«Ο ιός», ένα διήγημα του Ανδρέα Φουσκαρίνη για τη λογοτεχνική δράση «Μένουμε σπίτι»

Περνούν οι μέρες, η μία μετά την άλλη, ίδιες κι απαράλλακτες μεταξύ τους κι ο Σωτήρης, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του μικρού του διαμερίσματος, τριάρι με μπάνιο και κουζίνα κι ένα μικρό, υποτυπώδη διάδρομο, ίσα να λένε πως ανασαίνει έτσι το σπίτι, υποδυόμενο κάποιο ασυγκρίτως μεγαλύτερο, μετράει τις ώρες που περνούν και τις βρίσκει ατελείωτες και τη ζωή του ανυπόφορη. Βαρέθηκε πια, δεν αντέχει άλλο εδώ μέσα, φυλακή κατάντησε το ρημάδι, κι αυτός φυλακισμένος, έστω και οικειοθελώς, με κυβερνητική εντολή βέβαια, να βλέπει καθημερινά τα ίδια πρόσωπα και μόνο, τη γυναίκα του, την κόρη του, το γιο του, χωρίς ν’ απολαμβάνει τίποτα από όσα μπορεί να απολαύσει ακόμη ένας άνδρας της ηλικίας του, γιατί δεν τον πήραν δα και τα χρόνια, έτσι θέλει να πιστεύει ο ίδιος παρά τα εξήντα δύο που κουβαλάει στην πλάτη του.

   Αυτή είναι η ζωή του Σωτήρη αυτές τις τελευταίες ημέρες, μετά την απρόβλεπτη εξάπλωση του ιού, να βολτάρει από το πρωί μέχρι το βράδυ δηλαδή μέσα σ’ ένα σπίτι που δεν το αγαπά ιδιαίτερα, που τον σπρώχνει συνεχώς να το παρατήσει και να βγει έξω, να περπατήσει στους δρόμους, να πάει σ’ ένα μπαρ, κι όμως αυτός, επειδή έτσι πρέπει, δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να περπατάει συνεχώς  στα ίδια σημεία του σπιτιού, στο διάδρομο, στο σαλόνι, στις κρεβατοκάμαρες, στο μπάνιο κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή. Καμιά φορά, για ποικιλία, παίρνει το ασανσέρ και κατεβαίνει κάτω στο ισόγειο ή ανεβαίνει στην ταράτσα για να χαζέψει από ψηλά και να δει όσα γίνονται στις γύρω πολυκατοικίες, στους γύρω δρόμους, ως εκεί που φτάνει το μάτι του,  ό,τι μπορεί να δει δηλαδή. Αλλά και πάλι βαριέται. Τίποτα δεν τον ικανοποιεί απόλυτα. Δεν βρίσκει κανένα ενδιαφέρον σε όλα αυτά ούτε στην ψευδαίσθηση πως βρίσκεται έξω κι όχι φυλακισμένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Έτσι ξαναγυρνάει αμήχανος και κάπως απογοητευμένος, ενίοτε νευριασμένος, και πάλι στο διαμέρισμα. Αλλά ποιος από τους δικούς του τον καταλαβαίνει; Νομίζω κανείς. Τις νύχτες πάλι, άυπνος τις περισσότερες φορές ως το πρωί, μετράει τις ώρες που περνούν αργά και βασανιστικά και περιμένει με αγωνία να ξημερώσει, για να ξανακάνει τα ίδια από την αρχή. Μία συνεχόμενη επανάληψη των ίδιων ανούσιων ενεργειών. Κατάντια για έναν άνδρα σαν αυτόν που ερχόταν στο σπίτι του μόνο για να φάει και να κοιμηθεί. Άντε και για σεξ, αν και τον τελευταίο καιρό δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα το συζυγικό σεξ. Τα ίδια και τα ίδια, τι να απολαύσει από τον έρωτα με την ηλικιωμένη σύντροφό του.

   -Δεν βγαίνει έτσι η ζωή, είπε στη γυναίκα του, την Ανθή, ένα πρωί που ένιωθε ασήκωτο το βάρος της συνεχιζόμενης κλεισούρας, κάτι πρέπει να κάνουμε για να περνάει ευχάριστα η ώρα. Δεν πάει άλλο έτσι.

   -Δες τηλεόραση, πάρε ένα βιβλίο να διαβάσεις, τόσα βρίσκονται αδιάβαστα στη βιβλιοθήκη, πολλά με άκοπα τα φύλλα μάλιστα, ήταν η απάντησή της, ψυχρή και λογική όσο και η ίδια, μια εφημερίδα, ένα περιοδικό, κάτι που να σε απασχολήσει τέλος πάντων.

   -Δεν γίνεται, αγάπη μου, έχω χρόνια να το κάνω αυτό και δεν μου έρχεται καμία όρεξη να το ξεκινήσω σήμερα.

   Τότε του ήρθε ξαφνικά η έμπνευση, όπως συμβαίνει συνήθως με τους δημιουργικούς ανθρώπους. Θυμήθηκε πως ο φίλος του ο Βαγγέλης του είχε μιλήσει πριν λίγες ημέρες για κάποιες ιστοσελίδες γνωριμιών. Μπορείς να κάνεις εξαιρετικές γνωριμίες, του είχε πει, και να βρεις και ερωμένη για να περνάς ευχάριστα το χρόνο σου. Εγώ, που με βλέπεις, έχω βγει δύο φορές με άγνωστες γυναίκες και τα έχω περάσει περίφημα. «Λες;» σκέφτηκε κι αμέσως μετά του ήρθε η αντίκρουση, μα εκείνος είναι γεροντοπαλίκαρο, αδέσμευτος και ρεμπεσκές κι εγώ ένας οικογενειάρχης άνθρωπος. Το ξανασκέφτηκε όμως. Και πάλι και πάλι, η σκέψη τον βασάνιζε και τον πίεζε να κάνει κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ μέχρι τότε στη ζωή του, να απατήσει τη γυναίκα του. Το ποτέ βέβαια ήταν σχήμα λόγου, γιατί όλο και κάποιες μικροπεριπέτειες είχε κατά καιρούς, αλλά αυτές δεν μετράγανε, σκέφτηκε, δεν ήταν σοβαρές σχέσεις. «Λες να το κάνω μία και μοναδική φορά, να το δοκιμάσω, έτσι από περιέργεια, να δούμε τι θα γίνει τέλος πάντων;» Τελικά, το έφερε από εδώ, το έφερε από εκεί, το αποφάσισε.

   Γράφτηκε αμέσως ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα, πλήρωσε τη συνδρομή του με τον ίδιο τρόπο και άρχισε την έρευνα μετά  μανίας. Η έκπληξή του δεν περιγράφεται με όλα όσα είδαν τα μάτια του εκεί μέσα. Εκατοντάδες γυναίκες όλων των ηλικιών και των τύπων, άλλες γυμνές, όπως τις γέννησε η μάνα τους, άλλες ημίγυμνες ή ψευτοντυμένες, κόντεψαν να τον τρελάνουν. Έψαχνε για ώρες αλλά δεν έβρισκε κάτι που να του ικανοποιούσε όλα τα γούστα και δίσταζε να αποφασίσει.

Τελικά, μετά από πολλή ώρα, ενώ ένιωθε λίγο απογοητευμένος γιατί δεν έβρισκε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του αλλά και το κορμί του, κόντευε να νυχτώσει μάλιστα και τότε τού τράβηξε το ενδιαφέρον ένα καλογυμνασμένο και καλοσχηματισμένο κορμί και διάλεξε αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, δηλαδή μία πανέμορφη μικρή, κατά τα φαινόμενα, στην οποία ανήκε αυτό το λαχταριστό, το φιδίσιο κορμί, που έκρυβε το πρόσωπό της στη φωτογραφία, για να μην την γνωρίσουν βέβαια αμέσως όσοι τη δουν και τη γνωρίζουν από την καθημερινή τους συναναστροφή μαζί της. «Σωστό» σκέφτηκε και ξανακοίταξε τη φωτογραφία. «Πραγματικά, ένα μυστήριο φαίνεται πως την ακολουθεί παντού κι αυτό μου αρέσει» ψιθύρισε με ένα ίχνος λαγνείας στη φωνή του, ενώ αυτή του η σκέψη  τού προκαλούσε, την ίδια κιόλας στιγμή, την επιθυμία για κάθε είδους ασέλγεια μαζί της.

Άρχισε αμέσως την επικοινωνία με το κορίτσι, είδε πως ήταν εύκολη κάθε είδους συζήτηση μαζί της, ξεθάρρεψε κάπως σε λιγάκι και της ζήτησε να του πει, αν θέλει φυσικά, το όνομά της, να βάλει μία άλλη φωτογραφία να δει το πρόσωπό της, «όχι» του αποκρίθηκε αμέσως εκείνη που είχε προφανώς καταλάβει με τι άνθρωπο συνομιλούσε διαδικτυακά «καλύτερα να υπάρχει ένα μυστήριο ανάμεσά μας μέχρι να συναντηθούμε, η προσμονή θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και η ηδονή θα είναι μεγαλύτερη, όταν θα βρεθούμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, πίστεψέ με». «Βλέπε το κορμί μου προς το παρόν, συνέχισε εκείνη, και κάνε ό,τι νομίζεις με αυτό και όταν περάσει το κακό και βγούμε από τα σπίτια μας, τότε θα απολαύσουμε, με όση άνεση διαθέτει ο καθένας μας,  ό,τι χάσαμε όλες αυτές τις ημέρες του εγκλεισμού.»

Την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος συμφώνησε μαζί της, δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς άλλωστε, η μικρή ήταν ιδιαίτερα επίμονη και πειστική κι ο ίδιος είχε κι ένα μικρό φόβο μήπως κολλήσει την αρρώστια, τον ιό δηλαδή, σε μία πρόωρη συνάντησή τους. Τότε ήταν ακριβώς που μία άλλη  σκέψη του μπήκε στο νου, καθώς κοιτούσε με λαχτάρα το θεϊκό κορμί της, πάλι και πάλι για να το χορτάσει, έστω με τα μάτια, πως, ίσως, κάπου το είχε ξαναδεί, μα πού δεν ήταν δυνατόν να θυμηθεί, όσο κι αν βασάνιζε το μυαλό του. Αυτό το σημάδι λίγο πιο πάνω και δεξιά από τον αφαλό τού φαινόταν κάπως γνωστό, όπως και η διπλή ελιά πάνω από τ’ αριστερό της στήθος. Την προσοχή του τράβηξε επίσης κι ένα χρωματιστό πουλόβερ που ήταν άταχτα ριγμένο στο κρεβάτι, δίπλα από το γυμνό κορίτσι της φωτογραφίας. «Πού στην ευχή το έχω ξαναδεί κι αυτό;» Αναρωτήθηκε. «Σίγουρα το έχω ξαναδεί, αλλά πού;»

   Σε λίγο μπήκε και η κόρη του στο δωμάτιο. Ήταν η ώρα του βραδινού φαγητού. Ξαφνιάστηκε μόλις την είδε, λες και δεν ζούσε εκεί κι αυτή, μαζί τους, έγκλειστη και η ίδια τόσες ημέρες, μα η ταραχή που ένιωσε τούτη τη στιγμή, καθώς την είδε να τους κοιτάζει όλους βαριεστημένα, σαν να την ενοχλούσαν κάπως, ήταν μεγάλη και διαφορετική.

Φορούσε το πουλόβερ που είχε δει στη φωτογραφία, το κρεβάτι, ναι, ήταν το δικό της, μα πώς το ξέχασε, θυμήθηκε τα δύο σημάδια που τον βασάνιζαν πιο πριν, τα είχε και εκείνη από μικρή, τώρα άρχισε να το συνειδητοποιεί, η κόρη του, λοιπόν, η μονάκριβη, η πολυαγαπημένη, η λατρευτή του, το καμάρι του, ήταν τελικά ένα από τούτα τα κορίτσια που ψαρεύουν εραστές σ το διαδίκτυο, με αμοιβή ή όχι, ποιος νοιάζεται γι’ αυτό. Μα είναι δυνατόν, σκέφτηκε με απόγνωση, πώς δεν το είχαν αντιληφθεί  μέχρι τότε; Ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να έκανε ακόμη που δεν το γνώριζε κανείς τους; Όλα όσα είχε διαβάσει πριν από λίγο στις ανακοινώσεις των κοριτσιών αυτών; Θεέ μου, τώρα συνειδητοποιούσε ο δυστυχής πόσο μακριά βρισκόταν πάντα από την οικογένειά του, παρόλο που έμεναν στο ίδιο σπίτι όλοι και πόσα δεν γνώριζε ο ένας για τη ζωή του άλλου; Μία σκοτοδίνη του ήρθε εκείνη τη στιγμή, σωριάστηκε αμέσως στο δάπεδο, σαν άψυχο αντικείμενο, και, καθώς ξεψυχούσε, γλίστρησε από το άψυχο πια χέρι του το κινητό και μαζί η εικόνα του γυμνού κορμιού της κόρης του, που την είδαν όλοι και κατάλαβαν αμέσως τι συμβαίνει.

Είπαν πως πέθανε απ’ τον ιό ο κυρ-Σωτήρης και τον έθαψαν με συνοπτικές διαδικασίες, όπως γίνεται ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις. Κλείστηκαν όλοι οι άνθρωποι στα σπίτια τους για να γλιτώσουν απ’ αυτόν, τον ιό δηλαδή, μα εκείνος ήταν μέσα στο σπίτι του και τον βρήκε και τον χτύπησε θανάσιμα κι έτσι την πλήρωσε ο άτυχος άνδρας. Μπορώ όμως να συμφωνήσω μαζί τους και να πω πως είχαν δίκιο οι οικείοι του, από τον κοροναϊό πέθανε πραγματικά ο ταλαίπωρος κι ας μην είχε αρρωστήσει ποτέ του απ’ αυτόν, αφού στην πραγματικότητα ο ιός δεν ήταν άλλος από την πανέμορφη κόρη του.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη