«Ο επισκέπτης», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη για τη λογοτεχνική δράση «Μένουμε σπίτι»

Επιτέλους κάθεται, ύστερα από αρκετό καιρό, στην αγαπημένη της πολυθρόνα, δίπλα ακριβώς στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού. Πόσο παράδοξο της φαίνεται να κάθεται στο ίδιο της το σπίτι και να μην απασχολεί τη σκέψη και το σώμα της σε κάποια οικιακή εργασία. Εργασία, που θα καθησύχαζε περισσότερο τις ενοχές της, παρά κάποια βασική ανάγκη της. Άλλωστε, έτσι είχε μάθει στη ζωή της, δουλειά και μόνο δουλειά. Θυμάται τον εαυτό της παιδί, να βοηθάει τους γονείς της, ακόμη και στις πιο βαριές εργασίες. Ποτέ δεν έπαιξε με τα άλλα παιδιά στο δρόμο, ποτέ δεν φλυάρησε με τις φίλες της, ποτέ δεν αφέθηκε στο χρόνο να την καθοδηγήσει. Αργότερα, ως φοιτήτρια δούλευε σε όλη τη διάρκεια των σπουδών της, χωρίς να απολαύσει τη φοιτητική ζωή, όπως την περιέγραφαν οι συμφοιτητές της. «Ο χρόνος είναι χρήμα και μην τον σπαταλάς άσκοπα, αλλιώς θα σπαταλήσεις τη ζωή σου», νομίζει πως ακούει ακόμη και τώρα τους γονείς της να τη συμβουλεύουν από το αστέρι, στο οποίο εδώ και χρόνια κατοικούν.

Ίσως, τελικά  είναι καλύτερα ,σκέφτεται, να είναι κάτοικοι ενός αστεριού, παρά του πλανήτη γη και μάλιστα αυτή την εποχή της πανδημίας. Άξαφνα, μία απότομη κίνηση του αριστερού χεριού, έρχεται να διακόψει το ταξίδι του νου, πίσω στο παρελθόν και να την επαναφέρει σε αυτό το τόσο ιδιότυπο παρόν. Άνοιξε απότομα  τις κουρτίνες. Ακόμη δεν μπορεί να το πιστέψει. Δεν συνήθιζε άλλωστε να εκθέτει τον εαυτό της στον έξω κόσμο. Καθισμένη τώρα στην αγαπημένη της πολυθρόνα, δίπλα ακριβώς στο μεγάλο παράθυρο, με τις κουρτίνες ανοιχτές. Αυτή και ο έξω κόσμος  μια αγκαλιά. Μόνο, που τώρα δεν υπήρχε κανείς εκεί έξω, για να την προσέξει. Όλοι κλεισμένοι στην ασφάλεια του σπιτιού τους. Μέσα σε ένα καλά απολυμασμένο περιβάλλον, μακριά από τον επικίνδυνο ιό.

«Μακριά από τον επικίνδυνο ιό» συνέλαβε τον εαυτό της να φωνάζει, κοιτάζοντας πιο προσεχτικά έξω από το τζάμι, σαν να επρόκειτο να συναντήσει με το βλέμμα τον ίδιο τον  ιό, εκεί έξω, στον κοιμισμένο πια δρόμο και να του ζητήσει να του συστηθεί. Ένας φόβος την κυρίεψε τότε και μετάνιωσε αμέσως για τη σκέψη της αυτή. Φυσικά και δεν θα ήθελε να του συστηθεί. Πού να κρυβόταν άραγε αυτός τώρα και σε ποιον να  έστηνε την ενέδρα του;

Άξαφνα ένα μικρό πουλάκι φτερούγισε προς το τζάμι της και κάθισε στο περβάζι. Πόσο μικρό και αδύναμο της φαινόταν. Ίσως ταξίδευε για μέρες, συλλογίστηκε, μέχρι να φτάσει στην πόλη τους. Κυρίως, το ένιωθε ξαφνιασμένο. Έφτασε σε μία κοιμισμένη πόλη και δεν υπήρχε κανείς εκεί έξω για να το καλωσορίσει. Σηκώθηκε γρήγορα από την πολυθρόνα, για να του προσφέρει σποράκια. Συνήθεια, που είχε από παιδί άλλωστε να ταΐζει τα πουλιά. Ίσως ενδόμυχα και να τα ζήλευε, σκέφτηκε.  Να ζήλευε την ελευθερία τους, τα ταξίδια τους, την αγάπη τους για την οικογένεια τους. Άξαφνα, ένιωσε τύψεις γι’ αυτές τις σκέψεις της και ζήτησε με όλη της την ψυχή συγνώμη στο πουλί. Στο πουλί, που τώρα της έκανε συντροφιά, εκεί στο περβάζι της, κοιτάζοντας της με δυο μεγάλα μάτια, γεμάτα απορία για το σκηνικό της πόλης, που αντίκριζε.

«Μα που είναι τα παιδιά; Γιατί  δεν τρέχουν εκεί έξω στη γειτονιά με τα ποδήλατα τους; Οι δρόμοι γιατί είναι άδειοι από αυτοκίνητα και τα μαγαζιά κλειστά; Γιατί οι πλατείες είναι έρημες από ανθρώπους και τα πεζοδρόμια αδειανά; Πού είναι οι μητέρες με τα μωρά τους στην αγκαλιά; Πού είναι η γιαγιά και ο παππούς; Πού είναι οι άνθρωποι, που τρέχουν να προλάβουν ένα λεωφορείο, για να είναι στην ώρα τους στη δουλειά τους; Γιατί τα σχολεία είναι κλειστά;  Μα πού πήγαν όλοι;» ένιωθε το πουλί να τη ρωτάει.

Τι να εξηγούσε τώρα σε ένα μικρό πουλί, που ύστερα από ένα μεγάλο, κοπιαστικό ταξίδι, έρχεται και αντικρίζει μία πόλη, νεκρή από ζωή. Πώς να του εξηγούσε για τον αόρατο εχθρό, που κυνηγάει τους ανθρώπους, μικρούς, μεγάλους και παιδιά, πολιορκώντας με κάθε τρόπο, το νου, την ψυχή και το σώμα τους.

Άξαφνα το πουλί, μην παίρνοντας απόκριση από την ίδια, άνοιξε διάπλατα τις μικρές φτερούγες του και χάθηκε ψηλά, στον καταγάλανο, ευωδιαστό από τα ανοιξιάτικα λουλούδια, ουρανό. Ίσως αναζητήσει συντροφιά στην αγκαλιά των ανθισμένων δέντρων, σκέφτηκε και αφέθηκε στο ταξίδι του βλέμματος στην κοιμισμένη πόλη της, εκεί πίσω από το τζάμι και καθισμένη στην αγαπημένη πολυθρόνα της.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη