«Ποντικοπαγίδες», γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

«Φθινοπώριασε νωρίς φέτος. Με το που μπήκε ο Σεπτέμβρης, έπιασαν και τα πρωτοβρόχια και αυτό δεν είναι καθόλου δίκαιο αγαπητή κυρία Φύση. Γιατί δεν έκανες το ίδιο με το που μπήκε το Καλοκαιράκι, μόνο θύμιζες φθινόπωρο; Γιατί δεν έκανες τα ίδια με το που μπήκε η Άνοιξη που θύμιζε παρατεταμένο Χειμώνα; Η συνέπεια στην τήρηση των φυσικών κανόνων, τώρα σε έπιασε; Και να οι καταιγίδες, να τα αστραπόβροντα, να το χαλάζι. Και ο κόσμος που άφησε να κάνει διακοπές το λεγόμενο μικρό καλοκαιράκι τού Σεπτέμβρη, τα μάζεψε και επέστρεψε σπίτι του βλαστημώντας την τύχη του…

Προσωπικά δεν λέω κουβέντα, γιατί εγώ το φθινόπωρο το αληθινό, το λατρεύω και ας είμαι κατά τα άλλα, άνθρωπος των άκρων που απεχθάνεται τα μεσοβέζικα πράγματα. Τι να πω, ότι δε μου αρέσει που αναπνέω με μια ανάσα δροσερή που πολύ απέχει από την παγωνιά; Ή το καμίνι του θέρους, κατ’ ευθείαν στα πνευμόνια μου; Κοντά στα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά δηλαδή; Παρά ταύτα δεν σκέπτονται όλοι το ίδιο και γι’ αυτό έκανα το παράπονό μου, που είναι δική τους ένσταση και μόνο.

Είσαι όμως και μια τύπισσα πού να σου τα λέω! Σε εσένα Φύση μιλάω! Σηματοδότησες τον ερχομό της Εποχής με ακραία φαινόμενα και αμέσως μετά, ένας ήλιος λαμπρός και εκτυφλωτικός καταυγάζει τα πάντα που είναι όοολα πλυμένα και καθαρά!

Έτσι το εξέλαβαν και οι μαθητές που πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς να βαριανασαίνουν από ζέστες και Καλοκαίρια που πηγαίνουν χαμένα. Είναι η μόνη μεσοβέζικη κατάσταση που αγαπώ στη ζωή μου, μα την αλήθεια σου λέω.’’

Αυτά σκεπτόταν η Πέρσα, που την είχε πιάσει και η λυρική της διάθεση.

Ώρες ώρες, οι σκέψεις της θυμίζουν Κική Δημουλά, που έχει κηρύξει  τον πόλεμο στη Φύση και την κατηγορεί ευθέως εκτός όλων των αδικιών της, ότι έπρεπε τον άνθρωπο να τον είχε κάνει ΑΘΑΝΑΤΟ και όχι να τον αφήνει να μαραίνεται σιγά σιγά και βασανιστικά σαν τον  μελλοθάνατο στο κελί του. Και η Πέρσα το ίδιο, αυτά δεν τα αντέχει και γι’ αυτό απασχολεί το μυαλό της γράφοντας ιστορίες, κρατώντας το σε εγρήγορση και φρεσκάδα, σε πείσμα της άπονης Φύσης, που ασφαλώς θα την ήθελε καθισμένη στην πολυθρόνα να πλέκει κάλτσες για τους φαντάρους, λάθος, να πλέκει πουλοβεράκια για τα εγγόνια της, που δεν τα φορούν κιόλας, προτιμώντας τα φιρμάτα!!!

Ντριν, ντρίιν, ντριν…

«Ναι; Ποιος είναι παρακαλώ; Μα ομιλείτε πού να πάρει η ευχή να πάρει…

Ωραία. Μην απαντάτε. Όταν ξαναπάρετε, γιατί σίγουρα θα το κάνετε, απλά δεν θα το σηκώσω».

Ντριιιιιιιιιν…

‘’Καλά, κτύπα όσο θες…’’

Και ενώ το τηλέφωνο δεν σταματά να καλεί, καπάκι κτυπά και το κινητό της.

«Ναι, λέγετε παρακαλώ…»

«Αμάν ρε μάνα και μας λαχτάρισες. Είσαι καλά; Γιατί δεν το σηκώνεις το ευλογημένο το τηλέφωνό σου, μου λες;»

«Για το και το και το…» της εξηγεί η Πέρσα. «Συμβαίνει κάτι;»

«Άιντα άιντα! Εδώ χαλάει ο κόσμος και η μάνα μου ανεπηρέαστη!»

«Έλα που χαλάει ο κόσμος κι΄ εγώ δεν το πήρα χαμπάρι… Άρα δεν χαλάει και τόσο…»

«Καλά, δεν άκουσες τίποτα εσύ;»

«Θα έπρεπε λες, ε; Για λέγε, για λέγε, εσύ που άκουσες…»

«Κοίτα μάνα, κόψε την πλάκα, γιατί τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Χάθηκαν πολύ απόρρητα έγγραφα από το γραφείο του Πρωθυπουργού και κατηγορούνται ευθέως γείτονες χώρες. Και αν αποδειχτεί ότι οι κατηγόριες είναι βάσιμες, θα έχουμε casus belli.

Η κλοπή, θα πρέπει να συνέβη απόψε το βράδυ, μια από τις ελάχιστες φορές που ο Πρόεδρος έφυγε νωρίς σχετικά, γιατί ήταν λίγο αδιάθετος και επέστρεψε στο γραφείο του ξημερώματα σχεδόν. Το κακό λοιπόν, σ’ αυτό το διάστημα συνέβη. Μα θα μου πεις, ο χώρος φρουρείται, είτε ο πρόεδρος είναι εντός, είτε εκτός. Πώς μπήκαν κακοποιά στοιχεία λοιπόν και έκλεψαν τα χαρτιά χωρίς να τους δει κανείς;»

«Ωραία και πες ότι τα πράγματα είναι τόσο σοβαρά. Εμένα ΓΙΑΤΙ μου τα λες με αυτό το ύφος; Μπορώ να κάνω κάτι εγώ;»

«Ναι μπορείς, αυτό προσπαθώ τόσην ώρα να σού πω εμμέσως πλην σαφώς»…

«Ναι, ε; Τίνι τρόπω παρακαλώ;»

«Α δεν ξέρω. Εσένα είναι η ειδικότητά σου να λύνεις περίεργες  υποθέσεις. Εγώ δεν είμαι παρά μια απλή πιανίστα. Μάνα βρες τον κλέφτη, το θέμα μας αφορά όλους, κυρίως αφορά τα εγγόνια σου που είναι φαντάροι. Σκέπτεσαι να γίνει κανένα θερμό επεισόδιο το πόσο θα κινδυνεύσουν; Αν και, αν είναι γραφτό να σού συμβεί κάτι, το παθαίνεις και εν καιρώ ειρήνης, όπως της Αμαλίας ο γιος. Κτύπησε το παλικάρι το πόδι του στο στρατό πηδώντας από ένα καμιόνι και θες γιατί οι γιατροί δεν τού έδωσαν την πρέπουσα σημασία, θες γιατί δεν φαντάστηκαν τις συνέπειες του κτυπήματος, το παλικάρι βολοδέρνει με εγχειρήσεις επί εγχειρήσεων εδώ και τρία χρόνια και δεν λέει να γίνει καλά. Τα ξέρεις, δεν τα ξέρεις; Σε κάθε περίπτωση, άγριο πράγμα ο πόλεμος. Έως ότου απολυθούν τα παιδιά, έτσι θα με τρώει η αγωνία. Όλοι πρέπει να βοηθήσουμε να απομακρυνθεί το ενδεχόμενο».

«Τι να πω; Μανάδες, υπερβολικές! Αλλά εδώ που τα λέμε, κι εγώ σχολείο πήγαινες και έβγαινα στο μπαλκόνι περιμένοντας να σε δω να γυρίζεις, στρίβοντας τη γωνιά τού σπιτιού μας, βρέξει – χιονίσει. Υπερπροστασία, που δεν κάνει και τόσο καλό. Άργησα να το καταλάβω. Αλλά μη νομίζεις και τον χρόνο να γύριζα πίσω, πάλι τα ίδια θα έκανα θαρρώ».

Συμβούλευσε την κόρη της να ηρεμήσει και υποσχέθηκε να θέσει τον εαυτό της στην διάθεση των αρχών από όποιο μετερίζι, για την ανεύρεση του θρασύτατου κλέφτη.

‘’Να τα μας τώρα και τα κατασκοπευτικά, έχε χάρη κόρη μου που τρέμω για τα εγγόνια μου και τα εγγόνια όλων των γιαγιάδων του κόσμου τούτου τού ανισόρροπου’’ μουρμούρισε μόλις έκλεισε το τηλέφωνο.

«Έλα Γιώργο μου, τι μαθαίνω; Πάλι δουλειές με φούντες έχετε;»

«Άστα Πέρσα μου. Θα περάσω από κει να τα πούμε. Τέτοια πράγματα από το τηλέφωνο δεν λέγονται».

Και έβαλε φτερά που λένε, πέταξε και τής ήρθε.

Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας και φίλος της κολλητός, εδώ και πόσα χρόνια. Συνεργάστηκαν στενά άπειρες φορές με επιτυχία, στην διαλεύκανση μυστηριωδών υποθέσεων και η αλληλοεκτίμηση, εκτός από την αγάπη, μεγάλη.

«Ερώτημα πολύ απλό βρε Γιώργο μου: Τι ήταν ο κλέφτης, αόρατος; Χίλιοι φρουροί μέσα και έξω, είναι δεν είναι μέσα ο Πρωθυπουργός και δεν τον είδε ΚΑΝΕΙΣ;

Σίγουρα οι συνεργάτες του όλοι υπεράνω υποψίας;

Καμία υπόνοια, υποψία αμυδρή έστω;

Είναι δυνατόν να με πας να δω τον χώρο;»

Και πήγαν εν τη απουσία τού Προέδρου.

Η Πέρσα θαύμασε το παλιό αρχοντικό που κτίστηκε πριν από τόσα πολλά χρόνια και που το εσωτερικό του ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό.

«Και δεν μου λες Γιώργο μου, από ποντίκια πώς πάμε; Γιατί ξέρω ότι αυτό το μειονέκτημα τα παλιά κτίρια, παρά τις οργανωμένες μυοκτονίες το έχουν».

«Ε, αυτό πρώτη μου φορά τ’ ακούω. Λες κάτι πράγματα ώρες ώρες, χα, χα, χα!

»Πού το πας γυναίκα περίεργη; Γιατί εσύ κάπου το πας.

»Υπάρχει πιθανότητα κανένας Μίκι Μάους να είναι ο άρπαγας;»

«Πολύ πιθανόν. Ελλείψει τροφής, λόγω της άψογης καθαριότητος και φροντίδας του Μεγάρου, αν υπάρχουν τέτοιοι μουστερήδες, θα έχουν λυσσάξει τής πείνας, όχι χαρτιά θα φάνε, μα και τα παχιά χαλιά, αν δεν έχουν αρχίσει κιόλας.

»Φάκες λοιπόν, πολλές φάκες και θα πιαστεί ο κλέφτης που υποψιάζομαι. Τι έχετε να χάσετε; Λίγο τυράκι και λίγες φάκες σάς ζητώ και τίποτα άλλο, όπως θα τραγουδούσε η αείμνηστη Νινή Ζαχά.

»Το ίδιο συμβαίνει στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Έτσι έχω ακούσει. Αλήθεια, ψέματα, δε ξέρω. Προσωπική άποψη δεν έχω».

Μα το τυράκι φαγώθηκε, όμως ο κλέφτης δεν τσακώθηκε. Απλά, με το να φαγωθεί το τυρί, επιβεβαιώθηκε η υποψία της δαιμόνιας Πέρσας για την ύπαρξη των σιχαμερών τρωκτικών.

Και ξανά μανά τυρί μπόλικο και πικάντικο, που να φάνε και να σκάσουν όλα τα τρωκτικά τού Μαξίμου!… Και ένας απαίσιος ποντίκαρος, αρουραίος, μηδεμία σχέση έχοντος με το γλυκό ποντικάκι του Ντίσνεϋ, πιάστηκε στη φάκα και θα του αποδοθεί η ευθύνη του φαγώματος των εγγράφων επί ποινή θανατώσεως του.

«Γιώργο μου ιδού ο λωποδύτης. Αν δεν είναι ΑΥΤΟΣ ο ένοχος, εγώ τις σχίζω τις περγαμηνές και τα μετάλλια. Μέσα στο απαίσιο στομάχι του θα βρεθούν ίχνη των εγγράφων, στο υπογράφω.

»Δεν ξέρω αν έχει… οικογένεια, γυναίκα, παιδιά, το βρίσκω πολύ πιθανό».

Έτσι κηρύχτηκε ένας απηνής πόλεμος εναντίον των απαίσιων τρωκτικών, μια μυοκτονία άνευ προηγουμένου και δεν απειλήθηκαν πια έγγραφα απόρρητα ή μη. Πάντως, καλού, κακού και επί καθημερινής βάσεως, στήνονταν φάκες στο Μέγαρο και ο χώρος μύριζε τυρίλα που δεν μπορούσαν να την καλύψουν με τα spray αποσμητικά. Σε κάθε περίπτωση, φαγητό μπόλικο υπήρχε στην απευχθέα περίπτωση που επιζούσε κανένα από δαύτα και προτιμούσε όπως είναι φυσικό το τυρί από τα όποια χαρτιά. Και λέμε ‘’όποια’’ γιατί, πώς να το κάνουμε, ποντίκια ήταν αυτά, δεν ήξεραν γράμματα για να πεις θα τα προτιμούσαν αξιολογώντας την σπουδαιότητά τους… Ευτυχώς όμως ήταν τελείως αγράμματα, ώχου Θεέ μου!

Έτσι τα φανταράκια θα ολοκληρώσουν τη θητεία τους και το προς την Πατρίδα καθήκον, δίχως να γνωρίσουν τον εφιάλτη το πολέμου…

Τι να το κάνει η Πέρσα το άγαλμά της που δα φιλοτεχνήσει γλύπτης ονομαστός, όταν αποβιώσει; Τώρα, όσο ακόμα ζει, να την τιμήσουν κατά πώς της αξίζει. Της το χρωστά η Πατρίδα, μετά τις τόσες υπηρεσίες που της έχει προσφέρει…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music