«Ο τελευταίος κύκλος», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

Εκείνο το γαλάζιο κομμάτι ουρανού, που τρύπωνε πεισματικά κάθε πρωί στην  κάμαρή της, ήταν το πρώτο ξύπνημα της ημέρας. Το χάδι από τις χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου, που έμπαινε  στο σπιτικό της, της έφερνε στο νου  μνήμες και στην ψυχή της ζεστασιά, που έλειπε από τη καθημερινότητα και πολύ την αποζητούσε. Άφηνε πάντα γι’ αυτό το λόγο την κουρτίνα του μικρού παράθυρου μισοτραβηγμένη για να μπορέσουν οι ηλιοακτίνες το πρωί να βρούνε εύκολα το προσκεφάλι της.

Πολύς δεν ήταν  ο καιρός, που είχε έλθει σε αυτή τη φωτεινή πόλη για  βιοποριστικούς κυρίως λόγους. Η αλήθεια είναι πως την είχε κουράσει η ζωή στην πρωτεύουσα. Μηχανική η ζωή, οι σχέσεις, οι συναναστροφές, η ποιότητα της ζωής υποβαθμισμένη.

Η  αναζήτηση του σπιτιού δεν καθυστέρησε. Δεν ήταν στις προτεραιότητές της η άνεση. Ένα συμπαθητικό παλιό σπίτι, που βρήκε σχετικά σύντομα κοντά στην εργασία της αλλά και στη θάλασσα, έγινε η αιτία να αγαπήσει αυτή την πόλη, που θα της άνοιγε ορίζοντες σε πολλά πεδία, όπως είχε σχεδιάσει με τον καλύτερο και τον πιο ουσιώδη φίλο της, τον εαυτό της.

Είχε εκκρεμότητες αφήσει πίσω της, μα δεν τις λογάριαζε γιατί αυτό που τώρα την ενδιέφερε ήταν να καταφέρει να σχεδιάσει ένα νέο κύκλο στη ζωή της. Δεν θυμόταν πόσους κύκλους είχε κλείσει μέχρι τώρα, με τους  περισσότερους από αυτούς άστοχους. Είχε δώσει υπόσχεση στον εαυτό της να είναι ο τελευταίος ανεπιτυχής. Θα προσπαθούσε να φανεί συνεπής έστω και με καθυστέρηση.

Η εγκατάσταση έγινε σχετικά γρήγορα. Δεν είχε εξάλλου και πολλές αποσκευές. Ό,τι της έλειπε, θα το αναπλήρωνε από την τοπική αγορά, που -όπως σύντομα διαπίστωσε- ήταν πλούσια.

Αφού τακτοποίησε τα τελευταία πράγματα, σκέφθηκε ότι θα έπρεπε να κάνει μια αναγνώριση του περιβάλλοντος χώρου του σπιτιού της. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε πέρα ως πέρα το δρόμο. Της άρεσε η γειτονιά. Είχε νέο κόσμο, μικρά χρηστικά καταστήματα και λίγο μακρύτερα η θάλασσα. Αυτό  το σημείο ήταν το πλέον γραφικό του εξωτερικού χώρου. Θα ήταν στο εξής το σημείο αναφοράς της ημέρας, κάθε φορά που θα έβγαινε στο μικρό μπαλκόνι για να περιεργαστεί το περιβάλλον του μικρού σπιτικού της. Η ηρεμία της θάλασσας πάντα την ανακούφιζε.

Λίγες ημέρες μετά την εγκατάστασή της και ενώ αγνάντευε αφηρημένα το πέλαγο, ανταπόδωσε το χαιρετισμό στο ζευγάρι του διπλανού διαμερίσματος από το δικό της. Ήταν πολύ επιφυλακτική πάντα με τις νέες  γνωριμίες, αλλά της φάνηκαν  συμπαθείς και οι δύο  και δεν δίστασε να δεχθεί τις επόμενες ημέρες την πρόσκληση τους   για καφέ στο σπίτι τους.

Της άρεσε ο τρόπος που την υποδέχθηκαν. Ζεστοί άνθρωποι!  «Η Ηλέκτρα είμαι» τους είπε και οι ίδιοι φιλικά και χαμογελαστοί της συστήθηκαν. Εκείνη, η Δάφνη,  δασκάλα χορού με σώμα βεργολυγερό, όμορφα μελιά μάτια  και στιλπνά μακριά καστανά μαλλιά. Εκείνος, ο Ορέστης,  συμπαθητικός με αρχαιοελληνική κοψιά και εύρωστο παρουσιαστικό. Ξεναγός της συστήθηκε. Μπορούσε, της είπε αφού προχώρησε η κουβέντα τους, αν ήθελε να της γνωρίσει τα πιο σημαντικά σημεία της πόλης. Πιάσανε  κουβέντα στην αρχή  για το περιβάλλον και την πόλη που τους φιλοξενούσε. Ξένοι και εκείνοι, αναζήτησαν από κοινού  την τύχη τους μακριά από  τις εστίες τους, βρίσκοντας  απάγκιο στην πόλη αυτή.

Ανταπέδωσε την πρόσκληση και η ζεστή κουβέντα τους συνεχίστηκε και στο δικό της σπίτι, με μια απίστευτη οικειότητα σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Αφού  προηγήθηκαν οι αναφορές σε όλες τις επόμενες συναντήσεις τους για τη ζωή τους, κάνανε σχέδια να τη χρωματίσουν με ό,τι καλύτερο και ποιοτικό τους προσέφερε αυτή η πόλη. Τους εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σκοπό να κάνει τον τελευταίο κύκλο των περιπλανήσεων της ζωής της. Ο Ορφέας τότε της χαμογέλασε, της χτύπησε τον ώμο και της είπε πως δεν πρέπει να  βιάζεται να κλείνει κύκλους και ότι θα έπρεπε να σχεδιάζει κι άλλους.

Όταν εκείνος  έλειπε στις ξεναγήσεις και οι δύο γυναίκες  δεν είχαν εργασιακές δεσμεύσεις, χάνονταν  στις εξερευνήσεις του νησιού και ανταγωνίζονταν στην αντοχή της θάλασσας και στην εξερεύνηση κυρίως των σπηλαίων της περιοχής, τα οποία ήταν γνωστά για την ιδιαιτερότητά τους.

Το σπήλαιο, όμως, της «Αφέντρας» ήταν αυτό που είχε  ήδη  εξάψει τη φαντασία της, αλλά ο Ορέστης, που  είχε κάνει πολλές ξεναγήσεις σ’ αυτό, λόγω της εργασίας του,  είχε αντιρρήσεις -ως ειδικός- να πάνε μόνες. Λαβυρινθώδες το σπήλαιο αυτό, με απρόσμενες στοές,  επικίνδυνο να σε μπερδέψει αν δεν είχες ειδικές γνώσεις του χώρου του. Όταν εκείνος ευκαιρούσε, θα τους έκανε την ξενάγηση, γιατί ήτανε πολύπλοκο, όπως τους εξηγούσε κάποιες φορές που η ίδια απορούσε με τους ενδοιασμούς του,  και υπήρχε φόβος να χαθούν στις στοές του. Η  Δάφνη το είχε επισκεφθεί αρκετές φορές με τον Ορέστη, παρ’ όλα αυτά, εκείνος δεν εμπιστευόταν την ικανότητά της, να μπούνε οι δυο γυναίκες μόνες τους στο σπήλαιο.

Παλιές ιστορήσεις μιλούσαν για την αφέντρα της περιοχής, που χάθηκε  σε αυτό το σπήλαιο για να λησμονήσει ανεκπλήρωτες επιθυμίες από του έρωτα τα πάθη. Του υποσχέθηκαν τελικά πως μόνο με την καθοδήγηση του θα πηγαίνανε και μόνες δεν θα το τολμούσαν.

Συνέχισαν τις περιπλανήσεις τους σε σημεία, που ο Ορέστης τους σχεδίαζε. Έλειπε αρκετό χρόνο ο ίδιος  από το σπίτι κυρίως τη θερινή περίοδο, που ήταν αυξημένη η απασχόλησή του.

Κακόκεφα και συλλογισμένα κάποιες φορές, η Δάφνη της εξομολογιόταν ότι ανησυχούσε όταν εκείνος έλειπε. Μήπως και τον πλανέψει, της έλεγε, κάποιο ξωτικό από τα σπήλαια που μπαίνει… Γελούσε η ίδια και της έλεγε να μη φοβάται γιατί ο Ορέστης την αγαπάει και πως έχοντας μια νεράιδα δίπλα του,  δεν θα την απαρνιόταν για όλα του κόσμου τα ξωτικά. Τότε εκείνη απαντούσε  πως ησύχαζε, αλλά η σκιά δεν έφευγε από τα μάτια της.

Τις περισσότερες Κυριακές εκείνος έκανε ξενάγηση. Τούτη την Κυριακή του Αυγούστου η Δάφνη της χτύπησε πρωί πρωί του κουδούνι. Ξαφνιάστηκε! Τις Κυριακές ήθελε να χουζουρεύει, δεν της άρεσε να ξεσηκώνεται νωρίς, αρκούσε το πρωινό ξύπνημα των υπόλοιπων ημερών.

«Σήκω να πάμε στο σπήλαιο» της είπε.

Την κοίταξε. Το βλέμμα της είχε μια παράξενη σκιά. Στην ερώτησή της για την ξαφνική αυτή απόφαση, δεν της απάντησε, μόνο της είπε να βιαστεί, να μην τις πιάσει το μεσημέρι. Κακόκεφα ετοιμάστηκε, μα δεν ήθελε και να της χαλάσει το χατίρι. Σχεδόν δεν μίλησαν μέχρι να φθάσουνε. Και δεν ήταν και μικρή η διαδρομή. Η Δάφνη προπορευόταν, σχεδόν έτρεχε. Όταν τη ρώτησε γιατί βιάζεται, δεν της απάντησε. Μεσημέρι σχεδόν φθάσανε στο σπήλαιο. Δεν είχε κόσμο, δεν πήγαιναν συνήθως ξένοι στο σημείο αυτό τις Κυριακές.

Βλέποντας την επιφυλακτικότητά της η Δάφνη  πριν μπούνε, τη διαβεβαίωσε πως ο Ορέστης της είχε δείξει πολλές φορές τις ιδιαιτερότητες του σπηλαίου. Η ίδια δεν μίλησε και την ακολούθησε αμίλητη  στην εξερεύνηση. Προχωρημένο μεσημέρι ήταν όταν περάσανε την είσοδο του σπηλαίου.

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας απορημένος ο Ορέστης άκουγε τη Δάφνη να του λέει πως δεν γνωρίζει για την απουσία της Ηλέκτρας.

«Ίσως και να πήγε να δει τους δικούς της» του είπε.

Τον καθησύχασε παράλληλα λέγοντάς του ότι εκείνη θα τους τηλεφωνούσε, ήτανε σίγουρη  για αυτό.

Οι ημέρες  πέρασαν και όταν  η Ηλέκτρα  δεν έδινε σημεία ζωής και μιας και δεν γνώριζαν κάποιο οικείο της πρόσωπο, μα ούτε και από την εργασία της μπορούσαν να διαφωτισθούν, σκέφθηκαν να δηλώσουνε την εξαφάνισή της.

Συνέχισαν τη ζωή τους με απορία και περισσότερο με ανησυχία για τη σιωπή της, μέχρι την ημέρα  που, έντρομος και σαστισμένος εκείνος, της είπε ότι σε ξενάγηση του ίδιου, στο σπήλαιο της «Αφέντρας» βρέθηκε το πτώμα της Ηλέκτρας σε αποσύνθεση και ειδοποιήθηκε από τον ίδιο η αστυνομία. Η Δάφνη δεν είπε τίποτε πέραν του ότι επαληθεύτηκε η πρόβλεψη της φίλης τους για τον τελευταίο κύκλο των εξερευνήσεών της.

 Ίσως μετά από χρόνια να τολμούσε να του εξομολογηθεί ότι την είχε εγκαταλείψει σκόπιμα στους λαβύρινθους του σπηλαίου της «Αφέντρας».

Διαισθανόταν, όχι δεν ήταν ιδέα  της, ότι ο Ορέστης πολύ  άρεσε  στην Ηλέκτρα και επιπλέον καταλάβαινε  ότι και εκείνου δεν του ήταν αδιάφορη. Όφειλε να οδηγήσει το ξωτικό, που ίσως της πλάνευε  τον άνθρωπό της,  στο χώρο που του ταίριαζε.

Ο Ορέστης όμως κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τις απώλειες της ζωής  του, κουβαλώντας ίσως στη σκέψη του ένα ξωτικό από το παρελθόν, ήταν ήδη πολύ μακριά της και ούτε που άκουγε, μα ούτε και που μάντευε τις σκέψεις της.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη