«Ο κόκκινος λόφος», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

«Επιτέλους ήρθε η άνοιξη» άκουσα μια φωνή  και ξύπνησα από έναν ύπνο βαθύ, με όνειρα σκοτεινά και απροσδιόριστα. Μάταια προσπάθησα να θυμηθώ έστω και μία από τις βραδινές φιγούρες, που με επισκέφτηκαν εκείνο το βράδυ στα υπερκόσμια ταξίδια μου. Ντύθηκα βιαστικά και βγήκα στην αυλή. Το μαύρο πέπλο τα’ ουρανού είχε για τα καλά σκεπάσει τα λουλούδια μου, που αμέριμνα αυτά είχαν σφαλίσει τα πολύχρωμα ματάκια τους και είχαν αγκαλιάσει τα λουλουδένια όνειρά τους. «Ίσως η φωνή να είναι σημάδι» σκέφτηκα καθώς πήρα την απόφαση να καθίσω στην κουνιστή πολυθρόνα μου και να συνομιλήσω με τ άστέρια, τους μοναδικούς μάρτυρες της σκέψης μου. Έκανε βέβαια λίγη ψύχρα, αλλά αυτό δεν με εμπόδισε από την αρχική πρόθεσή μου, να διαβώ για άλλη μια φορά στα δαιδαλώδη μονοπάτια της σκέψης μου, άλλωστε μου άρεσαν πάντα οι νυχτερινές περιπλανήσεις.

Από μικρός θυμάμαι, εδώ στο πατρικό μου, μου άρεσε να ξυπνώ τα βράδια και να τρέχω έξω, στα νοτισμένα και αφράτα χώματα αυτού του φιλόξενου χωριού, που απλόχερα πρόσφερε και προσφέρει το μάνα σε όλους τους κατοίκους του. Η μητέρα βέβαια ανησυχούσε για αυτή μου τη συνήθεια και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να με νουθετήσει, να προσέχω και να μην απομακρύνομαι το βράδυ από το σπίτι. Εγώ με τη σειρά μου την καθησύχαζα, αλλά ποτέ δεν τηρούσα την υπόσχεση μου. Ένιωθα μία αόρατη δύναμη να με ξυπνά, σαν να ήθελε να μου εκμυστηρευτεί το πιο σπουδαίο μυστικό, γι’ αυτό διάλεγε ίσως τη νύχτα. Ήξερε πως τ’ αστέρια θα ήταν οι σιωπηλοί μάρτυρες αυτού του μυστηρίου, που από μικρός ένιωθα να με τυλίγει το βαρύ πέπλο του.

Είναι αλήθεια πως πέρασα όμορφα στη γενέτειρά μου, ως παιδί και αργότερα ως δάσκαλος. Αυτός ο τόπος νομίζω πως είναι ευλογημένος. Τώρα στην ώριμη πια ηλικία μου, που δεν εργάζομαι και που τα παιδιά μου έχουν μεταναστεύσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αποφάσισα να ασχοληθώ με τη γη. Σηκώνομαι πολύ νωρίς κάθε πρωί, κάθομαι στην ανθισμένη από τις τριανταφυλλιές αυλή μου και απολαμβάνω τον καφεδάκι μου, μέχρι να φανεί ο χρυσαφένιος ήλιος πίσω από το βουνό. Έπειτα, τρέχω για το κτήμα, το μικρό μου παράδεισο και αποκλειστικά δικό μου δημιούργημα. Εκεί, ξεχνιέμαι από κάθε σκέψη και έγνοια της καθημερινότητας και ταυτόχρονα απολαμβάνω τους καρπούς των κόπων μου. Ανάλογα με την εποχή, ρυθμίζω φυσικά και τις καλλιέργειες. Καρπούζια, πεπόνια, ντομάτες και αγγουράκια για το καλοκαίρι. Λαχανίδες και μαρουλάκια για το χειμώνα. Οι παχουλές κοτούλες μου τρέχουν ανέμελα γύρω από τα δέντρα, που έχω φυτέψει στο κτήμα, την πορτοκαλιά, τη λεμονιά και την ελιά μου. Έτσι, δεν μου λείπουν ούτε τα αβγουλάκια, ούτε τα  φρούτα, μα ούτε και το λαδάκι.

Φορώ, λοιπόν, κάθε πρωί το καπελάκι μου και δρόμο για το κτήμα, με μοναδική συντροφιά τον πιστό μου σκύλο, τον Οδυσσέα. Οδυσσέα τον βάπτισα, γιατί ήταν ο μοναδικός που με περίμενε να επιστρέψω στο σπίτι, ύστερα από μία περιπέτεια της υγείας μου. Είμαι όμως τυχερός, γιατί τελικά τα κατάφερα να αντισταθώ σε έναν ιό, που έχει εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο και έχει εξαναγκάσει ένα μεγάλο αριθμό των κατοίκων της γης να μεταναστεύσει σε υπερκόσμιες πατρίδες. Εγώ με τη σειρά μου διέψευσα τους γιατρούς και μια ωραία μέρα άνοιξα τα μάτια μου, ύστερα από πολυήμερη παραμονή στην εντατική, ζητώντας να σηκωθώ και να πάω στο κτήμα. Το κτήμα μού έλειψε όλες αυτές τις μέρες και ο Οδυσσέας. Τα παιδιά μου ήταν αδύνατον να έρθουν από την άλλη άκρη της γης. Στην αρχή επικοινωνούσαμε από το νοσοκομείο με το τηλέφωνο, δώρο δικό τους, για να μπορούμε να μιλάμε και να βλεπόμαστε μέσω αυτής της υπερσύγχρονης συσκευής. Όταν όμως στη συνέχεια τα πράγματα σοβάρεψαν με την υγεία μου, αυτό ήταν ανέφικτο. Τελικά, μία συσκευή όσο έξυπνη και να είναι, όπως το δικό μου smartphone, έτσι το αποκαλούν τα παιδιά μου, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επαφή.

Όταν λοιπόν επέστρεψα στο σπίτι, ύστερα σχεδόν από ένα μήνα, βρήκα τον Οδυσσέα να κάθεται στο κεφαλόσκαλο, έξω από την κύρια είσοδο του σπιτιού μου. Ευτυχώς, τον πρόσεχαν οι γείτονες εκείνες τις μέρες της απουσίας μου. Όπως μάλιστα μου εκμυστηρεύτηκαν ήταν ιδιαίτερα νευρικός όλες τις μέρες και μόνο την τελευταία, δηλαδή τη μέρα της επιστροφής μου, ηρέμησε, σαν να γνώριζε από μία αδιόρατη δύναμη ότι θα επέστρεφα. Ίσως, η ίδια αδιόρατη δύναμη τον είχε ειδοποιήσει πως θα αρρωστήσω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου το παράξενο γαύγισμά του, το βράδυ εκείνο, που ανήμπορος κατάφερα να ειδοποιήσω το ασθενοφόρο. Έτρεχε συνεχώς γύρω από το σπίτι  και γαύγιζε. Ένα γαύγισμα που μάλλον παρέπεμπε σε κλάμα. Όταν οι διασώστες με ανέβαζαν στο ασθενοφόρο, τον θυμάμαι να τους τραβά απελπισμένα από το παντελόνι τους και να σηκώνεται στα δυο του πόδια, για να με δει, κάτω από τη μάσκα του οξυγόνου, που μου φορούσαν. Μάταια προσπαθούσε να μπει κι αυτός μαζί μου και όταν είδε πως δεν τα καταφέρνει, άρχισε να τρέχει και να γαυγίζει, πίσω από το όχημα, που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τον άκουγα, μέχρι τη γέφυρα της διασταύρωσης, που οδηγεί στην εθνική οδό για Αθήνα. Ύστερα τον έχασα, όπως έχασα και τις αισθήσεις μου.

Την όλη παραμονή μου στο νοσοκομείο θα μπορούσα να τη θεωρήσω σαν ένα ταξίδι στο κενό. Ένιωθα συνεχώς ένα σκοτάδι να με περιτυλίγει κι εγώ να ταξιδεύω ανήμπορος. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια μου μάλιστα, ονειρεύτηκα και τη μάνα. Ήταν νέα πολύ και όμορφη. Εγώ την πλησίασα με παιδική αθωότητα και της έδωσα τα χέρια μου. Ίσως μέσα στον ύπνο μου ένιωσα την ανάγκη μιας αγκαλιάς. Εκείνη όμως, αδιάφορη και ψυχρή ολοένα απομακρυνόταν. Πόσο περίεργο μου φάνηκε αυτό το όνειρο και πόσο αλλόκοτη η μάνα. Εκείνη, που ήταν πάντα τόσο διαχυτική και τόσο υπερπροστατευτική απέναντι στο μοναχοπαίδι και μοναχογιό της, σαν να φοβόταν πάντα μη με χάσει. Ένα μικρό συναχάκι σήμαινε πάντα συναγερμό από μαντζούνια, γιατροσόφια και μάλλινα ρούχα. Εγώ με τη σειρά μου θύμωνα πολύ με όλη αυτή την υπερβολική, όπως της έλεγα, συμπεριφορά της και έπαιρνα το δρόμο για τον κόκκινο λόφο.

Ήταν ένας μικρός λόφος έξω από το χωριό, όπου κάθε άνοιξη φύτρωναν σε αυτόν οι πιο κόκκινες παπαρούνες, που έχει κανείς συναντήσει. Εκεί καθόμουν για ώρες, όλες τις εποχές του χρόνου και συνήθως, όταν ένιωθα θυμωμένος με τους άλλους, χωρίς βέβαια να ξέρω το γιατί. Μου άρεσε να βλέπω από ψηλά το χωριό μας, να παρατηρώ τους αγρότες στα χωράφια τους, που με τόση αγάπη εργάζονταν στα χώματα, που τους εξασφάλιζαν την πιο αξιοπρεπή διαβίωση. Στο λόφο πάνω έμαθα να ανεβαίνω στα δέντρα και να ψάχνω για τζιτζίκια, να επεξεργάζομαι τις φωλιές των πουλιών και να παρατηρώ τις μάνες να ταΐζουν τα κλωσόπουλά τους στο στόμα. Μεγαλώνοντας ανέβαινα και τα βράδια, συνομιλώντας με τα αστέρια και εξομολογούμενος σε αυτά όσα δεν μπορούσα να εκμυστηρευτώ στους αγρότες γονείς μου, που από τον πολύ κάματο της μέρας δεν περίσσευε χρόνος για συναισθηματικές ομιλίες και κανακέματα. Τα αστέρια άλλωστε ήταν και θα είναι για εμένα οι πιο φωτεινοί και αξιόπιστοι μάρτυρες της σκέψης μου. Ένιωθα πως αν άπλωνα το χέρι μου, σίγουρα θα έπιανα κάποιο μικρό αστεράκι, κάτι σαν φυλαχτό και γούρι για τη ζωή μου θα το θεωρούσα, παρά σαν σπουδαίο απόκτημα.

Ο κόκκινος λόφος υπήρξε για εμένα κάτι σαν καταφύγιο από την ίδια τη ζωή μου, αλλά χωρίς να ξέρω το γιατί και ούτε να μπορώ να το εμβαθύνω. Συνέχισα να ανεβαίνω και να κάθομαι εκεί με τις ώρες, ακόμη και όταν ερχόμουν στο χωριό σαν επισκέπτης φοιτητής, αλλά και στη συνέχεια που επανεγκαταστάθηκα ως οικογενειάρχης. Τώρα, τα τελευταία χρόνια, που όλοι με έχουν αποχαιρετήσει για νέες πατρίδες, η γυναίκα μου σε κάποιο από τα φωτεινά αστεράκια, που τα μοναχικά βράδια συνομιλώ μαζί τους και τα παιδιά μου σε μακρινές, υπερατλαντικές πατρίδες, φωνάζω τον Οδυσσέα και ανεβαίνουμε μαζί στο λόφο, μου κάνει καλό η συντροφιά του. Ακόμα και τη μέρα εκείνη, που έμαθα τη μοιραία αλήθεια, ήμουνα μαζί του, εκεί στο γνωστό σημείο, το στέκι μας, όπως συνηθίζω να το αποκαλώ.

Θυμάμαι ήταν μια μέρα με σύννεφα πυκνά και γκρίζα και φορτίο βαρύ, που ήταν ζήτημα χρόνου να απελευθερώσουν. Ύστερα η δυνατή βροχή και το τηλέφωνο της μικρής μου  κόρης από την Αμερική. Σαν να ακούω και τώρα τη φωνή της «πατέρα κυκλοφορεί στο διαδίκτυο μία φωτογραφία σου με την ανακοίνωση της εξαφάνισής σου. Σε αναζητεί, όπως αναφέρεται, ο δίδυμος αδελφός σου. Έχεις δίδυμο αδελφό;» Ύστερα όλα άλλαξαν στη ζωή μου. Εξετάσεις DNA, επιβεβαίωση της συγγένειας και ένα μεγάλο γιατί, αναπάντητο βέβαια.

Με το δίδυμο αδελφό μου γνωριστήκαμε αρκετά καλά θα έλεγα. Μου μίλησε για τη ζωή του και τη μάνα, την αληθινή μου μάνα. Έμαθα για τον καημό και το βαρύ φορτίο που κουβαλούσε από την ημέρα που με αποχωρίστηκε από το μαιευτήριο και την υπόσχεση που της είχε δώσει ο αδελφός μου, να με αναζητήσει και να με βρει. Ίσως τώρα αναπαύεται γαλήνια στο δικό της μακρινό αστέρι. Ίσως να είναι σκέφτομαι σε ένα από τα αστέρια, που κάθε βράδυ συνομιλώ στον κόκκινο λόφο.

Σχεδόν ξημέρωσε φώναξα στον Οδυσσέα. Πάλι το ξενυχτήσαμε. Εκείνος κούνησε νωχελικά την ουρά του και σηκώθηκε νυσταγμένος. Ο ήλιος έβγαινε σιγά, σιγά απ΄ το βουνό, χρωματίζοντας την ατμόσφαιρα με τα πιο αισιόδοξα χρώματα. «Έλα Οδυσσέα» του φώναξα, βλέποντάς τον να ολιγωρεί «κι έχουμε δουλειές πολλές. Σήμερα έρχεται ο αδελφός μου απ’ την Αθήνα, είμαι σίγουρος πως θα ενθουσιαστεί, όταν σε γνωρίσει. Νιώθω πως αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μας πιστέ μου φίλε, μου το διαβεβαίωσαν και τα’ αστέρια…»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη