«Ποδαράκια στραβά», γράφει η Μαρία Πανούτσου

Ο παππούς  ο Γιάννης και πώς κτίζεται η μυθολογία της οικογένειας.

Τον Παππού τον Γιάννη  τον θυμάμαι  στο κρεβάτι άρρωστο. Θα κάνω κάποια στιγμή το πορτραίτο του θέτοντας τα δικά μου ερωτήματα στο πρόσωπό του. Από  τις λίγες φωτογραφίες που σώθηκαν  στο πατρικό σπίτι της μητέρας  μου -μετά τις καταστροφές στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Κεφαλονιά και αργότερα από τους σεισμούς- αλλά και από τις διηγήσεις της γιαγιάς Μαρίας  και από κάποια γεγονότα, έπλαθα τον δικό μου παππού  που δεν έμελε να τον γνωρίσω καλυτέρα, αφού πέθανε σχετικά  νέος από την καρδιά του.

Σε αδρές γραμμές, τα σύμβολα που έμεινα  να τον προσδιορίζουν,  μοιάζουν με  σημαδούρες σε ένα  χωροταξικό σχέδιο και είναι η λιγομίλητη παρουσία του,  το  μεγάλο φωτεινό δωμάτιο  με το διπλό κρεβάτι που  τον φιλοξενούσε  και γύρω του οι επισκέπτες και συνεργάτες να τον πλαισίωναν κάθε μέρα  σε όλη την διάρκεια της αρρώστιας του, ο ερωτάς του για  μία γυναίκα, η ιστορία της επιβίωσής του από  ένα ναυάγιο, μία φωτογραφία με το επιβλητικό του  παρουσιαστικό μαζί με δυο άλλους άνδρες  σε μια καλοκαιρινή ατμόσφαιρα, καθισμένοι σε χαμηλές πολυθρόνες  γύρω από ένα  τραπέζι στρογγυλό  επίσης χαμηλό,  με κάποια ποτά επάνω, χωμένη η φωτογραφία  αυτή, μέσα σε πλούσια βλάστηση, από κάποιο  ταξίδι του στο εξωτερικό  και πάνω από όλα  η αδυναμία που μου είχε  και η σχέση μου  μαζί του με εφαλτήριο το χορό. Εικόνες  χαρούμενου πρωινού με κάποια μουσική και πολλά γέλια έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό μου. Τι μoυσική άραγε μου έβαζε  για να χορέψω; Γιατί του  χόρευα κάθε φορά που τον έβλεπα  για να τον κάνω πιο χαρούμενο. Με τα στραβά μου αδύνατα ποδαράκια που χόρευαν πριν περπατήσουν και που ίσιωσαν πολύ αργότερα  όταν άρχισα να παίρνω μαθήματα ρυθμικής, τον διασκέδαζα και αυτοδιασκέδαζα τον εαυτόν μου.

Τα πρώτα μου χρόνια  η μητέρα μου με άφηνε με την γιαγιά  μου  για να μη με τρέχει   στα ταξίδια που ακολουθούσε τον πατέρα  μου, που ήταν μουσικός. Έτσι  ο πάππους και  εγώ είχαμε αναπτύξει μια ωραία σχέση.  Το μυαλό μου πάει συχνά στον παππού Γιάννη. Κάποια στιγμή θέλω να  μιλήσω για τον άνδρα αυτόν με  ένα πιο εξομολογητικό τρόπο. Οι διηγήσεις της γιαγιάς όταν μεγάλωσα και μιλάγαμε φιλικά, είναι  αρνητικές για το πρόσωπό του  αν και ποτέ δεν τον απομυθοποίησε πραγματικά μέσα της.

Δεν ξέρω γιατί ειδικά σήμερα τον θυμήθηκα. Ίσως γιατί  σήμερα χάρισα ένα βιβλίο σε μια φίλη,  ένα βιβλίο με αφιέρωση  δική μου στον εαυτόν μου.  Το Bonjour Tristesse της Françoise Sagan. Νομίζω με το βιβλίο αυτό κατοχυρώθηκε και μια  αντίληψη για το ότι η οικογένεια φέρει μαζί της και πολλά τραύματα  που   ο ενήλικας οφείλει να  θεραπεύσει. Οι μνήμες μου  για τον παππού παραπαίουν ανάμεσα στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας -χορός και γέλια- την ανεμελιά και  τις έντονες  αντιδράσεις της εφηβείας -ερωτήματα και απογοητεύσεις- και τη μετάβαση στην ωριμότητα -αποδοχή και προσγείωση- καθώς  η γιαγιά Μαρία  εξιστορούσε κατά  καιρούς  τα παθήματα μιας ζωής. Ίσως  από τις ώρες εκείνες των αφηγήσεων, από εκείνες τις τρυφερές  στιγμές,  διερωτώμαι  το γιατί και πώς, για τη ζωή,  για  τη διαφορετικότητα,  για  το τι σημαίνει   κοινωνική και ιδιωτική ζωή ενός ανθρώπου.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music