«Πανδημία», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Σήμερα πεντηκοστή δεύτερη μέρα εγκλεισμού. Δεν τα πήγαινε κι άσχημα ως τώρα. Βασικά δεν είχε αλλάξει και δραματικά η καθημερινότητά της. Πρωινό ξύπνημα, γυμναστική, μαγείρεμα, ανάγνωση ειδήσεων στο ίντερνετ (σιχαινόταν την τηλεόραση), οικιακές δουλειές (κοινώς αγγαρείες), κάνα βιβλίο αν είχε όρεξη, μουσική σίγουρα, τάισμα το γατί και το σκύλο (η βόλτα όλων των «ζωντανών» είχε απαγορευτεί δια νόμου), μπάνιο, γράψιμο (πάλευε να ολοκληρώσει μια νουβέλα), διάβασμα, ύπνος. Ρουτίνα. Και τα χάπια της δύο φορές τη μέρα, σταθερά ανά δωδεκάωρο. Άλλη ρουτίνα αυτή, απαραίτητη. Και πάλι από την αρχή.

Σκόρπια και σπάνια τηλεφωνήματα. Τα αδέρφια της – συνήθως τους καλούσε αυτή. «Βάλε viber» έλεγε στον μικρό. «Τζάμπα είναι, να μπορώ να σου στέλνω και καμιά φωτογραφία». «Τσάμπα είναι, όχι τζάμπα» τη διόρθωνε εκείνος. Γελάγανε. Ο καθένας από το σπίτι του.

Οι φίλες της – μοιρασμένες οι κλήσεις. Τα κλουβιά με τις τρελλές, όχι όπως στο έργο, κανονικά. Έγκλειστες κι αυτές. Παιδιά να κοπανιούνται, δουλειές να μαζεύονται, σύζυγοι να θέλουν σεξ. Όρεξη που την έχουν ώρες-ώρες… «Όχι ώρες-ώρες» της έλεγε η Ελπίδα, «όλες τις ώρες!» Γελάγανε. Η καθεμιά από το σπίτι της.

Τη μάνα της την είχε χάσει στο πρώτο κύμα της διασποράς. Ήταν ογδόντα δύο. Δεν άντεξε. Η τελευταία φορά που την είδε ήταν μέσω βιντεοκλήσης – ας είναι καλά η Προϊσταμένη που είχε αναλάβει και αυτό το λυπηρό καθήκον, από μόνη της, αυτό της επέτασσε η ανθρωπιά της. Έτσι κι αλλιώς για τους αρρώστους της έκανε τα πάντα. Τα πάντα.

Δεν θα ξεπερνούσε ποτέ την εικόνα αυτής της τελευταίας κλήσης. Γάντια, μάσκες, πλαστικά σκουφιά κι αναπνευστήρες, σωλήνες, μηχανήματα, πράσινες μπλούζες και μόνιτορς κι η αχνή φωνή της μάνας της με δυο δάκρυα να κυλούν στο πλάι. «Σ’ αγαπάω» της ψιθύρισε «θα βρεθούμε στον Παράδεισο». Εκείνη σίγουρα θα πήγαινε στον Παράδεισο, είχε κερδίσει μαρτυρικά αυτό το δικαίωμα. Την θάψανε με τα ίδια ρούχα που ήταν στη Μ.Ε.Θ.. Δεν πήγε στην κηδεία. Κανείς τους δεν πήγε. Απαγορευόταν.

Για κάποιο περίεργο λόγο, από την αρχή της πανδημίας, τα είχε πάρει τα πράγματα πολύ σοβαρά. Προμηθεύτηκε τα απαραίτητα και απομονώθηκε οικειοθελώς σπίτι της. Πριν καν βγάλει το σχετικό διάγγελμα η Πρωθυπουργός. Πριν καν νομοθετηθούν εκτάκτως τα νέα μέτρα. Πριν καν αρχίσουν να τιμωρούνται οι παραβάτες με προσωποκρατήσεις και πρόστιμα. Πριν καν φτάσει το ένα τέταρτο του πληθυσμού της χώρας της να έχει μετοικήσει εις Κύριον… ή αλλού, κατά τα πιστεύω του ή μη ο καθένας. Πριν καν το παγκόσμιο οικονομικό κραχ.

Για κάποιο περίεργο λόγο, ειδικά μετά το θάνατο της μάνας της, είχε αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά από όλο αυτό που βίωνε ολόκληρος ο πλανήτης. Λειτουργούσε μηχανικά. Έτρωγε, κοιτούσε την Άνοιξη από τα παράθυρα, κάποιες φορές την έπιανε ένα παράπονο στις φωνές των παιδιών που ακόμα παίζανε στις αλάνες. Στις αρχές δηλαδή, γιατί μετά οι πιο πολλές φωνές σίγησαν. Αλλού είχαν πεθάνει παππούδες και γιαγιάδες τους, αλλού γονείς τους. Τα μάζεψαν μέσα να τα προστατέψουν. Τότε της είχε καρφωθεί στο μυαλό, για αρκετές μέρες, μια μακρινή παιδική ανάμνηση. Ένα δωμάτιο. Ένα παιδικό κρεβατάκι με μεταλλικό σκελετό και πλαστικό κρεμ πλέγμα. Εκείνη γύρω στα δύο. Έκλαιγε. Δεν μπορούσε να βγει. Μα δεν έκλαιγε γι’ αυτό, ναι το θυμόταν καλά, ήταν σίγουρη. Έκλαιγε γιατί ήταν μόνη στο δωμάτιο. Τόσο αφόρητα μόνη. Κανείς δεν ήταν εκεί να τη βοηθήσει, να την παρηγορήσει, να της κάνει έστω λίγη συντροφιά. Αφόρητη, πικρή μοναξιά σε ένα απελπιστικά άδειο δωμάτιο. Δυο ετών μικρό πλάσμα. Μόνο του.

Κάποια στιγμή διάβασε ανέλπιστα καλές ειδήσεις. Όλος ο πλανήτης ανέκαμπτε. Καθάρισαν τα κανάλια της Βενετίας. Σταμάτησε η υπερθέρμανση της Γης. Μειώθηκε κατά σαράντα τοις εκατό η ατμοσφαιρική ρύπανση. Ναι λοιπόν, ο άνθρωπος, το «τελειότερο» ον του πλανήτη, το μόνο «σκεπτόμενο» ον του πλανήτη, αποδείχτηκε περίτρανα, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ήταν και η καταστροφή του. Μόλις πενήντα δύο μέρες εγκλεισμού και η Γη έδειξε ότι μπορούσε να σωθεί. Η Γη. Μόνη της. Με τα ζωάκια της και τα πουλάκια της και τα ψαράκια της. Χωρίς όμως τα τελειότερα όντα της, τους ανθρώπους.

Χάρηκε εκείνη τη μέρα. Μια δυνατή τσιμπιά συναισθήματος την ξύπνησε από το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει. Οκνηρία, ακινησία, αδιαφορία, συναισθηματική αδράνεια, αναισθησία, αυτά την χαρακτήριζαν τον τελευταίο καιρό, αυτά χαρακτήριζαν όλους και ας έκαναν όλοι τους τόσα, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού της. Τι διττή, αναθεματισμένη κατάσταση! Μα επιτέλους ξύπνησε! Μια ικμάδα φωτός διαφάνηκε. Δεν της έφτανε τόσο. Ήθελε να νιώσει κι άλλο. Κι άλλο, οπωσδήποτε.

Κοίταξε γύρω της. «Τι να έκανα;» αναλογίστηκε. Και τότε τον είδε. Καθόταν στον καναπέ και περιηγούταν στο διαδίκτυο από το κινητό του. «Ώπα. Ποιος είναι αυτός;» αναρωτήθηκε. Πλησίασε πιο κοντά. Το πρόσωπό του κάτι της θύμιζε… Αμυδρά… Κοίταξε πάλι γύρω της. Έψαχνε ασυνείδητα να βρει κάτι που να συνδέει αυτόν τον άνθρωπο με το σπίτι της, με τον εαυτό της, με το παρόν της. Στο κομό μια φωτογραφία γάμου. Αυτή νύφη. Ο άγνωστος γαμπρός.

«Ε, τώρα! Πες αλήθεια!» ψιθύρισε με έκδηλη την έκπληξή της.

Ο άγνωστος σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε απορημένος.

«Τι κοιτάς;» τη ρώτησε.

«Ποιος είσαι; Δηλαδή… Στ’ αλήθεια… θέλω να μου πεις… ποιος είσαι;»

«Πας καλά;» της απάντησε με τα μάτια μου γεμάτα γνήσια απορία ενώ ανακάθισε στον καναπέ.

«Ε… Δεν ξέρω…» του απάντησε και έκλεισε σφιχτά τα μάτια της πιάνοντας το μέτωπό της. Σήκωσε το χέρι της με την παλάμη τεντωμένη προς εκείνον, σε μια προσπάθεια να τον κάνει να μην συνεχίσει να μιλάει. Ήθελε να συγκεντρωθεί. Άνοιξε τα μάτια της, τα ξανάκλεισε, αναστέναξε βαθιά ξεφυσώντας, άνοιξε τα μάτια της και πάλι και τον κοίταξε.

«Ναι. Μάλλον όλο αυτό με έχει πιέσει, συγγνώμη» του απάντησε στο τέλος, κάνοντας μια κυκλική κίνηση με το δάχτυλό της στον αέρα.

Εκείνος συνοφρυώθηκε, την κοίταξε για λίγο, έπειτα ξαναξάπλωσε στον καναπέ, ξαναπήρε το κινητό του στο χέρι και συνέχισε ό,τι στην ευχή έκανε και πριν.

Εκείνη πήγε στη κουζίνα. Τους χώριζε μόλις ένας πάγκος. Στηρίχτηκε με τις παλάμες της στον νεροχύτη και κοίταξε έξω. Άνοιξη. Δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλά της. Δεν τον ήξερε. Δεν υπήρχε στη ζωή της. Δεν τον θυμότανε παρά μονάχα αμυδρά, κάποτε να γελάνε μαζί, σαν μέσα σε όνειρο. Ναι, ίσως να τον αγαπούσε τότε, δεν είναι σίγουρη πια, δεν θυμάται… Δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλά της.

Άνοιξε το συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα. Πήρε το μεγάλο μαχαίρι που είχε για να κόβει το κρέας. Πήγε ήρεμα προς τον καναπέ. Πριν προλάβει εκείνος να την καταλάβει, του κατάφερε μια δυνατή μαχαιριά στην δεξιά καρωτίδα. «Οι καρωτίδες είναι δύο μεγάλα αιμοφόρα αγγεία που παρέχουν οξυγονωμένο αίμα στο πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου, εκεί που βρίσκονται τα κέντρα στα οποία ελέγχονται η νοητική επεξεργασία, η ομιλία, η προσωπικότητα, οι αισθήσεις και η κινητική λειτουργία.» [1] Αυτό το θυμόταν από τα τόσα που είχε διαβάσει όταν ήθελε κάποτε να δώσει για ιατρική… «Ρε γαμώτο» μονολόγησε ήρεμα καθώς περιεργαζόταν το μαχαίρι στο χέρι της «λες να μην είναι αρκετό;»

Εκείνος πέταξε το κινητό, έπιασε τον λαιμό του, τινάχτηκε όρθιος αλαφιασμένος. Το αίμα πεταγόταν παντού. Κόκκινο, ζωντανό κόκκινο, ζωντανό… Εκείνη χαμογέλασε. Επιτέλους μια αντίδραση.

Πήγε στο γραφείο της, έγραψε ένα γρήγορο σημείωμα στο ημερολόγιό της: «Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν». Έπειτα βγήκε στη βεράντα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε στην πολυθρόνα που έβλεπε προς τα βουνά. Άναψε τσιγάρο. Τα χέρια της κόκκινα. Ο ουρανός καταγάλανος. Στην αυλή είχε ανθίσει η πασχαλιά. Κάπου άκουσε να κελαϊδά ένα καναρίνι. Ήταν 20 Μαρτίου. Εαρινή ισημερία, επιτέλους Άνοιξη.

Τελικά ναι, τη λάτρευε τη φύση.


[1] https://www.onmed.gr/

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Βασιλική Αποστολοπούλου
    21 Μαρτίου 2020 at 05:02

    Δυνατές εναλλαγές ζοφερού κι ελπιδοφόρου με καταλυτικό αναπάντεχο τέλος.
    Εξαιρετικό, μπράβο Κατερίνα μου!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      21 Μαρτίου 2020 at 15:03

      Σε ευχαριστώ πολύ Βάσω μου για το σχόλιό σου! Νομίζω μεταξύ ζοφερού κι ελπιδοφόρου εναλλάσσονται τα αισθήματα όλων μας αυτές τις μέρες…

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music