, αμάξι κι αυτό, δεν λέω, αμάξωμα και πρόσφυσις και ρολάρισμα και ημι-αξόνια και ρουλεμάν, τζι-τζι!… όπως μι εξηγούσε τις προάλλες ο φίλος σου ο Σάκης με το φαναρτζίδικο πιο κάτω από το δικό σου, είναι σημαντικό προσόν για μια γυναίκα να ξέρει να σωφάρει τη σήμερον ημέρα. Πρωτίστως, πηγαίνει όπου θέλει και δεν σε πρήζει. Δευτερευόντως μαθαίνοντας να οδηγεί, μαθαίνει όχι μόνο ν’ ανεβάζει τις ταχύτητες,  αλλά και να τις κατεβάζει. Επίσης, η όπισθεν ολοταχώς και μι αλάρμια αναμμένα, απαραίτητο προσόν. Τελειώνοντας δε, το παρκάρισμα, δεξί, αριστερό, και σε ανηφοροκατήφορα, το μέγιστον προσόν!  Το θέμα είναι να μάθει να πιάνει το λεβιέ απαλά, και να μην καρφώνει τις ταχύτητες σαν να καρφιτσώνει στρίφωμα σε ύφασμα που γλιστράει. Και επιπλέον, λέω ‘γω, μια κι όπως σωστά , πολύ σωστά επισήμανε ο Σάκης  κι συμφωνώ ανυπερθέτως,  το ’χω έμφυτο χάρισμα την οδήγησις. Αν το συνεχίσω και το δουλέψω λίγο παραπάνω, λίγο εξάσκησις βρε αδελφέ, θα μπορώ να  σωφάρω όλα τα μοντέλα με σίγουρο κι εγγυημένο αποτέλεσμα.

-Πόρσε, ρε… Του Νασούλη το στοματάκι έχασκε σα του χάνου. Κι είχε αρχίσει και το μάτς, το κέρατό του!

-Σιγά το λάθος! Βάλε μου «B-». Τι έλεγα;

Δεν τον έπαιρνε τον Νάσο να δείξει την έκπληξή του.

-Άκου, ρε Σουλάκι! Δεν θα το συνεχίσουμε το αλισβερίσι μας! Σαν και δεν το «περπατάς» το μηχάνημα, άστο ρε, ουρά τα κοριτσόπουλα, καημό δεν βάζω!

Και έβαλε μια μακριά παύλα δίπλα στη τελεία του το γομάρι ο Νάσος, με ένα ρέψιμο που τρίξανε τα γυαλικά! Απόδειξις πως η στομάχα του είχε γιομίσει   μπύρα κι άλλο δεν έπαιρνε. Που κακό χρόνο να ’χει και να του ψοφήσει η μηχανή, να του κατουρήσουν όλοι οι γάτοι κι οι γάτες το καπό και να ’ρθει να του μαραθεί και να του πέσει… όλη η ορουφή από τη Φερράρι του!

Γι’ αυτό σας λέω κι σεις δεν σκαμπάζετε, το θέμα είναι τραγωδία. Ρε μ’ ακούτι που σας λέω. Κλάμα κι οδυρμός, μοιρολόι κι χαμός. Λιίγο ήταν το Κωσταλέξι ή πως του έλεγαν διν ξέρω.

Δαιμουνίζομαι σας λέω! Άι απ’ εδώ όλα τους γομάρια τ’ αρσενικά! Μόνου τα μηνανήματά τους σκέφτουνται οι άχρηστοι! Την ατυχία τους να ’ναι και μικρόμυαλοι!

Το θέμα είνι τραγικό. Επειδής ιγώ έγινα μαστόρισσα και τρέχω όλα τα μοντέλα. Έλα που πια,  όλα, μα όλα, σις λέω, το ελαττωματικό τους το’χουν.  Η ερωτική η απογοήτεψη θέλιει χτύπημα, θέλιει κλάμα, γοερό, όχι αστεία. Όχι να βραχούνε μόνο οι ψεύτικες βλεφαρίδες σου. Και μην ακούσω να μι λέτε, «Πάρτο χαλαρά», «Χαλάρωσε κι λιγάκι. Κούλαρε, ρε χρυσή μου» γιατί αυτά είνι λόγια της παρηγοριάς κι  με μπαρούφες δεν συνεχάει κανείς. Ακούτι τι σας λέω; Κι ο Σάκης θα συμφωνάει μαζί μου. «Καθένας με τις χάρες του τιμιέται κι αγαπιέται». Ανυπερθέτως!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music