«Ο Μπάρτοουν κι εγώ», ένα διήγημα της Νικολέτας Τρίψα για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Οι κούτες της αποθήκης κατέφτασαν αργά χθες τ’ απόγευμα στο καινούριο μου ρετιρέ. Σάββατο σήμερα, θα έχω ολόκληρο το απόγευμα δικό μου. Μια κούπα ζεστού καφέ θα είναι η παρέα μου για να αποτελειώσω και το τελευταίο ξεπακετάρισμα. Παλιές υποθέσεις, χαρτιά σημειώσεων, εισαγγελικές αναφορές, δελτία τύπου, φάκελοι, ντοσιέ… ένα χάος που έπρεπε να ξεκαθαρίσω και να τακτοποιηθεί στα ράφια της βιβλιοθήκης μου.

Μα όταν βρίσκεσαι μπροστά σ’ ένα χάος συχνά αντικρίζεις και την προσωπική σου άβυσσο. Επίτηδες άφησα τελευταία αυτή την κούτα. Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν μα κάποιες πληγές δεν παύουν να σε πονάνε. Παραχωμένο το κόκκινο τεφτέρι του  Μπάρτοουν. Εκεί μου είχε καταθέσει τον ψυχικό του κόσμο. Κάθε Τρίτη ανυπομονούσα να το κρατήσω στα χέρια μου. Ψηλάφιζα τις σελίδες λες και του χάιδευα τα μαλλιά. Το στραβό του χαμόγελο, που γλύκαινε το πρόσωπό του, έκανε αμήχανους σπασμούς καθώς εγώ διάβαζα τις αράδες του τότε. Έντεκα χρόνια πέρασαν μα δε νομίζω πως ξέχασα όλη αυτή την παραζάλη.

«Κραδαίνεται η ψυχή μου κάθε φορά που σε αποχωρίζομαι. Δεν ξέρω πώς να αγαπώ αλλά ξέρω τον παράφορο έρωτα που σαν ταμπούρλο κοπανά τα στήθη μου για να πεταχτεί έξω», διαβάζω δυο σειρές και είναι σαν ο χρόνος να με γύρισε ξανά πίσω.

«Κι αν η φυλακή φαντάζει για πολλούς μαρτύριο, το δικό μου μαρτύριο ξεκινάει κάθε φορά που αποχωριζόμαστε. Κυλάνε επώδυνα οι μέρες. Κολαστήριο οι νύχτες. Σε φαντασιώνομαι διαρκώς. Αναπολώ το χαμόγελό σου, φως που χύνεται  μέσα σ’ αυτούς τους αηδιαστικούς τοίχους κι ανθρώπους.  Ξέρω τι διακινδυνεύεις για μένα, όμως ο έρωτας αδιαφορεί για τ’ απαγορευμένα. Η αγκαλιά σου ανασύρει ό,τι καλό απέμεινε μέσα μου. Λαχταρώ να ρουφήξω τα χείλη σου, να γλιστρήσω τα δάχτυλα μου στις  σχισμές των ρούχων σου και να σε σφίξω μέσα στους βραχίονές μου! Σε λίγο η πόρτα θα χτυπήσει, αποχαιρετώντας με τυπικά. Με καταλύει κάθε φορά ο φόβος μήπως μαρτυρηθούμε και δεν σε ξαναδώ» έγραφε για μας.

Το μόνο που δεν περίμενα από τον εαυτό μου ήταν ένας έρωτας με έναν τρομοκράτη. Το κόκκινο ημερολόγιο μού το ταχυδρόμησε τέσσερα χρόνια αργότερα, με συμπληρωμένες και τις τελευταίες του σελίδες. Πίνω μια γουλιά καφέ απολαμβάνοντας το παραμύθι της διαφυγής του.

«Η Trujillo είναι τώρα ο τόπος διαμονής μου. Μια ήσυχη, κομψή, αποικιακή πόλη του Περού. Αραχτός  σ’ ένα από τα ξύλινα μπαλκονάκια της, με τα σφυρήλατα σιδερένια παράθυρα, αναπνέω τον αέρα της ελευθερίας!  Από εδώ θα προετοιμάσω τη  διαφυγή μου για τα Βραχώδη Όρη. Ένας φυγάς! Άλλαξα προσωπεία περιφερόμενος ανά την υφήλιο.  Δεν ήταν λίγες οι φορές που φλέρταρα με το θάνατο, όπως και πριν τρεις μήνες. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στους αρχηγούς της C.I.A., κόντεψε να μου στοιχίσει τη ζωή. Ο καταδότης τούς πληροφορούσε πως ο εν λόγω καταζητούμενός τους απολάμβανε το ψάρι του στην Ουσουάγια, τη νοτιότερη πόλη της γης, φορώντας το γνωστό τραγιασκάκι του.

Τώρα, εδώ στη  Trujillo προετοιμάζω βήμα-βήμα το νέο δυνατό μας χτύπημα. Απολαμβάνω το έργο μου. Σίγουρα είναι αυτό που θα με κάνει να περάσω στις σελίδες της ιστορίας. Θα μιλάνε παγκοσμίως χρόνια για μένα. Θα είμαι το ισλαμικό πρότυπο δικαιοσύνης. Το πλήγμα στις κυβερνήσεις θα είναι σίγουρα απρόβλεπτο και τραγικό».

Στις τελευταίες του σελίδες αναφέρει πως κάποια στιγμή εντοπίσανε τα ίχνη του στην Ινδία, σε μια ύστατή του προσπάθεια να κρυφτεί, ως δόκτωρ Ουρ Πραντές, σε νοσοκομείο ελεφάντων. Για καιρό ήταν υποχρεωμένος να ανέχεται την ευωδιά των τεράστιων κοπράνων τους. Μα αυτό ήταν το λιγότερο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι αδέξιες κινήσεις των γιγαντιαίων φίλων του, τον είχαν στολίσει με γύψο ή με νάρθηκα. Μου έγραφε πως το χειρότερο που του συνέβη ήταν η βοήθεια που έπρεπε να προσφέρει σε μια εγκυμονούσα ελεφαντίνα. Δεν ξέρω πού βρήκε την ψυχραιμία, αλλά φορώντας ένα μακρόστενο γάντι, που έφτανε έως τον αγκώνα και λίγο παραπάνω, το βύθισε μέσα της σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει μια ζωή. Έσκασα ένα χαμόγελο στο διάβασμα αυτής της λέξης. Ναι, μπορούσε και να σώζει ζωές.

Στην Κωνσταντινούπολη δούλευε στα χαλάδικα της Πόλης. Μεταμφιεσμένος μπροστά στο πλήθος, έδινε κάθε μέρα παράσταση. Κάτω από τη μύτη τους πηγαινοερχόταν καθημερινά για να κάνει το παζάρι του. Ομολογώ πως είχα ζηλέψει τη ζωή του. Μου φάνταζε σαν παραμύθι, που έχασα την ευχή για να μπω κι εγώ μέσα. Εγώ που καταδίκαζα με το επάγγελμά μου το άδικο και προάσπιζα τ’ ανθρώπινο δικαίωμα της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και του σωφρονισμού, δεν έχω ιδέα γιατί φλέρταρε η σκέψη μου με  κάτι τόσο ριψοκίνδυνο κι ακραίο.

Μετά το ημερολόγιο που μου απέστειλε δεν ξαναείχα νέα του. Υιοθέτησα, όμως, τη συνήθεια να ταξιδεύω. Να ταξιδεύω σε διαφορετικά κάθε φορά μέρη. Ίσως, ενδόμυχα, η πρόθεσή μου ήταν να τον συναντήσω τυχαία. Το κατάλαβα εκείνη την ημέρα που έπινα καφέ στη πλατεία του Μαρόκου. Απολάμβανα έναν καφέ μέσα στο καυτό μεσημέρι, όταν το απλανές βλέμμα μου εντόπισε μια ανδρική φιγούρα να έρχεται καταπάνω μου. Ακριβώς τρία μέτρα πριν βρεθεί στην καρέκλα μου, μια γρήγορη μεταβολή του τον έκανε να χαθεί από τα μάτια μου. Το βλέμμα του είχε εντοπίσει πέντε τύπους, που με βιαστικές κινήσεις άνοιγαν δρόμο ανάμεσα στον κόσμο για να βρεθούν κοντά του. Πετάχτηκα από την καρέκλα μου για να τον ακολουθήσω. Αναρωτήθηκα, όμως, αν ήταν στ’ αλήθεια αυτός ή η αντηλιά μού έπαιζε παιχνίδια. Ξανακάθισα, με την καρδιά μου συγκλονισμένη από τους χτύπους. Μάλλον θα έκανα λάθος. Τα μάτια του, όμως, που η κεφίγιε [1] άφηνε εκτεθειμένα, δεν μπορεί να τα μπέρδευα!

Ένα χρόνο αργότερα τα κορμιά μας ενώθηκαν σε ένα συνονθύλευμα τρέλας και πάθους. Ήταν φθινόπωρο και βρισκόμουν ταξίδι στο Τόκιο. Αποφάσισα την τρίτη μέρα να την περάσω στο Χακόνε. Μια μονοήμερη απόδραση στις ιαματικές πηγές του, για τις οποίες φημίζεται. Οι τουριστικοί οδηγοί υποστήριζαν ότι ένα ταξίδι  με το τραίνο σίνκανσεν, θα ήταν εμπειρία για έναν ταξιδιώτη. Πραγματικά, το ταξίδι μ’ αυτή τη βολίδα δεν είναι κάτι που εύκολα θα ξεχάσω.

Άφηνα τους ρυθμούς της μητρόπολης για μια τονωτική περιήγηση στην ύπαιθρο. Απολάμβανα το ταξίδι μου, καθώς η εικόνα της μεγαλούπολης γρήγορα παραμερίστηκε από το φυσικό τοπίο λόγω της υπερταχείας. Είχα φτιάξει ένα τέλειο σχέδιο στο μυαλό μου γι’ αυτή μου την  απόδραση. Πού θα πάω, τι θα δω, ποιο άλλο μέσο θα χρησιμοποιήσω κι ακόμη τι ώρα θα έπρεπε να ήμουν πίσω. Γυρίζοντας όμως από την τουαλέτα, ένα γράμμα έφερε τα πάνω κάτω.

Το βρήκα να προεξέχει από τον τοπικό χάρτη, που είχα ακουμπισμένο στη θέση μου. Ανίδεη για την προέλευσή του, το άνοιξα και διάβασα:

Έλα κοντά μου.

Κοιμήσου στο Αζίτο

μια νύχτα μόνο.

Γίνε ξανά δική μου!

Ποτέ δε σε άφησα.

Κοίταξα τριγύρω μου, μα μονάχα χαμογελαστές κυρίες αντίκρισε το σαστισμένο μου βλέμμα. Η ταραχή μού πήρε αρκετά λεπτά ώσπου να μ’ εγκαταλείψει. Γνώριζα πολύ καλά το γραφικό χαρακτήρα του τάνκα. Ο  Μπάρτοουν ήταν εδώ! Τόσο καιρό ήταν εδώ κι εγώ απλώς, δεν το γνώριζα! Ένα μειδίαμα χαράχτηκε  στα χείλη μου. Τόσα χρόνια, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά ο ένας από τον άλλον σε λίγη ώρα θα μηδενίζονταν. Είχα φτιάξει  εκατοντάδες σενάρια απροσδόκητης συνάντησης, στο νυχτερινό μου ονειροπόλημα. Η ζωή ομολογώ πως κάνει τα καλύτερα απ’ όλους μας. Τα επόμενα δεκάλεπτα κύλησαν βασανιστικά. Ανυπομονούσα να τον συναντήσω. Σα δεκαοχτάχρονη ερωτευμένη έφηβη ένιωθα τώρα.

Το ξενοδοχείο Αζίτο βρισκόταν σ’ ένα πολυσύχναστο δρόμο. Βγαίνοντας γινόσουν ένα με τους περαστικούς. Ξύλινη, απλή διακόσμηση, που έδινε στο εσωτερικό του μια καθωσπρέπει ατμόσφαιρα και φυσική ηρεμία. Λιγοστά δωμάτια, καθαρά κι επιμελημένα, περίμεναν τουρίστες και ταξιδιώτες. Παρόλα αυτά, μια χαρά τα σεντόνια τους αγκάλιασαν  έναν τρομοκράτη με τον απωθημένο του έρωτα.

Δίνοντας τ’ όνομά μου στην κοπέλα της ρεσεψιόν, πήρα τον αριθμό του δωματίου μου. Όταν έφτασα απ’ έξω δείλιασα να μπω. Ομολογώ πως άρχισα να τρέμω. Δεν ήξερα αν ο Μπάρτοουν με περίμενε ή εγώ θα ήμουν αυτή  που θα βρισκόταν στην αναμονή. Με το άνοιγμα της πόρτας η μυρωδιά του τσιγάρου του με τύλιξε. Ήταν ήδη εκεί. Όταν έκλεισα την πόρτα, το βλέμμα του με διαπέρασε. Ένιωσα, όπως την πρώτη φορά που τον συνάντησα στις φυλακές, ένα ρίγος. Το φιλί του δεν άργησε να με οδηγήσει στο κρεβάτι. Κι εκεί παραδοθήκαμε σε μια έκρηξη ηδονής. Μια φλόγα πάθους μόλις είχε γίνει πυρκαγιά.

Το ξημέρωμα μας βρήκε αποφασισμένους για μια κοινή πορεία. Δεν υπήρχε νόημα να ζεις μακριά από κάποιον που τόσο ποθείς. Ήμασταν ερωτευμένοι κι ας αποφεύγαμε να το παραδεχτούμε. Ο χρόνος μάς είχε φανερώσει τα πόσα νιώθαμε. Ήταν, λοιπόν, καιρός να καλύψουμε τα τόσα χαμένα μας χρόνια. Το κυνηγητό για μένα μόλις είχε ξεκινήσει!

 


[1] Κεφίγιε: η αραβική ανδρική μαντήλα.

 


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη