«Σίλια Χριστοδούλου», παρουσιάζει ο Κυριάκος Στυλιανού

Καλό μήνα και Καλή Χρονιά 2021 και από την Κύπρο, φίλοι αναγνώστες (και συνεργάτες) της Λόγω Γραφής!

Με τη νέα χρονιά ξεκινούμε με μια νέα, ταλαντούχα ποιήτρια,  την Σίλια Χριστοδούλου, η οποία έχει ελληνική και κυπριακή καταγωγή, με το μεγαλύτερο διάστημα τής ζωής της να βρίσκεται  στο Βέλγιο, όπου ζει και εργάζεται. Από την πρώτη κιόλας ποιητική της συλλογή «Η ένατη νότα» κάνει αισθητή την παρουσία της στα ελληνικά γράμματα.

Ακολουθούν τα εκδομένα ποιήματά της Χρόνος θεράπων και Εντός των πυλών, αλλά και τα ανέκδοτα ποιήματά της Καρτέρι και Γραφή – σε πρώτη δημοσίευση στη Λόγω Γραφής.

Κυριάκος Στυλιανού

 


ΕΚΔΟΜΕΝΑ

Χρόνος θεράπων

«Έχω για πατρίδα πέντε λέξεις», έλεγες.

Κι είδα αυτό που θέλησες

να γίνεται καπνός αποτσίγαρου

που δεν έλεγε να σβήσει.

 

Ό,τι πιότερο πόθησες,

το αστέρινο, γαλάζιο όραμά σου,

το ξέπλυνε το κύμα το μαύρο

στις φουρτούνες ενός χειμώνα.

 

Σύντροφος σου ο Φοίβος,

να φανερώνεται, μόνο

για να δείχνει με τα χρυσά του δάκτυλα

τον Νότο, να σφαδάζει από ανάγκη, από ζωή.

 

Για ό,τι έκλαψες με τρόπο ψεύτικο,

αντί στ’ αλήθεια να πενθούσες,

κελάηδησαν αηδόνια

άσμα σαν του κύκνου.

 

Ήρθαν ναυαγοί, όσοι πρόλαβαν,

μάζεψαν τα δάκρυά τους μέσα σε κρίνο

και σε ασημένιο δισκοπότηρο

σού τα πρόσφεραν να δροσιστείς.

 

Η νύχτα ατέρμονη,

απλώνει και μαζεύει πανσέληνους

ανάμεσα στ’ αστέρινα τραπουλόχαρτά της,

εκεί όπου κοιμούνται οι λησμονημένοι.

«Δεν πρέπει», είπες μαζί τους.

Σε παρέσυρε η στροφορμή του Χρόνου.

Αλμυρό νερό τότε πότισε τα χείλη τους

και τα έκαψε.

 

Σε τυλίγει φλόγα σαν από σφοντύλι

και σε πήραν μαζί τους

σε μια εξορία ν’ ανασταίνεις

απειλές απολυταρχικές.

 

Έντομα αναστήθηκαν από ανέλπιστο κώμα

και παλεύουν να ξεμπλεχτούν

απ’τα δίχτυα των καταστάσεων·

τα μοναδικά χέρια που απλώθηκαν.

 

Νιώθεις τους παλμούς στα βλέφαρα

να συσκοτίζουν τις συνάψεις,

ψυχοφθόρες οι στιγμές της σιωπής.

«Η απομόνωση», λες, «δεν μας αρμόζει».

Έτσι τα φτερά μας πασχίζουν ν’ απλωθούν,

τα δεσμά του Χτες ν’ αποτινάξουν.

Μια λέξη να γενεί των πάντων η πατρίδα:

Ελευθερία.

 

 

Εντός των πυλών

Επί ξενία καλείν

 

Περπάτησα σε δρόμους ερημικούς

δίχως ίχνος λάμψης να με καθοδηγήσει.

Έτρεξα σε ηλιόλουστα λιβάδια, σε παραλήρημα χαράς.

Πολλά με περιμένουν, καινούργια δώρα

κι ας καώ απ’ τη φωτιά τους.

 

Δύο ήταν, στο ίδιο συναπάντημα της Μοίρας,

οι ευλογίες των αγγέλων. Και έφυγα.

Ατένισα τον ορίζοντα με προσδοκία Ανδρομέδας

και κατάλαβα την αλυσοδεμένη μου ζωή.

Μια αόρατη δύναμη, είπαν, μας τραβά.

 

Στο πέλαγο της λησμονιάς, Δίος πενία

και το νερό της λήθης ήπιαμε μαζί.

Πίσω δεν γυρνάμε στα σύνορα.

Δεν διασχίζονται οι θάλασσες ξανά.

Τι σημαίνει νόστος; Τι επιστροφή;

«Σε λίγο θα μας ανοίξουν

νέες πύλες», έκραξε η στερνή ελπίδα.

Κι ορθώθηκαν με το πιο άκαρδο τρόπο

κάγκελα, σαν χτες, συρματοπλέγματα.

Σκούριασαν κι οι τελευταίες αρμαθιές.

 

Κάποιοι μείναν εκτός.

Με ραμμένα στόματα οι Διόσκουροι.

Σιωπή και λίγες φουρτουνιασμένες συνειδήσεις.

Μια Παναγιά μόνο, στεφανωμένη με ασπαλάθους,

κρατά αναμμένο ένα φυτίλι.

 

[Ποιητική συλλογή « Η ένατη νότα», Από Εκδόσεις Αρχύτας 2020]

 

 


ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Καρτέρι

Απαγόρευση ήταν.

Εμμονές  πολλές γραπώσαν την Ανάγκη.

Γίναν τα πρόσωπα λευκά

Και κρυμμένα τα χαμόγελα.

Κάθε ανάσα, μια διεκδίκηση ελευθερίας.

 

Ένα βήμα πιο κει, ένα παρά πέρα,

μετρούν αποστάσεις κάτω απ’ τον ήλιο.

Χτύποι στις φλέβες κρουστοί.

Τα λόγια μουρμουριστά,

κι ένας έρωτας σαϊτεύει κόκκινα χείλη.

 

Κι ό,τι απέμεινε γυμνό

σε διανομέα στρέφεται·

αίσθηση σωτηρίας σ’ ένα κέρμα.

«Απαγόρευση», είπαν,

«μπαίνουν μάσκες».

 

Μένει μόνο ένα βλέμμα

να δακρύζει στον αποχωρισμό,

οι ρυτίδες του να χαμογελούν

στο συναπάντημα του φόβου.

Το Αύριο σκοντάφτει στην Ελπίδα.

 

 

Γραφή

Πίσω απ’τα βήματα του αφρού

νωπή η άμμος.

Σαν σβήστρα το κύμα

την επιμονή μου θα εξαφανίζει με κάθε παλμό.

 

Ώσπου ο ήλιος να δύσει, εκεί θα κρατηθώ

με ακούραστο δάκτυλο,

τ’όνομα σου να γράφω

βαθιά μες στην νύχτα.

 

Κι όταν το σύννεφο πάρει το τελευταίο αστέρι,

εκεί με τα μάτια κλειστά, αυτόματα

δίχως κόπο, ακατάπαυστα,

εκεί, θα επιστρέφω πάνω στην άμμο.

 

Σαν ξεχασμένη συνήθεια, που κανείς δεν ξέρει πότε άρχισε,

Εκεί, θα συνεχίσω να χαράζω

ένα-ένα, κάθε γράμμα,

δικό σου ολότελα, δίχως μνήμη.

 

Κόκκοι άμμου παραμερισμένοι,

ξανά και ξανά  όσο κι αν φουσκώνει το κύμα

συλλάβισμα δεν θα ‘χουν

πάρα μόνη ορμή.

 

Μέχρι το βαθούλωμα της γραμμής να απαλύνει,

και το δάκτυλο γέρικο, σκελετωμένο να παύσει.

Η λέξη θα χαθεί κι αυτή ξανά στον αφρό.

Μα η πράξη σαϊτεύει τον Χρόνο.

 

Κι όταν με βρούνε νεκρό πάνω στο κύμα

Η άμμος θα ξέρει πώς σε έλουσε η Σελήνη

σε κάθε μου άγγιγμα,

θ’ αναγνωρίζει της αγάπης το συλλάβισμα.

 

Κι όταν να χαθώ έρθει η σειρά μου,

σε σταυρό τ’ όνομά μου

χαραγμένο θα δεις.

Μα τα δάκρυα θα ‘χουν τελειώσει.

 

Ένα παιδί κάστρο θα φτιάξει, εκεί, στο ίδιο σημείο πλάι απ’ τον βράχο.

Εκεί, θα βουλιάξει το χέρι στην άμμο.

Κάτι να γράψει,

κι ο ήλιος ξανά θα φανεί!

 


[Η Σίλια Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει Ελληνική και Κυπριακή καταγωγή μα το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της ζει στο Βέλγιο όπου σπούδασε κλινική ψυχολογία και ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία.

Έχει πολυετή εμπειρία σε δομές ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε θέματα όπως η ψυχανάλυση, η πολιτιστική ταυτότητα κι η μετανάστευση, οι αγχώδεις διαταραχές, η πρόληψη παραβατικών συμπεριφορών, η κατάθλιψη, η ψυχοκοινωνική ένταξη πασχόντων, τέχνη και θεραπεία.

Είναι μέλος του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου και το 2020 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Η Ένατη Νότα».]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη