«Ο Παράδρομος», γράφει ο Γιάννης Βατικιώτης

Ένα βήμα εδώ, ένα παρακάτω και κάπως έτσι μαθαίνεις να περπατάς. Αργά στην αρχή και σταθερά βήματα, μετά μεγάλα και πιο γρήγορα, μέχρι να μάθεις να πατάς στα πόδια σου και να βαδίζεις στον δρόμο σου. Ο στόχος είναι ένας, να περπατάς στον δρόμο, στο μονοπάτι που σου χάραξε κάποιος ή και εσύ ο ίδιος. Ανεξάρτητα με το ποιον δρόμο έχουμε όλοι διαλέξει, θα έλεγε κανείς ότι όλοι έχουμε τον ίδιο. Αυτόν της ευτυχίας. Η ευτυχία φυσικά μεταφράζεται πολύ διαφορετικά για τον καθένα αλλά πραγματικά δεν έχει καμία σημασία αφού κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε ή θα γεννηθεί ποτέ, είναι σαν να φτιάχτηκε για να ακολουθήσει αυτό το ίδιο μονοπάτι σαν όλους τους άλλους πριν ή και μετά από αυτόν.

Ευτυχία. Νομίζω η λέξη και η έννοια της δεν χρειάζονται και πολλές επεξηγήσεις. Όλοι την ξέρουμε, όλοι την κυνηγάμε και την ποθούμε σαν την ομορφότερη γυναίκα που μας χάρισε ποτέ ο κόσμος. Όλοι, με διαφορετικούς τρόπους, αγαπάμε και κάνουμε οτιδήποτε μπορούμε για να σαγηνεύσουμε την κοπέλα με το λευκό φόρεμα που μας περιμένει στο ηλιοβασίλεμα με το ένα χέρι απλωμένο, περιμένοντάς μας υπομονετικά να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και τα εμπόδια ως αυτήν. Αυτή είναι ο δρόμος μας. Και πατήσαμε ανθρώπους και γκρεμίσαμε εγωισμούς και βάλαμε ασπίδα μας τα πτώματα των ακόμα ζωντανών και κάπου στην πονηριά μας πληγώσαμε τους άλλους για να τους μάθουμε πώς να φτάσουμε μαζί. Για να μας βλέπει από εκεί πάνω η κοπέλα μας μήπως και θαμπωθεί από την αλαζονεία και την υποκρισία μας. Έλα τώρα. Ποιος δεν το έκανε; Εγώ σίγουρα το έκανα. Έσυρα σαν τύραννος ανθρώπους με το ζόρι, να τους επιβάλω τον δικό μου σωστό δρόμο για το τέλος των βράχων.

Και ο άλλος δρόμος; Κανείς δεν θέλει να περπατήσει εκεί μόνος του. Βλέπεις… δεν έχει χαρές, δεν έχει τραγούδια και πώς άλλωστε θα είχε αν δεν υπάρχει κανείς άλλος για να τον βαδίσεις παρά μόνο εσύ; Εκεί είσαι εσύ και ο εαυτός σου μόνο. Σε αυτόν τον δρόμο περπατάς μόνος και όλα τα παραπάνω θα πρέπει να μάθεις να τα κάνεις στον εαυτό σου. Ο παράδρομος. Ο διπλανός στενός δρόμος που δεν βάλανε φώτα, μιας και κανείς δεν είναι αρκετά τρελός για να θέλει να τον βαδίσει. Του δώσαμε όνομα εμείς οι άνθρωποι και με αηδία και τρόμο τον βαφτίσαμε θλίψη. Ο ξάδερφος του θανάτου, δεν είναι δρόμος αυτός να περπατάει κάποιος, δεν είναι για ανθρώπους και όποιος άνθρωπος τον περπατά βγαίνει -αν βγει ποτέ- γεμάτος με σημάδια, με πληγές και με κουσούρια, όπως τα λέμε, και όλοι τα βλέπουμε και τον δείχνουμε και το φωνάζουμε για να τον αποφεύγουν όλοι. Να μη κολλήσουν θανατίλα. Μην αρρωστήσουν, μην τύχει και ξεστρατίσουν από τον δικό μας, τον γεμάτο φώτα, χρυσό μας δρόμο. Την λεωφόρο για το τέλος του γκρεμού, πέρα από εκεί που δύει ο ήλιος, με τον έρωτα να μας περιμένει.

Τους μισώ αυτούς τους ανθρώπους, σκεφτόμουν πάντα. Τόσο σιωπηλοί, τόσο λιγομίλητοι ή και ομιλητικοί, δεν έχει πραγματικά σημασία, αλλά πάντα τόσο καταραμένα ήρεμοι. Ήρεμοι στις κινήσεις , στις αντιδράσεις, στον χορό τους, στο φλερτ, στα συναισθήματά τους. Ήρεμοι σαν τον θάνατο. Τι ζωή μπορεί να ζουν, δεν υπάρχει ζωή μέσα στα άδεια σώματά τους.

Ένα πρωί χρειάστηκε. Ένα πρωινό και μόνο για να ανοίξω τα μάτια μου και να είναι νύχτα. Τα φώτα μου ήταν σβηστά και η κάθε μέρα από εκεί κι έπειτα ήταν νύχτα. Ξύπνησα στην άλλη πλευρά. Το χώμα είναι νωπό και κρύο, δεν έχω παπούτσια, δεν βλέπω καλά και πέφτω πάνω σε άλλους που μουρμουράνε ο καθένας το δικό του δράμα και μου ζητάνε την έξοδο. Μόνο ευθεία μπορείς να πας και πήγαινα. Παράλληλα με τον παλιότερό μου δρόμο, να παίρνω λίγο από τα φώτα του. Και ζήλευα. Πώς έφτασα ως εδώ. Ποιος με έβαλε. Τι είδους τιμωρία είναι αυτή, δεν μπορεί, τα έκανα όλα σωστά, είμαι σίγουρος. Μου είχαν πει ότι θα έρθω εδώ αν δεν σταματήσω, μα δεν το πίστευα. Οι μέρες σε αυτήν την πλευρά είναι όλες ίδιες απλά δεν έχουν φως. Ακούω πού και πού τις συζητήσεις των διπλανών, στην άλλη μεριά του δρόμου, να μιλάνε για το πότε και το πώς θα φτάσουν. Ειρωνεύονται ο ένας τον άλλον και καυχιούνται – Θεέ μου, πώς καυχιούνται τόσο ενώ πατούν σε πτώματα. Κάποιος, θυμάμαι, τράβηξε τον μπροστινό από τα μαλλιά για να προλάβει μια θέση. Ο χρυσός δρόμος των πτωμάτων. Και ρωτούσα, τους ρωτούσα συνέχεια, αν ξέρουν πώς θα βγω και ποιος με έβαλε. Τι τίμημα πρέπει να πληρώσω. Πόσο κάνει, θα τα δώσω, τα έχω, θα τα δώσω. Μια κοπέλα δίχως πρόσωπο περνάει δίπλα μου. Μου ψιθυρίζει «κάποιοι από εμάς δεν περπατάμε πια, ξεμείναμε σε αυτόν τον δρόμο και απλά κοιτάμε τα φώτα. Ο δρόμος για εμάς λέγετε κατάθλιψη. Δεν μπορείς να πληρώσεις πια. Περπάτα μπροστά.»

Περπάτησα νύχτες και βράδια ώσπου να βγω. Τα πόδια μου έχουν πια πληγές, τα χέρια μου είναι τραχιά. Μα τώρα αγγίζω και τώρα βλέπω, ακούω. Έμαθα  ότι τα τραγούδια μιλάνε για πραγματικά συναισθήματα και ότι αυτός που μου τα αφιερώνει ίσως και να τα εννοεί. Τώρα τους ακούω και καταλαβαίνω ποιος βαδίζει και πού. Είμαι πια τυφλός, μα βλέπω ποιος προτιμά τα χρυσά παπούτσια γεμάτα αίμα και ποιος αισθάνεται το υγρό χώμα. Έμαθα ότι η θλίψη γεννά υψηλά συναισθήματα, γεννά την τέχνη. Τώρα η κοπέλα στο ηλιοβασίλεμα είναι η κάθε κοπέλα που σταματάει να το δει. Δεν περπατώ για να την φτάσω απλά περπατώ για να ακούω και να μαθαίνω. Και βαδίζω στο πεζοδρόμιο, κάπου ανάμεσα στα δύο μονοπάτια, για να θυμάμαι ποιος ήμουν, ποιος είμαι και ποιος θα ήθελα να είμαι. Κρατάω φανάρι γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Η έξοδος για τον παράδρομο είναι πάντα ένα μέτρο μακριά.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη