«Ο γκρινιάρης της γειτονιάς», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Καλά, την προηγούμενη και τούτη τη χρονιά, μας βρήκαν όλα. Σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, χιονοπτώσεις! Αναρωτιέμαι, είναι δυνατό να χαίρεται ο κόσμος με τα προβλήματα του άλλου; Άνθρωποι να παλεύουν για τη ζωή τους κι εμένα να με νοιάζει πόσους πόντους χιόνι θα στρώσει; Τι έχει το χιόνι δηλαδή για να χαρώ; Για να μου εξηγήσει κάποιος!

Που ξύπνησα ένα πρωί, όπως πάντα, στις τέσσερις τα ξημερώματα, γιατί δεν έχω ύπνο -ειδικά μετά από τόση κλεισούρα που έχουμε φάει με την καραντίνα- και είδα τη γειτονιά να ασπρίζει από τις πυκνές χιονονιφάδες που έπεφταν αδιάκοπα; Σιγά το θέαμα. Μόνο μπλεξίματα ήρθαν στο μυαλό μου. Αμέσως, άνοιξα τη βρύση της κουζίνας, έβαλα τις γαλότσες μου και βγήκα έξω στην αυλή, να καλύψω τους σωλήνες του νερού να μην παγώσουν.

Όσο η ώρα περνούσε, το χιόνι είχε φορτώσει τις λεμονιές μου, που με κόπο φροντίζω κάθε χρόνο για να μου κάνουν τα πιο ζουμερά και μυρωδάτα λεμόνια. Η αλήθεια είναι ότι τις ξεματιάζω κιόλας, γιατί, όσοι περνάνε από το δρόμο, τις κοιτούν με θαυμασμό και θα μου τις βασκάνουν. Δεν είναι λίγες και οι φορές που απλώνουν τα ξερά τους για να κόψουν ό,τι προλάβουν. Λόγω του καιρού, έπρεπε να ξεφορτωθώ και το χιόνι για να μην έκαιγε τα έρμα τα δεντράκια και τους καρπούς τους.

Ξαναβγήκα λοιπόν στην αυλή με τη σκούπα αναποδογυρισμένη στα χέρια και την ώρα που ετοιμαζόμουν να τινάξω τα κλαδιά, με χαιρέτησε, αλαλάζοντας από τη χαρά του, ένα αντιπαθητικό γειτονάκι. Ασυναίσθητα, κοίταξα προς το μέρος του, πάτησα στον πάγο, παρ’ τον κάτω!

Μεγάλος άνθρωπος είμαι, ευτυχώς που δεν έσπασα κανένα χέρι. Πού να κρατηθώ, πώς να σηκωθώ, με τα πολλά, στυλώθηκα ξανά στα πόδια μου. Έπιασα τη σκούπα πάλι, κοίταξα προς τα πάνω κι εκεί που ετοιμαζόμουν να τινάξω τα κλαδιά, μου έρχεται στη μούρη μια χιονόμπαλα!

Μα τω Θεώ, θα έλεγα μερικές βαριές κουβέντες, αλλά κρατήθηκα γιατί άκουσα μία κυρία, την οποίαν δεν ήξερα, να μαλώνει ήδη το πιτσιρίκι της, που του είχε ξεφύγει η χιονιά και ήρθε σε μένα. Αφού έφτυσα το χιόνι που είχε μπει στο στόμα μου, μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου, κάτι που θύμιζε “δεν πειράζει” κι έπιασα δουλειά.
Έλα όμως που σπρώχνοντας τα γεμάτα κλαδιά, τα ώριμα λεμόνια άρχισαν να σκάνε στο κεφάλι μου… Άει σιχτίρ! Παράτησα τα πάντα όπως-όπως μέσα στη μέση και κρύφτηκα βουρλισμένος στο σπίτι μου.

Σκέφτηκα να φτιάξω ένα χαμομήλι για να ζεσταθώ λιγάκι και να ηρεμήσω, όμως είχε τελειώσει το γκαζάκι. Στα κομμάτια, όλα στραβά πήγαιναν. Άναψα το μάτι της κουζίνας και πάνω στην ώρα -τσακ- είχαμε διακοπή ρεύματος! Να μου πεις, καλά, για ένα χαμομήλι έκανες έτσι; Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Όλη η περιοχή έμεινε χωρίς ρεύμα, για πάρα πολλές ώρες. Ούτε θέρμανση, ούτε τηλεόραση, έφαγα το φαγητό μου «παγωτό»…

Τι να έκανα κι εγώ λοιπόν, μπαινόβγαινα στο σπίτι κι έβλεπα όλον αυτόν τον κόσμο που ξαμολήθηκε σαν τα μωρά παιδιά, μικροί-μεγάλοι, να παίζουν με τα χιόνια. Σκουφιά, γάντια, κασκόλ, μάσκες, δεν αναγνώριζα κανέναν τους, μα και κανένας δεν ήθελα να μου δίνει σημασία. Μου έφτανε που μου την έδινε η αδιαφορία τους για τα προβλήματα που δημιούργησε ο χιονιάς σ’ εμένα και σε ένα σωρό κόσμο.

Τώρα δα που είπα αδιαφορία, θυμήθηκα αυτή την άτιμη τη γυναίκα μου, που με παράτησε στη δεύτερη καραντίνα μοναχό σα μαγκούφη κι έμεινε η άκαρδη πίσω στο εξοχικό, γιατί δεν με αντέχει λέει. Ποιόν εμένα! Γιατί; Τι της κάνω; Επειδή εκφράζω πάντα την αλήθεια ορθά-κοφτά; Με χαρακτηρίζει γκρινιάρη και περίεργο. Βέβαια. Επειδή έχω την άποψή μου «είμαι αγύριστο κεφάλι»! Μωρέ, θα σου τη φτιάξω εγώ. Τη βλέπω και σε αυτό το Facebook, που ανεβάζει φωτογραφίες – ούτε like δεν της κάνω. Μα πού θα πάει. Θα γυρίσει, δε θα γυρίσει;

Τις σκέψεις μου διέκοψε το κουδούνι που χτύπησε. Πετάχτηκα πάνω από την τσαντίλα μου. Άνοιξα φουριόζος την πόρτα και είδα μπροστά μου τον πιο ξινό γείτονα, που φτύνω τον κόρφο μου κάθε φορά που τον συναντάω. Τι μου μόστραρε τη μούρη του -και μάλιστα χωρίς μάσκα- να με κολλήσει και τίποτα; Κατάλαβα. Ήθελε το πριόνι μου να κόψει το κλαδί του πεύκου του, γιατί φοβόταν μην έσπαγε από το βάρος του χιονιού και έπεφτε πάνω στο αμάξι του. Αμ δεν σφάξανε!… Σιγά μη του δώσω το ακριβό γιαπωνέζικο πριόνι μου. Πέρσι που του ζήτησα εγώ αν έχει ψεκαστήρι -που το δικό μου είχε μπουκώσει- μου είπε ότι δεν είχε. Μα για χαζό με περνάει; Αφού τον είδα που το χρησιμοποιούσε. Γι’ αυτό πήρα το θάρρος και του το γύρεψα. Σιγά μην βρισκόμουν στην ανάγκη του, χωρίς να ήμουν σίγουρος. Βέβαια. Έτσι είναι. Γυρνάει ο καιρός, πηδάει κι ο φτωχός. Του έριξα λοιπόν κι εγώ ένα άκυρο, που ήταν όλο δικό του.

Κοιτώντας τον να φεύγει, διαπίστωσα ότι στην αυλή μου είχαν φτιάξει έναν χιονάνθρωπο. Γουστόζικος μου φάνηκε. Ήταν καραφλός όμως και κάπως γδυτός. Έκανα μεταβολή, έψαξα στη ντουλάπα μας και βρήκα έναν παλιό σκούφο κι ένα κασκόλ των παιδιών. Τα έβαλα στον χιονάνθρωπο, κρυφά, μη με δει και κανείς και ξανακρύφτηκα σπίτι.

Νωρίς το βράδυ, κάθισα μόνος μου στο κρεβάτι, κουκουλώθηκα με την κουβέρτα, γιατί ακόμα δεν είχε έρθει το ρεύμα και ξεπαγιάζοντας, μονολογούσα «την καραντίνα μου και τα χιόνια μου μέσα…»

Τώρα, γιατί μου έχουν κοτσάρει την ταμπέλα του γκρινιάρη, δεν καταλαβαίνω…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη