«Ο Λίλυ», γράφει η Μαρία Πανούτσου

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής

σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια

που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν

 Εσένα!

[Οδυσσέας Ελύτης]

Ο Λίλυ ήταν  ο πρώτος μου ‘δεσμός’. Κύπρος. Αμμόχωστος, πριν  την κατοχή από τους Τούρκους. Ο παράδεισος στα μάτια μου τα παιδικά. Το σχολείο  και η εκκλησία,  μαζί με το σπίτι της Άλεξ, ήταν από τα πιο σημαντικά μέρη που με έβρισκες. Η Άλεξ ήταν η φίλη μου.  Δεν θυμάμαι αν ήταν συμμαθήτρια μου, ή  ήταν φίλη που είχαμε γνωριστεί κάποια στιγμή και έγινε η κολλητή μου. Δεν την θυμάμαι στο σχολείο. Την θυμάμαι όμως και όλες οι εικόνες  που έχω είναι από το σπίτι της, που ήταν λίγο πιο πάνω από το δικό μου. Στο σπίτι της πολλές φορές και πάντα με παιχνίδια και γιορτή.  Στη μνήμη μου έχω την εικόνα ενός σπιτιού πάνω από το φωτογραφείο του πατέρα της, του φωτογράφου Βασιλείου,  και πάντα σε γιορταστική ατμόσφαιρα. Η Αμμόχωστος, τότε το Βαρώσι, πριν την κατοχή από τους Τούρκους, ήταν ένας επίγειος παράδεισος. Εκεί, λοιπόν, σε ένα τοπίο μαγικό και σε συνθήκες  ανεπανάληπτες, σε ομορφιά, σε ξεγνοιασιά,  σε  θαλπωρή και σιγουριά, σε μια χρονιά, από τις λίγες που θυμάμαι από τη σχολική μου ζωή στο Δημοτικό σχολείο. Μείναμε ένα χειμώνα και ένα καλοκαίρι στο νησί. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, άθελά μου στίχοι του Ελύτη και οι  κουβέντες του Σεφέρη στους οικείους του έρχονται στο μυαλό μου.

Οι φιλίες ήταν πολλές και ομαδικές και ήταν η μόνη φορά που δεν  απομακρυνόμουν   από τα παιδιά. Το περιβάλλον το ειδυλλιακό, η μικρή πόλη,  η ομορφιά του τοπίου, η  ποικιλία των πολιτισμών,  η ανοιχτάδα των ανθρώπων,  η τραγουδιστή γλώσσα των κατοίκων και η αίσθηση ελευθέριας,  το κλίμα το μυρωδάτο,   οι εικόνες  πολλές και πλούσιες  και όλες  πολύ καινούργιες, με είχαν αλλάξει,  είχα γίνει πολύ κοινωνική που συνήθως πριν πάω στην Κύπρο  ήμουν πολύ κλειστό παιδί, στην ατμόσφαιρα της Αθήνας. Η θάλασσα,  ο αέρας,  το χώμα,  το πράσινο,   τα κτίσματα  από άλλες εποχές – μια άλλη Ελλάδα αλλά Ελλάδα.

Αυτό ήταν και το παρθενικό μου ταξίδι έκτος Ελλάδας. Εκεί λοιπόν  έμελλε  να έχω τον πρώτο που  αισθηματικό δεσμό. Πριν προχωρήσω πρέπει  να αναφέρω κάτι,  γιατί είναι σημαντικό για την ιστορία μας. Είχε αρχίσει η μυωπία μου. Δεν έβλεπα καλά  στον πίνακα και χρειάστηκε να πάω στον γιατρό, μετά από παρέμβαση του δάσκαλου μου στους γονείς μου. Έτσι είχα τα γυαλάκια  μου  στην αίθουσα αλλά έξω δεν τα φορούσα, είτε  γιατί  δεν τα είχα  πραγματικά ανάγκη, αλλά και από κοκεταρία. Κοριτσάκι και  δεν ήθελα να φοράω  κάτι που τα  περισσότερα άλλα παιδιά  δεν φορούσαν. Ούτε η φίλη μου η Αλεξία  φορούσε…

Έτσι είχα ελλιπή εικόνα του έξω κόσμου.  Όταν λοιπόν μου ανέφεραν οι συμμαθητές του και οι συμμαθήτριές μου από το κατηχητικό που πηγαίναμε κάθε Κυριακή, ότι άρεσα σε ένα αγόρι πιο μεγάλο από μας και ότι ήθελε να γίνω το κορίτσι του  και να με συνοδεύει στο  σχολείο και στο κατηχητικό, εγώ  είπα «μα… ποιο είναι  αυτό το αγόρι».   Μου έδειξαν από μακριά ένα αγόρι γεροδεμένο,  πιο   ψηλό  από μένα,  με μακρύ παντελόνι λευκό και λευκό πουκάμισο, ξανθό κεφαλάκι  αλλά από μακριά  δεν έβλεπα καλά τα χαρακτηριστικά του. Έτσι λοιπόν είπα ναι, από ευγένεια και συμπάθεια σε ένα αγόρι που ήθελε να με συνοδεύει -από μακριά, τουλάχιστον ένα  μέτρο-   στο   κατηχητικό, γιατί  εκείνος πήγαινε  σε άλλο σχολείο και άλλε ώρες.   Ερχόταν και στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο  λίγη ώρα πριν  βγω από το σπίτι  και με περίμενε πάντα με τους φίλους του και εγώ πάντα με τις φίλες μου και όλοι μαζί να  οδηγηθούμε προς την εκκλησία. Ποτέ δεν ήρθαμε πιο κοντά, από ντροπαλότητα.

Ο Λίλυ ήταν Αγγλοέλληνας,  όπως υπήρχαν Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και Αγγλοέλληνες ή Άγγλοι σκέτο,  που ζούσαν  στο κοσμοπολίτικο νησί.

 «…Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο,  ίσως γιατί αισθάνομαι πως αυτός ο λαός έχει ανάγκη από όλη μας την αγάπη και όλη τη συμπαράστασή μας. Ένας πιστός λαός, πεισματάρικα και ήπια σταθερός. Για σκέψου πόσοι και πόσοι πέρασαν από πάνω τους: Σταυροφόροι, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Εγγλέζοι – 900 χρόνια. Είναι αφάνταστο πόσο πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους.» [Γιώργος Σεφέρης]

Όμως ήταν το αγόρι μου και  ήμουν περήφανη  για αυτόν, γιατί  όλα τα παιδιά τον εκτιμούσαν  και τον θαύμαζαν  για αυτό που ήταν. Η Άλεξ όμως  δεν τον συμπαθούσε, ίσως  γιατί ο πατέρας του ήταν Άγγλος, και  ποτέ δεν τον κάλεσε στις γιορτές που έκανε. Έτσι δεν δόθηκε η ευκαιρία να βρεθούμε πιο κοντά  και να μιλήσουμε. Τότε δεν το σκέφτηκα  ούτε μια φορά αυτό το στοιχείο της σχέσης, την απόσταση. Τώρα το βλέπω σαν βασικό χαρακτηριστικό. Ίσως  ο χρόνος να μετρούσε διαφορετικά για τα δυο παιδιά, ή μάλλον  δεν μετρούσε καθόλου και -ίσως λέω- να νόμιζαν  ότι στον χρόνο  μέσα, θα συναντιόντουσαν.

Έμεινε στο μυαλό μου και τότε και τώρα  μια λευκή φιγούρα  δυνατή  και  στιβαρή, ένα  πλάσμα  όμορφο  και μακρινό. Όταν φύγαμε από την Κύπρο  είπα στην μητέρα μου: «Και τώρα τι θα κάνω με τον Λίλυ». Η μητέρα μου είπε: «Να αλληλογραφείτε».  Και έτσι έγινε. Προφτάσαμε  να ανταλλάξουμε  μόνο δυο γράμματα γιατί επενέβη  ο πατέρας μου  αποφασιστικά. Ήμασταν απαρηγόρητοι. Μας στοίχησε ο χωρισμός. Όμως στα δυο αυτά γράμματα αρχίσαμε να  μιλάμε ο ένας στον άλλον και να προσπαθούμε να γνωριστούμε επιτέλους. Ήταν απελευθερωτικό αυτό. Δεν ξέχασα ποτέ το μικρό αγόρι με τα άσπρα ρούχα, το ξανθό  κεφαλάκι,  το δυνατό  σώμα,  να  στέκεται πάντα σε απόσταση από μένα και σιωπηλό να με  κοιτά. Τι κοιτάζαμε άραγε ο ένας τον άλλον,  τι πλάσμα της φαντασίας  μας πλάθαμε;

Οδός Ερμού, 1950

Όλος αυτός ο  μαγικός κόσμος της Αμμοχώστου μένει ζωντανός μέσα στο κεφάλι μου και  είναι σκορπισμένος, αστερόσκονη, στο σύμπαν. Από τον  δεσμό αυτόν, έμεινε η απόσταση σαν ένα στοιχείο  πολύ  ερεθιστικό, πολύ  δημιουργικό. Όταν τον έβλεπα από μακριά, μετά ήθελα να παίξω πιάνο, για να εκτονώσω την εντύπωση που μου είχε προξενήσει το ενδιαφέρον του. Έκανε ένα περίεργο κλικ   στον μικρό μου μυαλουδάκι τότε, ότι από όλες τις κοπέλες  που έβλεπε στο σχολείο, στο κατηχητικό, στο δρόμο, στη γειτονιά  μας,  είχε επιλέξει έμενα για να είμαι το κορίτσι του.  Και με τιμούσε με την  απόσταση και τη σιωπή του. Μου έστελνε βέβαια με τους φίλους του, μικρά γραμματάκια γεμάτα  ερωτηματικά. Ήταν όμορφα. Τον ευχαριστώ για αυτή την τόσο αθώα αλλά και γεμάτη συμβολισμούς  σύντομη σχέση μας, που με επηρέασε για τις επόμενες, τις  ενήλικες σχέσεις.

Όμως κάτω από την επιφάνεια  ετοιμάζονταν άσχημα πράγματα  για το νησί.

«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό· την αρπαγή το δόλο, την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης· Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…» [Γιώργος Σεφέρης]

Και κανείς δεν  ειδοποίησε πριν τους βομβαρδισμούς του Ελληνοκύπριους να προφυλαχτούν ή  να εκκενώσουν   τον τόπο, τουλάχιστον  να σωθούν οι ζωές,  μόνο οι Βρετανοί είχαν ειδοποιηθεί, ακόμη και  σε βρετανικό ξενοδοχείο, είχαν  αναρτήσει βρετανικές σημαίες  για να μην γίνουν στόχοι βομβαρδισμών. Και έτσι έγινε ο χαμός   για τους Έλληνες της Κύπρου. Η Αμμόχωστος,  η βομβαρδισμένη πόλη, η πόλη  φάντασμα.  Οι μνήμες  με τους αέρηδες, τριγυρίζουν τον τόπο.

«Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια· δε φελά να μιλάμε· τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει; Ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί; Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων». [Γιώργος Σεφέρης]

Η βαρβαρότητα που έχει εξαπλωθεί  πια, κάνει τα χρόνια εκείνα να  μοιάζουν  σαν παραμύθι και όμως υπήρχαν αυτά τα χρόνια και οι άνθρωποι και ο τόπος γνώριζε την ισορροπία.

Ποια ήταν η τύχη  του  Λίλυ; Ειδοποίησαν την οικογένειά του, πρόλαβαν να φύγουν;

Ήταν αρχές Φθινοπώρου όταν  φύγαμε από το νησί. Οι πρώτες σταλαγματιές μάς πρόλαβαν μπαίνοντας στο καράβι.

«Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια. Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.» [Γιώργος Σεφέρης]

 Αθήνα 2019  – Για μια Αμμόχωστο.


[Copyright ©  Μαρία  Σκουλαρίκου-Πανούτσου]

[Πηγή φωτογραφίας: https://www.alphanews.live/editorial/aphieroma-alphanewslive-e-ammochostos-toy-chtes-kai-toy-semera-photo]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music