«Ποιητής Θεοδόσης Νικολάου (1930-2004)», γράφει ο Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης (Φιλολογική επιμέλεια: Δρ. Κατερίνα Τρύφωνος)

Καλό μήνα και από την Κύπρο, φίλοι αναγνώστες (και συνεργάτες) της Λόγω Γραφής!

Ο Θεοδόσης Νικολάου (Πάφος 1930-Λευκωσία 2004) θεωρείται ως ένας από τους μεγάλους και καταξιωμένους ποιητές της Κύπρου. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παιδαγωγικά στο Λονδίνο.  Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία της πόλης και της επαρχίας Aμμοχώστου έως το 1974. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα στην οποία πόλη δημιούργησε ένα πνευματικό πυρήνα με 3-4 φίλους αφοσιωμένους στον Πολιτισμό. Συνδέθηκε φιλικά και με τον Γ.Π.Σαββίδη, με τον οποίο είχε πολύχρονη συνεργασία.

Πιο σημαντικό πνευματικό δρώμενο του στη Λάρνακα θεωρείται η έκδοση του Περιοδικού ‘ΚΥΚΛΟΣ’ στο οποίο κατέθεσε σπουδαία κείμενα. Το περιοδικό ήταν πρωτότυπο και έφτασε σε αρκετούς ξένους ελληνιστές του εξωτερικού και σε βιβλιοθήκες πανεπιστημιακών σπουδαστηρίων της νεοελληνικής. Με κείμενά του έγιναν αφιερώματα όπως τα εξής: ‘Καβάφης και Κύπρος’ , ‘Ο ζωγράφος της Κύπρου Γ. Πολ. Γεωργίου’, ‘Ο πεζογράφος Κύπρου Αιγυπτιώτης Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης’.

Ποιήματα του Θεοδόση Νικολάου δημοσιεύονται από το 1950 (Κυπριακά Γράμματα) και εξέδωσε τις ακόλουθες τρεις ποιητικές συλλογές :

  1. ‘Πεπραγμένα’, Kύπρος 1980. (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)

  1. ‘Eικόνες’, Kύπρος 1988

  1. ‘Tο σπίτι’, ποιητική σύνθεση, Εκδόσεις ‘Nεφέλη’, Aθήνα 2002

Άλλα αξιόλογα λογοτεχνικά έργα του και κριτικές είναι τα ακόλουθα :

  1. ‘Ρίζες στο χώμα’, διηγήματα, Κύπρος 1958

  1. ‘Παπαδιαμάντη- σύντομο σχεδίασμα βίου και θεωρίας του έργου του’, Κύπρος 1961

  1. ‘Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα’, Εστία, Αθήνα 1966

  1. O ποιητής T.S.Eliot, Κύπρος 1969

  1. H πνευματική φυσιογνωμία της Αμμοχώστου, 1983

Στην άρτια λυρική ποίησή του συναιρεί την πικρή γεύση της Ιστορίας (παγκόσμιας και κυρίως Κυπριακής) και τον μεταφυσικό προβληματισμό (‘Κι ακόμη είναι η μοίρα των παιγνιδιών να μη επιδιορθώνονται…Κι αν αγοράσεις καινούριο είναι το μέγα λάθος. Η παλιά μνήμη επεμβαίνει, φριχτή πληγή από μαχαίρι ακονισμένο.’). Αναζητεί να ρίξει φως σε κρίσιμα θεωρητικά, μορφολογικά και θεματικά ζητήματα· τον βασανίζουν μα είναι οδηγοί ποίησης (‘Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του. Χαμογελά..’).

Στο σπουδαίο ποίημά του ‘Έκθεση ζωγραφικής’ καταλήγει στο απόφθεγμα ‘Φαίνεται πως δεν έχει σημασία το τί αλλά το πώς’. Αυτό αποτελεί απάντηση για τον ίδιο στο κλασικό ερώτημα ‘ποια είναι η μορφή που καθορίζει/ δημιουργεί τέχνη, και πώς τα δύο συνδέονται μεταξύ τους;’ ή και ‘πώς στην τέχνη συνδέονται το σημαίνον και το σημαινόμενο;’ Η ποιητική ουσία βασίζεται στη συνεύρεση του ποιητικού λόγου και του ατόφιου αισθήματος· δεν χρειάζονται φορτίσεις και ρητορείες, μα μόνο σωστές λέξεις.

Με το ποίημα αυτό ο Θεοδόσης Νικολάου προβληματίζεται κάπως για τους ποιητές και κριτικούς που επικεντρώνονται μόνο στη θεματογραφία ενός ποιήματος και στα έξωθεν στοιχεία/ πρότυπά του. Όμως δεν στρέφεται απόλυτα εναντίον του καλλιτέχνη που εκφράζει άμεσα μια ιδεολογία του, αν και φοβάται ότι ο καλλιτέχνης δεν ενεργεί ελεύθερα. Ο Νικολάου – όπως και ο Καβάφης στο ποίημά του ‘Ούτος Εκείνος’ – δεν προκρίνει την εύκολη χρησιμοθηρική ποιητική πραγμάτευση ενός ποιητικού θέματος, πόσο μάλλον αν πρόκειται για το δράμα της Κύπρου. Η ιστορική πραγματικότητα της Κύπρου ανάγεται σε ένα αληθινό υπαρξιακό βίωμα για τον ίδιο, καθόλα δραματικό. Και η Ιστορία ; Αυτή ‘συγχύζει το βήμα της σε δρόμους που πήρε, παραπλανημένη από οδόσημα που δεν οδηγούν πουθενά…η λεπτομέρεια υποκύπτει και μηδενίζεται.’

Συνομιλεί με τον Σολωμό, μέσα στη Σιωπή, η οποία παράγει μεγάλα έργα : (‘Τα έργα τα ωραία και τα μεγάλα / κυοφορούνται μες στα σπλάχνα της σιωπής. / Ίσως γι’ αυτό κι άκρα σιωπή σ’ αυτή την κώχη / βασιλεύει..’). Μέσα στον πόνο διατηρεί την Ελπίδα (‘Η ανεμώνη …βρίσκει το δρόμο της μες από το λαβύρινθο του ακανθώδους θάμνου..’). Μα είναι δύσπιστος για τα πάθη των ανθρώπων γιατί όλο αναπαράγονται (‘Τώρα που μάθαμε τι λέγουν οι μεγάλοι / αφού γίναμε κι εμείς μεγάλοι πια, / καταλάβαμε ακόμα και γιατί δεν μπορεί ο κόσμος / να ησυχάσει μια στιγμή…πράγματι, ώρα για να κλαις’).

Ένα επίσης εξαίρετο ποίημα του Θεοδόση Νικολάου είναι ‘Το σαλιγκάρι’. Ποίημα αλληγορικό το οποίο καθρεφτίζει την καλλιτεχνική και πνευματική βιογραφία του. Θέτει το θέμα της αξίας της ηθικής του ποιητή, της καλλιτεχνικής πειθαρχίας, της επίμοχθης  οργάνωσης και επεξεργασίας του ποιήματος ακόμα και της αισθητικής εποπτείας του. (‘Κατάκτησα το ύψος μου πολεμώντας νύχτα και μέρα /…μετρώντας τη διαδρομή μου

με το μέγεθός μου/ …η περιπέτεια η δική μου μια συνεχής αποταμίευση φωτός./ …Κι έκθετο είμαι σ’ όλους τους κινδύνους /…μα προβάλλω την ελικοειδή σιωπή μου…’).

Από τα δύο δοκίμια του Θ. Νικολάου για τον Τ.Σ. Έλιοτ φαίνεται να απασχολεί έντονα τον ποιητή η σχέση της ποίησης με τον εφαρμοσμένο κριτικό λόγο. Ίσως η σχέση αυτή να τον επηρέασε να βρει ως δημιουργός την ώριμη, αληθή ποιητική ταυτότητα του. Φυσικά, η σφαίρα της ποίησης του Έλιοτ έχει ‘κοινό χώρο’ με αυτήν του Σεφέρη. Με βάση αυτά ο Νικολάου εξάγει δικές του αρχές και θέσεις περί αισθητικής ότι δηλαδή το ποιητικό σώμα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από ‘αλοιφές ωραιολογίας’, πρέπει ακόμη να είναι οικονομικό/ σε πυκνή μορφή, να βαίνει από το ατομικό στο καθολικό.

Όπως ο ίδιος ο Θ. Νικολάου εξομολογείται: ‘για την κατανόηση ενός ποιήματος πρέπει να βάλουμε τον νου να εργαστεί σκληρά, και να προετοιμάσουμε τη ψυχή μας ώστε να γίνει ευαίσθητος δέχτης των εμπειριών, των σκέψεων και των ιδεών του ποιητή’. Τελικά ως ποιητής είναι και ζωγράφος και κηπουρός, με χέρι μαγικό και σύνεργα κηπευτικής!

Ωστόσο είναι και αρχαιολόγος. Έσκαψε και είδε ότι ‘το Σπίτι του’ (η Αμμόχωστος, η Κύπρος) έχει ‘θεμέλια με στρώματα από κόκκαλο Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων, εναλίων ζώων, από όστρακα αγγείων και ονείρων που μαζί με αίμα πολύ έπηξαν και έγιναν ένα’. Κι όμως κρατά το όραμα: βλέπει τη κτίση να λάμπει  σαν το άστρο που βγαίνει δροσερό από τη θάλασσα, βλέπει τον τρόμο και τη φρίκη να παραμερίζουν. Η κτίση στα λευκά, όλη φως, όλη μουσική. Η ωραία ζωή. Η ποίηση.

Πιο κάτω παρατίθενται αξιόλογα ποιήματα του Θεοδόση Νικολάου που μιλούν μόνα:

  1. Ποιητική Συλλογή ‘Πεπραγμένα’ (1980) – Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1980

ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ

 

Στο χάσμα του βράχου στενάζει ό άνεμος

Μέσα στις ρίζες στενάζει και στους κλώνους των δέντρων.

Τα θηρία ωρύονται

Άλαλα τα ορυκτά μένουν.

 

Γυμνός

Μέσα στην παγωνιά και το σκοτάδι

Ψηλάφησα το σκοτάδι

Ψηλάφησα το σκοτάδι επάνω στο σώμα της αγαπημένης

Και η νύχτα γέμισε άστρα.

 

Τότε σηκωθήκαμε από το κατώφλι

Και είπα•

Ιδού εγώ, Κύριε, το πρώτο θαύμα.

 

ΕΡΩΤΑΣ

 

Ο έρωτας είναι ένα μαρτύριο κι ένας καημός πού δεν αναπνέει

Πυρπολεί την ψυχή μας και τη γεμίζει με στάχτες.

Δέντρο που φλέγει και κατατρώγει την κόκκινη ομορφιά του

Μέσα στο καλοκαίρι.

Η νύχτα ξεφορτώνει την οδύνη της πάνω στο μέτωπο μας.

Ο ύπνος ετοιμάζει τραγικά προσωπεία πού θα φορέσουν τα όνειρα.

Μας ξεφεύγει ο σπάγκος

Κι ο χαρταετός μας

Άθυρμα στη συνομιλία των ανέμων.

 

Στα χέρια μας στάχτες, στο κορμί μας αιθάλη.

Κι όμως πρέπει ν’ αντέξουμε να δούμε το φεγγάρι.

Απόψε ο κύκλος του τριακοσίων εξήκοντα μοιρών.

 

Ένα ζευγάρι ερωτευμένων με το κεφάλι μέσα στο Γαλαξία

Εγκάθειρκτοι στη φυλακή των χεριών τους

Περιφρονούν τις στιγμές και μιλούν για αιώνες

Κι όμως η άλλη μέρα τους τοποθετεί σε χωριστούς δρόμους.

 

Το φεγγάρι ανεβαίνει τις σκάλες τ’ ουρανού.

Ανάβει στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι.

Χορδίζει τα τριζόνια.

Θα μας σκεπάσει με σεντόνια

Που στάζουν αρμύρα και γαλάζιο

Και θ’  αγρυπνήσει στο στρώμα μας.

 

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

 

Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων

Και οι φλόγες της ρομφαίας κοιμηθούν

Ο ποιητής που σ’ όλο τούτο το διάστημα άγρυπνα

Ντύνεται τη στολή του κλέφτη.

Δρασκελά το κατώφλι

Και επιδίδεται στο δυσχερές

Και ανόσιο έργο του.

Επιστρέφει όμως

Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη

Από το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.

Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του

Χαμογελά

Καθώς μια καλή οικοδέσποινα

Πού στιλβώνει ένα χάλκινο σκεύος.

 

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΑΙ-ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ

 

Ο έμπορος μέτρησε τα αργύρια του για τελευταία φορά

Χαμήλωσε το φως

Και ξάπλωσε στο στρώμα του

Με τη βεβαιότητα πώς καλά πηγαίνουν όλα.

 

Η χήρα βασανίστηκε για ώρες

Διπλώνοντας και ξαναδιπλώνοντας τα φτερά της

Ώσπου να γίνουν δυο μικρές καμπύλες στην άκρη των χειλιών της

Και στην αμεριμνησία δόθηκε του ύπνου.

 

Το μέτωπο του Άγιου σαράντα φορές μύρισε χώμα

Και μέσ’ από τις λάσπες περπατώντας

Προς τη βρεμένη του στρωμνή επορεύθη.

Μα πριν τον πάρει ο ύπνος

Εξύπνησεν ο νους του

Κι απάνω από την άβυσσο που βάθαινε μπροστά του

Ιλιγγιά

Ζαλίζεται

Και φρίττει.

Και μελετά αυτό το σταμάτημα του τροχού

Αυτή την παρέμβαση μέσα στην αέναη κίνηση

Που η δύναμη της αδυναμίας του υπερέβη.

Και άγρυπνα και δέεται στον Κύριο και Θεό του

Τον Κύριο των ανθρώπων, τον Κύριο των φιδιών.

 

ΤΟΠΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Περίλυπος και πάλιν ο Αβραάμ.

Μαχαίρια μπήγονται μέσα στην καρδιά του

Για τα τέκνα της Σάρας και τα τέκνα της Άγαρ.

Το αίσθημα του βέβαια στη στεφανωτική συμβία είναι δοσμένο.

Όμως κάποια συγκίνηση δεν διαπέρασε μάταια τα μέλη του

Καθώς κρατούσε στη φούχτα του το δροσερό κλωνάρι.

Στα βάθη της ψυχής του βρήκε κρυφό μέρος.

 

Τόσα πρόβατα, τόσα βόδια, τόσες γκαμήλες

Ασήμι και χρυσάφι,

Από την Ανατολή ως τη Δύση δικός τους ο κάμπος.

Τί γυρεύουν;

Ο τροχός δεν μπορεί να γυρίσει

Προς τα πίσω ούτε μια ώρα

Και πώς θα γυρίσει εφτά μέρες;

 

Ατάραχος μονάχα προβάλλει στον ορίζοντα ο Κύριος.

Πορεύεται μέσ’ από τους καπνούς

Και τα ιμάτια του είναι πιο λευκά κι από το χιόνι.

Περνά μέσ’ από τις γλώσσες της φωτιάς

Κι απάνω στα μαλλιά του και στα γένια του

Αύρα δροσοβόλος κατεβαίνει.

Έρχεται από την άβυσσο και στην άβυσσο επιστρέφει.

Μες στα σαγόνια της τα ολάνοιχτα αποθέτει

Πεποικιλμένο μαξιλάρι

Χρυσή κλωστή που τραγουδάει

Τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια

Κι επάνω του ακουμπά το γαλήνιο του κεφάλι

Και κοιμάται.

 

ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ

 

Αυτό το γελαστό ανθρωπάριο με τον κόκκινο σκούφο

Τα πράσινα χέρια και τα πράσινα πόδια

Με τα ωραία χρωματιστά φορέματά του

Δεν θα μπορέσει άλλη φορά να κουνήσει σπασμωδικά τα μέλη

Όσο κι αν τραβήξεις το σπάγκο.

 

Δεν μπόρεσε να ξεφύγει την κοινή μοίρα.

Η μοίρα των παιγνιδιών είναι η φθορά και η εξαφάνιση.

Πόσα λίγα παιγνίδια επιζούν και πώς επιζούν!

Ένα ξύλινο άλογο με τρία πόδια

Ένας τροχός από ένα τραίνο

Μια κούκλα χωρίς μαλλιά και μάτια.

Όλος ο κόσμος της ζωής σε μια μικρογραφία

Ξεθωριασμένος, ακρωτηριασμένος και καραβοτσακισμένος.

 

Κι ακόμη είναι η μοίρα των παιγνιδιών να μη επιδιορθώνονται.

Αν επιδιορθώσεις το χέρι σπάζει σε λίγο το πόδι

Επιδιορθώνεις το φουγάρο του πλοίου

Και ξηλώνεται η καρίνα.

Κι αν αγοράσεις καινούριο είναι το μέγα λάθος.

Το νέο αντικείμενο στέκεται σαν ένας παρείσακτος

Πού περιμένεις ώρα την ώρα να φύγει από το σπίτι σου

Και δεν φεύγει, και δεν υπάρχει ελπίδα γνωριμίας.

Η παλιά μνήμη επεμβαίνει

Φριχτή πληγή από μαχαίρι ακονισμένο.

 

ΑΛΛΟΙΩΣΙΣ

 

Τα έργα τα ωραία και τα μεγάλα

Κυοφορούνται μες στα σπλάχνα της σιωπής.

Ίσως γι’ αυτό κι άκρα σιωπή σ’ αυτή την κώχη

Βασιλεύει, που ο φόβος και η αγάπη των ανθρώπων

Μ’ ευφημιστικά και με άλλα μεταφορικά ονόματα

Διακρίνει: κοιμητήρι, χωραφάκι ή κηπάριο του Θεού.

Ίσως ακόμη και γι’ αυτό το φως της κουκουβάγιας κάθε τόσο

Ξεσκίζοντας τούς μαύρους πέπλους της νυχτός

Υπενθυμίζει: «Μη ενοχλείτε τούς εργαζομένους.»

 

ΑΝΟΙΞΗ

 

Η ξερολιθιά στον τόπο μας ανθοφορεί την άνοιξη

Και τραγουδά με χίλια χρώματα.

Το φίδι προβάλλει το κεφάλι

Αναδιπλώνει τη φρίκη της μελανής ομορφιάς του

Και κάθε τόσο αλλάζει το πουκάμισο του

Καθώς γίνεται βαρύ από το φορτίο των αρωμάτων.

Η ανεμώνη με σοφία επιμηκύνει το λιγνό στέλεχος της

Βρίσκει το δρόμο της μες από το λαβύρινθο του

ακανθώδους θάμνου

Και διαστέλλει τα πέταλά της στον γλυκό αγέρα της ζωής.

 

Και συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε κι εμείς

Να βρούμε τον δικό μας δρόμο

Μες  από τον σκοτεινό λαβύρινθο της αιχμαλωσίας μας

Χτισμένο με τόση μαστοριά και ακανθώδη τέλια

Συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε καμιά φορά

Να σηκωθούμε πιο ψηλά από το χώμα

 

Και να χαιρετίσουμε την ανατολή της άνοιξης.

 

  1. Ποιητική Συλλογή ‘Εικόνες’ (1998)

ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

 

Α’

 

Γελούν όσοι δεν άκουσαν την ηχώ

Των σταθερών βημάτων. Μα ποιός θ’ ακούσει

Μέσα στην ταραχή και τις φωνές του κόσμου;

Ασθμαίνουμε για ν’ αυξήσουμε την αγάπη μας

Για ό,τι θηρεύει η αίσθηση κι αιχμαλωτίζει.

Και η ψυχή συντετριμμένη σαν κοχύλια πάνω στα λάφυρά μας,

Που η θάλασσα στο τέλος, με ακατάπαυστη κίνηση ελαφρύνει

Και στην άμμο εναποθέτει.

Ἢ το ενισχυμένο χέρι άλλες φορές

Με στρίψιμο επιδέξιο

Αποσπά μ’ ευκολία από το βράχο.

Είδα τον καπετάνιο να γελά

Με την πίπα του στο στόμα να καπνίζει

Ενώ το καράβι του βούλιαζε.

Γελούν ακόμα γιατί δεν έχουν κατεβεί

Σκαλί σκαλί τη σκάλα

Και δεν λεηλατήθηκε η ακοή τους

Από τα σκουριασμένα σιδερικά καθώς χτυπούσαν

Σε σιδερικά. Δεν έχουν ακούσει τα κλειδιά

Να γυρίζουν δυο και τρεις φορές στις κλειδαριές.

Κι εκείνες τις φωνές του πόνου να μαυρίζουν

Μέσα στις απέραντες κάμαρες το σκότος

Δεν άκουσαν.

Αν ξέραμε

Ίσως πάνω στα χείλη μας θ’ άνθιζε

Ένα πικρό μικρό χαμόγελο μονάχα

Όπως αυτό που βλέπεις στο πρόσωπο των αγαλμάτων

Γραμμένο από τους Έλληνες τεχνίτες

Τον καιρό που ερωτεύονταν τις πέτρες.

 

ΜΝΗΜΗ

 

Όταν ήμαστε παιδιά μάς έλεγαν πως πρέπει να σιωπούμε

Για να μπορούν ν’ ακούονται οι μεγάλοι

Που συζητούν για υποθέσεις σοβαρές.

Μας έλεγαν να μη μιλούμε στο τηλέφωνο

Γιατί δεν είναι το τηλέφωνο παιχνίδι για παιδιά·

Είναι κι αυτό αναγκαίο για τους μεγάλους

Και μάλιστα για πράγματα ουσιώδη.

 

Και άλλα πολλά μας έλεγαν

Που εστένευαν την απεραντοσύνη του κόσμου.

Ο λυγμός κατέβαζε τα βλέφαρα βαριά

Ενώ ο ύπνος στέγνωνε στο μάγουλο μια βούλα από δάκρυα.

 

Μιλήσαμε τέλος στο τηλέφωνο όταν μάθαμε τα περί ήχου·

Ότι δηλαδή ο ουρανός είναι μια άλλη θάλασσα

Με κύματα που σπάζουν ή που σβήνουν κι αυτά στην ακοή.

Μιλήσαμε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής

Δεν μπορούσε να είναι ούτε ο λύκος

Ούτε η αρκούδα, ούτε ο πρίγκιπας

Ούτε ο Αϊ-Βασίλης με το μυροβόλο ραβδί

Και τα περδίκια αγαπημένα με τα λευκά περιστέρια

Να σμίγουν τους κελαηδισμούς τους.

 

Τώρα που μάθαμε τι λέγουν οι μεγάλοι

Αφού γίναμε κι εμείς μεγάλοι πια,

Καταλάβαμε ακόμα και γιατί δεν μπορεί ο κόσμος

Να ησυχάσει μια στιγμή.

Και είναι τώρα πράγματι η ώρα για να κλαις

 

ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΕΝΥΠΝΙΩΝ

 

Όταν κοίταξες τον ουρανό

Τ’ αστέρια σου φάνηκαν

Αιχμές από πυρφόρα βέλη

Που κατευθύνονταν με στόχο την καρδιά σου.

Γι’ αυτό φοβάσαι το σκοτάδι.

Κι όμως μονάχα μια διάτρητη καρδιά

Μπορεί να γεμίσει από αγάπη.

 

ΚΡΥΦΗ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ

 

Φώτης Κόντογλου ο Κυδωνιεὺς

Άριστος τεχνίτης του λόγου κατά τους ζωγράφους

αλλ’ όχι και ζωγράφος

Εξαίσιος ζωγράφος κατά τους τεχνίτες του λόγου

αλλ’ όχι και τεχνίτης του λόγου

Οπωσδήποτε όμως οχληρός και για τις δυο τάξεις

Ήταν ο ελάχιστος αδελφός

Που το μέγεθος της αγάπης του για το κύριο αλλά

και το ουτιδανό

Έφερνε σε αμηχανία αυτούς που έχουν τη μανία

Να διαιρούν και να ταξινομούν.

 

Γιατί εκτός από όλα αυτά τα παρεμφερή

Πάνοπλος με όλα τα σύνεργα της κηπευτικής

Έπαιρνε τους ερημικούς λοφίσκους της Αττικής

Και φρόντιζε τα πυρίπνοα και ποικιλόχρωμά τους άνθη.

Ήταν φορές που άνοιγε μονοπάτια για εύκολη πρόσβαση

Ἢ με την παλάμη του έκοβε το κρύο, τον άνεμο, τη ζέστη,

Παραμέριζε τους ακανθώδεις θάμνους και άνοιγε

Χαραμάδες μυστικές για τη σαύρα, την αράχνη

Το χελιδόνι, τη μέλισσα και τ’ άλλα.

 

«Άνθρωποι και κτήνη

Ζουζούνια και μαμούνια

Κι όλα τα φτερωτά·

Αγγέλοι κι αρχαγγέλοι.»

 

Μιλά για κάτι ρημοκλήσια ξεχασμένα

Καταφυγή για καθετί  που υπάρχει κι αναπνέει

Ραντίδα γλυκασμού στην άνυδρη τη γη και την ψυχή μας.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Τον αγάπησε γιατί είχε μαύρα μάτια

Και τα μάτια του πέταγαν σπίθες.

Την αγάπησε γιατί μια πλεξούδα χρυσή των μαλλιών της

Κυμάτιζε πάνω στο μέτωπό της.

Σμίξανε τα βήματά τους

Σμίξανε τις ψυχές και τα σώματα.

Μια πυρκαγιά τότε φούντωσε

Που δεν μπορούσε να σβήσει

Παρά μονάχα στη στάκτη.

Τι ωραία όμως που έτρεχαν οι φλόγες κατά μήκος

του ουρανού.

Τι ωραία που λαφυραγωγούσαν το σκοτάδι.

 

 

ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ

 

A’

 

Όλοι μας περιμένουμε να μιλήσει η Ιστορία.

Για να μιλήσει όμως κανείς πρέπει να δει

Το ουράνιο τόξο να γεφυρώνει την ομορφιά του κόσμου

Πρέπει ν’ ακούσει τη βροχή που κυλά

Πάνω στο αυγινό στέλεχος του σταριού

Και την ερωτική φλυαρία των κυκλάμινων,

Στον ουρανίσκο το μέλι της οπώρας

Και να κρατήσει στη φούχτα του πρέπει το νερό της θαλάσσης.

 

Ανοίγουμε λάκκους στη γη, μα γιατί;

Ανοίγουμε λάκκους μέσα στο σκοτάδι.

Γιατί;

 

Η Ιστορία είναι βέβαια απασχολημένη τριγυρίζοντας

Μέσα στα πεδία των μαχών και τους υπόγειους διαδρόμους

που ανοίγει η άβυσσος του νου.

Παραγγέλλει πρώτα στις μέρες

Να νίψουν τα αρματωμένα πρόσωπα

Παραγγέλλει στον Απρίλη και στ’ άλλα λαμπρά παλληκάρια

Ν’ αφαιρέσουν τη φρίκη ράβοντας το δέρμα

Συγκολλώντας τα σπασμένα κόκκαλα των νηπίων

Επιδιορθώνοντας και τοποθετώντας πάλι

Στις κόγχες του προσώπου τα πεσμένα μάτια.

Τότε μπορεί να γίνει η αναστήλωση των εικόνων

Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο των ψυχών μας.

Μα όταν λάβει καιρό χρονοτριβεί

Συγχύζοντας το βήμα της σε δρόμους που πήρε

Παραπλανημένη από οδόσημα που δεν οδηγούν πουθενά.

 

Τέλος όταν έρθει η ώρα να μιλήσει

Μιλά με γενικότητες και στατιστικές

Ενώ η λεπτομέρεια υποκύπτει και μηδενίζεται.

Αυτό που έχει σημασία είναι το επίτευγμα,

Όπως η ήρεμη επιφάνεια του ποταμού που κυλά

Αποκρύπτει την απεγνωσμένη πάλη των πρώτων κινήσεων.

 

Κι ακόμα όταν έρθει η ώρα να μιλήσει

Εμείς δεν είμαστε πια εκεί για ν’ ακούσουμε

Κι αυτοί που ακούουν δεν ενδιαφέρονται πως

Η μάχη ετράπη εις απλήν σφαγήν,

Ήτις μηδεμίαν ποιούσα διάκρισιν

Μεταξύ Βενέτων και Πρασίνων

Διήρκεσεν επί ώρας πολλάς, και επήνεγκε

Τον θάνατον τριάκοντα χιλιάδων ανθρώπων.

 

Όμως τη φωνή του Γιάννη μέσ’ από τη σκόνη

που σήκωνε το χώμα

«Μη με θάβετε, είμαι ακόμα ζωντανός»,

Ποιος θα καταγράψει,

Τώρα που εκραταιώθη η εξουσία του βασιλέως

Και όλα τα πράγματα μπήκανε σε τάξη;

 

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

 

Οι επισκέπτες τριγυρίζουν μες στην αίθουσα·

Βλέπουν στους τοίχους τις εικόνες

Συνομιλούν και σχολιάζουν.

 

«Ο τεχνίτης πρέπει να δίνει σάρκα και οστά στα οράματα του·

Από τα έργα απουσιάζει παντελώς η φρίκη του Θανάτου.

Τι θέση έχουν τα πουλιά, τα δέντρα, τα τοπία αυτά τα ειδυλλιακά

Την ώρα που η βία ωμή περνά και μας καταπατά;»

 

Μα όταν το βράδυ σβήσει τα φώτα ο φύλακας

Και στερεώσει το μοχλό στην πόρτα

Ανοίγουν το ράμφος τα πουλιά

Και η άδεια αίθουσα αντηχεί από ένα κλάμα

Σαν να μοιρολογούν όλα μαζί την Αντριανόπολη.

Κι ακόμα όταν σηκώνεται ο άνεμος τη νύχτα

Την αίθουσα αυτή δεν αγνοεί. Πνέει

Και σείει τα φύλλα των δέντρων στις εικόνες.

Ένας στεναγμός ακούεται μέσα στους τέσσερεις τοίχους

Ίδιος με το θρήνο της Εκάβης

Που μαζί με τις άλλες Τρωαδίτισσες ζητούσαν

Μέσα στη λεηλατημένη Τροία τα παιδιά τους.

 

Φαίνεται πως δεν έχει σημασία το τί αλλά το πώς.

 

ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ

 

Από το σπίτι μου πέταξα τα πάντα

Όσα στην ευτυχή έκβαση του ταξιδιού μου δεν συμβάλλουν

Κι από το σώμα μου κράτησα τη γύμνωσή μου μόνο.

 

Αυτά που λέγονται για μας μην τα πιστεύεις

Πως μας καίγουν κι εμείς τραγουδούμε

Κι όλα τα άλλα τα ψευδή και τα εμπαθή.

Κατάκτησα το ύψος μου πολεμώντας νύχτα και μέρα

Κατάκτησα το ύψος μου μετρώντας τη διαδρομή μου

Με το μέγεθός μου.

Γιατί βέβαια θα το ξέρεις

Πως ο δικός σας κόσμος είναι το σκοτάδι

Και πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός

Σ’ όλες του τις κινήσεις

Ενώ η περιπέτεια η δική μου μια συνεχής αποταμίευση φωτός.

 

Κι όμως όση προσοχή και σύνεση κι αν καταβάλλω

Έκθετο είμαι σ’ όλους τους κινδύνους

Και τίποτα άλλο δεν προβάλλω

Παρά την ελικοειδή σιωπή μου κι αναμένω

Μέσα στο χέρι το μεγάλο του Θεού.

Η φτέρνα σου βέβαια γνωρίζει

Τον άδειο ήχο της εύθραυστης βασιλείας μου.

 

  1. Ποιητική Συλλογή ‘Το Σπίτι’ (2002)

 

Α’ 

 

Οι πόρτες σπασμένες και τα παράθυρα σχισμένα

Χαλαρά τα φατνώματα έτοιμα να πέσουν

Κι από τους τοίχους οι ασβέστες ραγισμένοι

Σωριάζονται στο πάτωμα με κρότο κάθε τόσο.

Το σχήμα και το χρώμα του αλλάζει

Όπως η λάμψη ενός νομίσματος που έρχεται κοντά σου

Ταξιδεύοντας σε ποταμούς χεριών για χρόνια,

Και δεν υπάρχει νόμος

Να προστατεύσει αυτό το σπίτι

Ως οικοδόμημα ιδιαιτέρου και εξαισίου κάλλους

Μιας εποχής που φεύγει

Και να κριθεί διατηρητέον.

Οι χαραμάδες ανοίγουνε τη θέα

Με κάποια αδιαφορία αποκαλύπτοντας

Αυτό που τόσα χρόνια μ’ επιμέλεια και φροντίδα

Κρατούσε στο εσωτερικό του μυστικό

Και το περίεργο μάτι μ’ ενδιαφέρον προσπαθούσε

να ερευνήσει.

Και τώρα που ο ήλιος χαμηλώνει στον ορίζοντα

Και η σκιά μου επιμηκύνεται και ξεπερνά το ανάστημά μου

Σχεδόν εκμηδενίζοντας την ύπαρξή μου

Φοβούμαι μήπως κι η αθέατη ομορφιά του κινδυνεύει

Γιατί το κάθε ωραίο που υπάρχει χρειάζεται

το στήριγμά του

Όπως το άγαλμα χρειάζεται το βάθρο του

Όπως το ρόδο την ισχύ του κάλυκος του.

 

Β΄

 

Το πότε χτίστηκε το σπίτι δεν μπορώ να το ξέρω.

Η χρονολογία στο υπέρθυρο φθαρμένη

Και σε γλώσσα ίσως ακατάληπτη.

 

Ξέρω μονάχα πως τα θεμέλιά του

Είναι στρώματα από κόκκαλο

Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων,

Στρώματα από κόκκαλο

Ψαριών και άλλων εναλίων ζώων

Όστρακα αγγείων και ονείρων

Μαζί με αίμα πολύ που έπηξαν και έγιναν ένα.

Γιατί ποταμοί παπαρούνες

Χύνονται από τις γύρω πλαγιές

Διαρρέουν τον κάμπο

Και το πολιορκούν στα στενά με τον ερχομό της ανοίξεως.

 

Οι άνεμοι και η θάλασσα

Αφρίζουν, φυσούν, αλλά το σεβάζονται.

Και το μαύρο σύγνεφο που τη στέγη του απειλεί

Τα χελιδόνια το ξεσχίζουν με το ράμφος σε λωρίδες

Και με θριάμβου αλαλαγμούς τις διαλύουν

Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού.

Το σπίτι δεν είναι παρά ένας εξώστης

Λίγο πιο πάνω από τη γη

Λίγο πιο πάνω από τα κύματα

Διαρκώς αιωρούμενος.

Και μέσα στον καύσωνα, σχεδόν πάντα,

Ο Δυτικός άνεμος έρχεται κινώντας αργά

τις πτέρυγές του,

Σαλεύει τις κουρτίνες των δωματίων

Σαλεύει τα γιασεμιά,

Τα κόβει

Και στολίζει το καιόμενο μέτωπο των ενοίκων.

 

Η’

 

Τότε καθώς περνούσε ο καιρός

Συνέβη κοιτάζοντας τη μεγάλη λιτανεία να πορεύεται

Κάτι παράδοξο.

Ήταν σαν να έβλεπα απέναντί μου σε καθρέπτη

Το είδωλο μου.

Τον ίδιο τον εαυτό μου

Να παίρνει τη μορφή όλων αυτών

που ανεβαίναν και κατεβαίναν τις σκάλες.

Η κτίση έλαμψε

Σαν το άστρο που βγαίνει δροσερό από τη θάλασσα

Ο τρόμος και η φρίκη παραμέρισαν

Και περνά με τα λευκά της ιμάτια

Όλη φως

Όλη μουσική

Η ζωή, η ωραία κι αγαπημένη.

 

Θεοδόσης Νικολάου (1930-2004), Κύπρος


Έρευνα και παρουσίαση: Δρ. Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης, συγγραφέας, ερευνητής – Κύπρος, Ελλάδα.

Φιλολογική επιμέλεια: Δρ. Κατερίνα Τρύφωνος, φιλόλογος, δοκιμιογράφος – Κύπρος

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music