“Ροζαλία η τσαπερδόνα”, γράφει η Μαριάννα Γληνού

“Η λέξη «τσαπερδόνα» χρησιμοποιείται συνήθως χαϊδευτικά για μια γυναίκα που είναι ναζιάρα, για μια ωραία γυναίκα, που της αρέσει η καλή ζωή. Της αρέσει επίσης συνήθως να προκαλεί τους άντρες, να κάνει καμώματα που λέμε. Είναι μια γυναίκα χαριτωμένη και ζωηρή. Η γυναίκα η τσαπερδόνα δεν έχει ηλικία. Είναι έτσι ως τα γεράματά της.”

Μετά την επιτυχημένη σειρά “Πρόσωπα στον καθρέφτη”, η Μαριάννα Γληνού επιστρέφει στη Λόγω Γραφής και στις Δευτέρες με τη νέα σειρά διηγημάτων “Οι Τσαπερδόνες”.

Κάθε 15 μέρες, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9 βραδινή κι από μία Τσαπερδόνα θα μας κρατά συντροφιά με την ιστορία της.

Καλή αρχή Μαριάννα! Καλή ανάγνωση σε όλους σας!

 

 


Η γειτονιά ήταν στην ουσία μια θεόρατη θεατρική σκηνή κι ήταν αυτό κάτι που όλοι της οι ηθοποιοί θα το ανακάλυπταν μόνο όταν, χρόνια πολλά μπροστά, κοίταζαν τη ζωή προς τα πίσω… Την ώρα που καταγραφόταν το έργο κανείς από τους ηθοποιούς, που τύχαιναν να είναι παράλληλα και το φιλοθεάμον κοινό, δεν το αντιλαμβανόταν.

Έτσι ήταν λοιπόν τα πράγματα. Σαν έβγαινε από το σπίτι της, κάποια αόρατα μάτια την παρακολουθούσαν μέσα από τα κλειστά παντζουρόφυλλα.  Κατάμαυρα, σγουρά, στο ύψος του λαιμού  μαλλιά που μπλέδιζαν στον ήλιο, μάτια μεγάλα καστανά, σώμα σχεδόν αγαλμάτινο, μεστό, με περισσότερο χάρισμα στο μπούστο, που ήξερε να βηματίζει την ομορφιά του.  Παράξενο που τα αντρικά μάτια έμεναν καρφωμένα στην εικόνα του, ακόμα κι όταν αυτό δεν ήταν εκεί και κάποια χέρια κρύβονταν στα παντελόνια; Φτου κακά!

Όταν  το καλοκαίρι την πήραν μαζί τους σε κάμπινγκ στην Κεφαλλονιά, η οικογένεια του θείου της, ένεκα που οι δικοί της δεν είχαν τίποτε σχεδιάσει, τα γεροντοπαλίκαρα εκεί γύρω στα σαράντα άνω, φίλοι του θείου, είχαν βαρεθεί να ξερο-γλείφονται.

-Ρε μαλάκα, τι είναι αυτή η ανιψιά σου, ρε! Μου τη δίνει ο πατέρας της; ρώτησε τον θείο το καλοστεκούμενο πουρό που κρατούσε, λέει, τη φόρμα του παίζοντας τένις  τον χειμώνα και ξυλορακέτα  τα καλοκαίρια. Και κολλούσανε τα ματάκια του σαν καλά φτυμένα γραμματόσημα πάνω στο μπούστο της Ροζαλίας και ξεκολλημό δεν είχαν. Άτιμο, δύσκολο πράγμα η αυτό-εξυπηρέτηση σε προχωρημένες ηλικίες, φίλε! Άστο να πάει , άστο! Δεν ήταν αυτό κρεατάκι για τη μασελίτσα σου… Θα έφευγε και στις διακοπές, πού να τον βρεις τον οδοντοτεχνίτη!

Τ’ άκουγε αυτά η Ροζαλία και τ’ αποθήκευε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Τη σωστή ώρα, θα τα ανέσυρε και θα τα περιεργαζόταν με την εκλεπτυσμένη και ενδελεχή παρατήρηση επιστήμονα μικροβιολόγου. Για να φτάσει σε ένα μόνο, εμπεριστατωμένο και αδιαπραγμάτευτο συμπέρασμα. Σε όποια ηλικία, ανεξάρτητα τις νόσους, ακόμα κι εκείνης της άνοιας,  ένα πράγμα δεν ξεχνά ο άντρας: το όργανό του!

Έτσι, αρχικά χωρίς σχεδιασμό, απλά ακολουθώντας τη φυσική πορεία των ερευνών, η Ροζαλία ήταν αυτό που της είχε χαρίσει η φύση. Ένα θαύμα οφθαλμών! Με ιδιαίτερο ντύσιμο. Με  το  προσεκτικά επιλεγμένο και απόλυτα ταιριαστό με το σώμα της ντύσιμο, κατόρθωνε να επιβάλλει μια στυλιστική άποψη στον κύκλο της. Για παράδειγμα, ήταν η πρώτη που φορούσε φθαρμένα τζιν παντελόνια, σχεδόν άσπρα από το φθάρσιμο, γνωστής μάρκας βεβαίως-βεβαίως και απαραιτήτως! Αν ήταν να φορέσει κάτι, θα έπρεπε να της αρέσει και να την χαρακτηρίζει. Το χρονο-ντούλαπο, αγάπη αχώριστη της μάνας της, τέλος.

Ο Βασίλης ήταν το πιο όμορφο παιδί του Γυμνασίου Αρρένων. Το λαχταρούσαν όλα τα κορίτσια και τα βράδια τους τα αποκοίμιζαν με τις σκέψεις ενός φιλιού του. Ελάτε όμως που ο Βασιλάκης από γούστο πήγαινε καλά. Και δεν του άρεσαν τα αποστεωμένα που δεν ήξεραν ούτε πού πέφτει ο ήλιος!

Όταν μαθεύτηκε ότι τέλος πάντων η Ροζαλία τα είχε με τον Βασίλη, έπεσε στα πατώματα , το μεγαλύτερο μέρος του γυναικείου πληθυσμού του σχολείου. Η  κάθε μία μόνη της και στα κρυφά, αλλιώς θα συντελείτο επιτόπιος σεισμός από τον πλαταγισμό, ουφ, ευτυχώς, απεφεύχθην, δεν θρηνήσαμε θύματα.

Και γιατί άλλωστε, αφού κουκλί το αγόρι, αλλά από μυαλό  δεν θα το ‘λεγες και ξυράφι! Άσε δε, που έχοντας απόλυτη αντίληψη της ομορφιάς του, έπαιζε σε πολλά ταμπλώ… Κι η Ροζαλία τέτοια κόλπα δεν τα σήκωνε.  Τα μάθαινε όμως!

Και μια ωραία μεσημβρία, το πήρε το πανάκι του ο Βασιλάκης! Έμεινε το παιδί από το ξαφνικό! Σε αυτόν, το αγόρι του πόθου, βιαία απόσπαση; Δεν είχε πάθει κι έρωτα για πάρτη της, αλλά μόλις του ξεφούρνισε τα μαντάτα, έπεσε να πεθάνει. Δυσμενή απόσπαση το αγόρι- Άδωνις; Για εκείνον μεγάλωνε η μέρα κι ομόρφαιναν τα όνειρα τόσων και τόσων κοριτσιών! Και μια  έφηβη,  έστω, αγαλματένια, Ροζαλία θα του έλεγε «τέλος»;   Κι άρχισε να κουδουνίζει  τα τηλέφωνα και να την παίρνει από πίσω.  Η μάνα της Ροζαλίας άρχισε να σιγουρεύεται  πως η κόρη της είχε αμόρε! Μπράβο, ρε μάνα, αντίληψη!

Ο Βασιλάκης το κατάπιε το χαπάκι με δυσκολία, αλλά το χώνεψε εντελώς,  όταν ένα Σάββατο απόγευμα την είδε να περπατάει αγκαλιά με το νέο της απόκτημα. Μεγαλύτερος της κάποια χρόνια, αλλά όμορφο αγόρι. Άντρας δηλαδή… Πώς τα κατάφερνε η  άτιμη και το σταματούσε το έργο πριν το επιθυμητό «κυρίως μέρος», απορίας άξιον! Τα κατάφερνε όμως! Έλιωνε για πάρτη της ο Τάκης. Την είχε δει στις καλοκαιρινές της διακοπές, ήξερε πως τα καλά τα πάρκινγκ πιάνονται γρήγορα κι έτσι πήρε το θάρρος  και της  ζήτησε  το τηλέφωνό της. Είχε πιαστεί εκεί στα μάτια της. Ήταν η γυναίκα της ζωής του κι η πιο ώριμη ηλικία του τον καθιστούσε ικανό να ξέρει, τον  βεβαίωνε,  πως αυτή ήταν και θα ήταν, για πάντα, μέσα του, η αγάπη της ζωής του…

Και τον ουρανό με τ’ άστρα να του γύρευε, θα έκανε το παν να της τα δώσει. Κι ας μην υπήρχε μετά κόσμος… Έτσι είναι  ο έρωτας, αδέλφια!

Τα ραντεβού τους τα έδιναν στο πεδίο του Άρεως και για να ξεφεύγει από την παρατήρηση της αυστηρής μητρός, η Ροζαλία έπαιρνε μαζί και τη μικρή της αδελφή. Καθόταν εκείνη σε ένα παγκάκι, κάτω από τον λυχνοστάτη και πίσω της, τα ερωτευμένα  αντάλλασαν  τα παθιασμένα φιλιά τους. Α! ναι!  Ανακοίνωνε που και που και την ώρα το μικρό, έπαιζε το ρόλο του ρολογιού! Και έσκαγαν στα γέλια τα ερωτευμένα!

Την απόσπασή του ο Τάκης δεν την πήρε γιατί τον έβρισκε «λίγο». Μα ούτε και γιατί δεν της άρεσε. Τον έβρισκε, λογικά σκεπτόμενη, μεγάλο για εκείνην. Ύστερα, μάλλον, όρκο δεν παίρνω, την πίεζε και για τα «επί μέρους» κι εκείνη δεν ήταν έτοιμη να ενδώσει.  Έτσι εξήγησε,  όταν μεγάλωσε το μικρό, μέσα της το σταμάτημα ετούτης της σχέσης.

Σειρά είχε ο Φώντας. Α! Εδώ κολλάμε! Ήταν η στολή, το ανάστημα, το εντάξει, είμαστε μαζί γιατί είσαι ωραίο κομμάτι και κολλάει όλος ο ανδρικός πληθυσμός βλέποντάς σε, αλλά ένας στρατιωτικός πέφτει στα πατώματα μόνο για push-ups!  Η Ροζαλία έχασε λιγάκι από τον αέρα της κίνησής της… Της τον ρούφαγε, όλον, ο νέος της έρως! Τι παγίδα κι αυτή! Νομίζεις πως είσαι λεύτερος και πετάς, στα αλήθεια είσαι όχι μόνο βαθιά τυφλωμένος, αλλά και βαθιά νυχτωμένος. Έτσι, όταν το τελείωσε ο στρατιώτης το ειδύλλιο, εκείνη νόμισε πως δεν θα μπορούσε να αγαπήσει ποτέ ξανά έτσι. Φαίνεται όμως, πως άλλα νομίζουμε κι άλλα η ζωή μάς έχει φυλαγμένα.

Ο καθοριστικός άντρας στη ζωή της, ήρθε στα ξαφνικά και χωρίς να γυρεύει ή να περιμένει κάτι εκείνη. Όπως φυσικά διαδέχονται οι εποχές η μια την άλλη. Και βρήκαν ο ένας στον άλλον τη μισή του αγκαλιά. Για λίγο καιρό, αν τους έβλεπες, θα ‘λεγες πως η καθοριστική, σχεδόν καταπιεστική προσωπικότητα του Μάνου, είχε καταφέρει να καταστείλει τον εσώτερο εαυτό τής τσαπερδόνας-Ροζαλίας. Ότι είχε κατορθώσει να τιθασεύσει το κύμα που φούσκωνε δυνατό και άπιαστο από μέσα της!

Τιθασεύονται μάνα μου οι γυναίκες θεές; Πες μου;

Η Ροζαλία, ακόμη και τώρα, ανεμίζει καθώς περπατάει στον δρόμο. Πότε το μαντίλι της, πότε τα μαλλιά της, πότε τις περασμένες αγάπες, πότε την «άλλη» της αντίληψη των πραγμάτων…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη