«Ο Ξένος», ένα διήγημα της Χρύσας  Παναγοπούλου για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ο καιρός ήταν υπέροχος. Ο Ταζούκι πήρε επιτέλους την σύνταξή του ύστερα από χρόνια σκληρής δουλειάς. Ξεκίνησε με την υπερταχεία νωρίς το πρωί από το Τόκιο, με τελικό προορισμό την Οσάκα, που ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του. Εκεί, σε ένα ξεχωριστό σπίτι με κόκκινα τούβλα, έκανε τα πρώτα του βήματα, γνώρισε τον πρώτο του παιδικό έρωτα και ανακάλυψε την κλίση του για τη μουσική. Τώρα, κάπου πενήντα χρόνια, μετά ήρθε ο καιρός να ξεκουραστεί. Πάντρεψε τα παιδιά του, φρόντισε τα εγγόνια του να μην τους λείψει τίποτα, έθαψε την πολυαγαπημένη του γυναίκα και ξαφνικά ένιωσε ότι τίποτα δεν τον κρατάει πια στο Τόκιο. Καθώς ήταν μόνος στο βαγόνι, έκλεισε για λίγο τα μάτια αναπολώντας τις όμορφες στιγμές της ζωή του και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Πρέπει να τον πήρε για λίγο ο ύπνος όταν τον ξύπνησε η γλυκιά μυρωδιά του πούρου βανίλιας.

«Δεν νομίζω ότι επιτρέπεται το κάπνισμα εδώ» είπε ο Ταζούκι, δείχνοντας τη σχετική σήμανση στο βαγόνι. Ο ξένος έσβησε το πούρο στο πάτωμα με την παχιά αρβύλα του και χαμογέλασε χωρίς να δείχνει καμιά αμηχανία. Τα μαλλιά του ήταν κολλημένα πίσω με ζελέ, τόνιζαν περισσότερο το μακρύ πρόσωπο του με τα μικρά διαπεραστικά μάτια, τη γερακίσια μύτη και τα λεπτά χείλη. Το διαπεραστικό του βλέμμα, τα μακριά του άκρα αλλά και η υπερβολική αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε, έκανε τους συνομιλητές του να νιώθουν εξαιρετικά άβολα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι άνθρωποι έφευγαν ασυναίσθητα από κοντά του. Ο τόπος καταγωγής του θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε μεσογειακή χώρα αλλά το τροπικό μαύρισμά του έδειχνε ότι ίσως μόλις γύρισε από διακοπές στη Λατινική Αμερική.

Ο ηλικιωμένος όμως ένιωσε περισσότερο θυμό παρά φόβο. Ο άντρας αυτός τον εκνεύριζε και η ιδέα να είναι συνταξιδιώτης του ήταν απλά αφόρητη. Επιζητούσε τη μοναξιά σε αυτή τη φάση της ζωής του.  Αρκετά με την πολυκοσμία και τη βαβούρα.  Σηκώθηκε να πάρει έναν καφέ από το κοντινό μπαρ, σκεπτόμενός πώς θα ξεφορτωνόταν τον ανεπιθύμητο επισκέπτη.

Ακούστηκε ένας θόρυβος σαν απότομο φρενάρισμα, ο Ταζούκι σκόνταψε και χτύπησε στο μεταλλικό μέρος της πόρτας που χώριζε τα βαγόνια μεταξύ τους. Άρχισε να ζαλίζεται, καθώς μια μυστηριώδης ομίχλη τον τύλιξε. Το τρένο ξεκίνησε και πάλι με υπερβολική ταχύτητα. Όταν σταμάτησε ξανά, είχε αρχίσει να σουρουπώνει.

Το κεφάλι του πονούσε, ξύπνησε σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε στα μάτια του με ξύλινη παράγκα. Βρισκόταν πάνω σε ένα στρώμα αντί για κρεβάτι και από το μοναδικό μικρό παράθυρο κοιτούσαν και γέλαγαν παιδιά ατημέλητα και βρώμικα. Ο Ταζούκι σηκώθηκε με δυσκολία, το ρολόι του ήταν ραγισμένο και σταματημένο στις έντεκα το πρωί και ήταν αδύνατο να μην είχε φτάσει στον προορισμό του. Δίπλα του στο στρώμα ένας λευκός φάκελος. Ο Ταζούκι τον άνοιξε, ήταν σίγουρος ότι προοριζόταν γι’ αυτόν.

Ένα τάνκα, γραμμένο με ακανόνιστα γράμματα, τον έκανε να μπερδευτεί ακόμα χειρότερα αλλά να νιώσει κι άβολα καθώς άκουγε φωνές και γέλια όχι από πολύ μακριά. Επίσης, δεν έβλεπε πουθενά τα ρούχα του και τα αθλητικά παπούτσια του. Φορούσε μια παραδοσιακή ιαπωνική ρόμπα με έναν χρυσοκέντητο δράκο στην πλάτη και από μέσα ήταν γυμνός. Ένα και μοναδικό μαύρο κοστούμι, μαύρη γραβάτα και άσπρο πουκάμισο ήταν κρεμασμένο στο ένα και μοναδικό χειροποίητο παραβάν, που έμοιαζε στολισμένο με ζωγραφιές παιδιών. Μπροστά στην ξύλινη πόρτα υπήρχαν μαύρα γυαλισμένα μοκασίνια  στο νούμερό του.

Το τάνκα έγραφε:

Νεκρών ελπίδα,

Κάθε καθαρής ψυχής

Τρόμος ζωντανός

Διαβαίνεις μαύρο τούνελ

Την προσευχή σου κάνε.

Μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του. Οι φωνές δυνάμωσαν και τις συνόδευαν παλαμάκια και παραδοσιακή μουσική από ένα όργανο, σαν τύμπανο που δεν γνώριζε και ούτε είχε ξανακούσει. Φόρεσε αυτά, τα μοναδικά ρούχα και άνοιξε την ξύλινη πόρτα. Το δροσερό αεράκι τον χτύπησε στο πρόσωπο. Το μεγάλο ξάφνιασμα όμως ήρθε από την εγκάρδια υποδοχή της ολιγομελούς αλλά θορυβώδους παρέας. Η μουσική σταμάτησε, οι φωνές έπαψαν και ο γηραιότερος, που έμοιαζε να είναι ο παππούς της οικογένειας, του γέμισε ένα ποτήρι σάκε. Το συνοδευτικό χοιρομέρι τού τρύπησε τα ρουθούνια, αλλά δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του. Επτά ζευγάρια μάτια τον κοιτούσαν και έκαναν μια πρόποση σε γλώσσα που δεν αντιλήφθηκε αλλά αυτό που τον ανησύχησε ήταν ότι οι τρεις άντρες της παρέας ήταν οπλισμένοι με ημιαυτόματα όπλα. Τα παιδιά που γελούσαν και τον χλεύαζαν δεν φαίνονταν πουθενά. «Πού βρίσκομαι; Γιατί δεν είμαι στο τρένο;» ρώτησε προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του ο Ταζούκι.

«Έγινε ένα ατύχημα με την αμαξοστοιχία» πήρε το λόγο ο παππούς, μιλώντας αργά αλλά καθαρά στα ιαπωνικά. «Ήσουν τυχερός που γλίτωσες! Το χωριό μας είναι μικρό αλλά έχουμε όλα τα απαραίτητα για να σε φιλοξενήσουμε μέχρι να αποκατασταθεί η ζημιά ή μέχρι να έρθει άλλο τρένο. Τώρα ας πιούμε ξένε. Δεν έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε συχνά ξένους στα μέρη μας. Είμαστε αρκετά απομονωμένοι από τον πολιτισμό γι’ αυτό και δεν αναγνωρίζεις την τοπική μας διάλεκτο.»

Ο Ταζούκι ήπιε αρκετά για να μην τους προσβάλει και έφαγε ένα είδος τοπικών λαχανοντολμάδων με ρύζι και μυρωδικά. Για κάποιο λόγο, που δεν γνώριζε, απόφυγε να δοκιμάσει το κρέας όσο και λαχταριστό κι αν έδειχνε. Μια γλυκιά ζαλάδα τον τύλιξε και άνθρωποι και φωνές έγιναν ζωηρά χρώματα… σαν πυροτεχνήματα. Για άλλη μια φορά τα πάντα έσβησαν από μπροστά του, αφού σωριάστηκε στο μαλακό χώμα λιπόθυμος.

Ένας οξύς πόνος στο στήθος τον έκανε να ανοίξει τα μάτια. Είδε τον άγνωστο συνεπιβάτη του να τοποθετεί ξέρα φύλλα σε μια μεγάλη χαρακιά που είχε στο στήθος.

«Κάθισε ακίνητος» τον παρότρυνε. «Αυτό είναι το αντίδοτο στο παραισθησιογόνο σε λιγάκι θα νιώσεις καλύτερα και πρέπει να φύγεις όσο πιο γρήγορα μπορείς, στο δάσος.»

«Μα ποιος είσαι επιτέλους; Πώς βρέθηκα εδώ; Τι θες επιτέλους από τη ζωή μου;»

«Είμαστε τα πνεύματα των νεκρών που ζητούν δικαίωση, αιώνες τώρα. Μια κατάρα μας κρατούσε μακριά από το χωριό. Δεν μπορούσαμε με τίποτα να το εντοπίσουμε.  Εσύ ήσουν το δόλωμα για να μπούμε μέσα.

Έπρεπε να βρούμε κάποιον με καθαρή ψυχή. Που τα κρίματα του είναι πολύ λιγότερα από τα καλά του και τον έντιμο βίο του. Δεν γινόταν αλλιώς, όταν νιώσεις καλύτερα φύγε και μην κοιτάξεις πίσω…»

«Μα δεν καταλαβαίνω… Ποια πνεύματα; Ποιο χωριό; Πώς βγήκαμε από το τραίνο;»

«Με τον καιρό θα τα μάθεις όλα. Δεν έχουμε χρόνο… Αν έρθουν για σένα, θα χάσεις και συ την ψυχή σου.» Με αυτά τα λόγια ο άντρας τον άφησε μόνο με χιλιάδες αναπάντητα ερωτήματα.

Ακολούθησε μεγάλη σφαγή. Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πέθαναν με τη φρίκη χαραγμένη στα πρόσωπά τους, ενώ έκαιγαν παντού φωτιές.

Ο Ταζούκι ξύπνησε κάθιδρος καθώς το τρένο, είχε φτάσει στον προορισμό του. Μια συστάδα θάμνων τον πλημμύρισε με αγαλλίαση, καθώς κατάλαβε ότι έφτασε στον τόπο του. Κοίταξε γύρω του. Πουθενά ο ξένος. Τίποτα που να μαρτυράει ότι υπήρχε κάποιος εκεί εξαρχής. Το τραίνο σταμάτησε και εκείνος βγήκε με μια εξαιρετική ζωηράδα για την ηλικία του. Με το που μπήκε στην αυλόπορτα του σπιτιού του, τον πλημμύρισε η μυρωδιά του γιασεμιού που είχε θεριέψει. Έβγαλε τα παπούτσια του και το σακάκι του και μπήκε στο σπίτι. Κάτι όμως δεν πήγαινε καθόλου καλά… Δεν θυμόταν να το φορούσε στην αρχή του ταξιδιού του. Πέταξε με βιάση τα υπόλοιπα ρούχα του και κοιτάχτηκε στον ολόσωμο καθρέπτη του υπνοδωματίου. Μια χαρακιά αχνή πια αλλά ευδιάκριτη υπήρχε στο στήθος του. Κι ένα τσαλακωμένο χαρτί με ένα τάνκα στο σακάκι του.

 

[Σημείωση συγγραφέως:

Πάντα με γοήτευαν οι μύθοι και οι θρύλοι, πόσο μάλλον της Ιαπωνίας που είναι άκρως ρεαλιστικοί αλλά και τρομακτικοί. Όταν διάβασα για ένα ξεχασμένο τούνελ και ένα χωριό ονόματι Inunaki εντυπωσιάστηκα τόσο. Πρακτικά οι κάτοικοι εκεί έχουν τους δικούς τους νόμους και δοξασίες. Λέγεται ότι στην είσοδο του χωριού υπάρχει μια πινακίδα που αναφέρει: “Το ιαπωνικό σύνταγμα δεν ισχύει στην πραγματικότητα εδώ”.  Το μέρος είναι πολύ μικρό και δύσκολα βρίσκεται. Αλλά λένε ότι όποιος πήγε εκεί, δεν επέστρεψε ποτέ. Αυτό ακριβώς είναι που ζωντάνεψε την φαντασία των ανθρώπων και τους έκανε να διαδίδουν ότι εκεί γίνονται φοβερά πράγματα. Από ανθρωποθυσίες μέχρι και κανιβαλισμό…]

 


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music