«Ο βράχος της νεράιδας», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

Μεσημέρι. Ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού. Τα τζιτζίκια εμπνέονταν για νέες συνθέσεις μουσικές, σαν να ήθελαν να τραγουδήσουν για το καλοκαίρι, το γαλανό ουρανό, τα καράβια με τα λευκά πανιά και τα ταξίδια των γλάρων. Τα ταξίδια, πόσο πολύ της άρεσαν τα ταξίδια, αλλά φάνταζαν σαν άπιαστο όνειρο για την ίδια.

Ξάφνου, ένα απρόσμενο αεράκι ήρθε να δροσίσει το κουρασμένο από τη ζέστη πρόσωπο της και να εισχωρήσει πολύ βαθιά μέσα της, ανοίγοντας διάπλατα τις σκλήθρες της ψυχής της. Σαν μήνυμα το ένιωσε αυτό. Μήνυμα χαρμόσυνο από τον έξω κόσμο, που ήρθε να της υπενθυμίσει όλες τις ομορφιές του τόπου της, αυτού του όμορφου νησιού, που στα μικρά της μάτια φάνταζε πολύτιμο κοράλλι, που στόλιζε το φόρεμα το βαθυγάλανο της θάλασσας. Έπλενε πιάτα, όπως κάθε μεσημέρι. Αυτή άλλωστε ήταν η δουλειά της και ένοιωθε μια υπέρτατη ευγνωμοσύνη στην καλή της τύχη, που την οδήγησε πριν λίγα χρόνια σε αυτήν την επιχείρηση. Ένα εστιατόριο ήταν, στα ριζά ενός βράχου, δίπλα στο κύμα.

Υπήρχε μάλιστα ένας παλιός θρύλος στο νησί γι αυτό το βράχο. Πως κατοικούσε μέσα σε αυτόν μία νεράιδα του βυθού, η οποία εγκατέλειψε κάποτε το παλάτι της, ακολουθώντας ένα πλοίο. Στη διάρκεια όμως του ταξιδιού, φουρτούνα μεγάλη βύθισε το πλοίο και η νεράιδα έμεινε ολομόναχη στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Δεν χάθηκε όμως. Οι γλάροι του φιλόξενου αυτού νησιού την οδήγησαν σε αυτό το βράχο, που από τότε έγινε το καινούριο παλάτι της. Όλη την ημέρα η νεράιδα κρυβόταν στη σπηλιά του βράχου και σαν ο ήλιος βουτούσε στα νερά της θάλασσας, η νεράιδα έβγαινε από την κρυψώνα της. Μιλούσε τότε με τα αστέρια τ΄ ουρανού για τα χαμένα όνειρα της και τα παρακαλούσε να της στείλουν νέα πουλιά, για να την ταξιδέψουν στο μεγάλο όνειρο, όπου κι αν αυτό κατοικούσε.

Ο θρύλος μάλιστα λέει πως ένα βράδυ, καθώς η νεράιδα έλουζε τα μαλλιά της, ένα χρυσό πουλί πέταξε από ένα αστέρι, πήρε τη νεράιδα στη ράχη του και εξαφανίστηκαν οι δυο τους μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Κάποιοι μάλιστα πιστεύουν, συμπληρώνοντας το θρύλο, πως η νεράιδα και το πουλί κατοικούν ευτυχισμένοι σ ένα αστέρι του ουρανού και κάθε βράδυ επισκέπτονται το βράχο, γι’ αυτό άλλωστε κάποιες φορές αυτός γίνεται ολόχρυσος, σαν τα μαλλιά της νεράιδας.

Είναι πολλές φορές, που όταν πλένει πιάτα θυμάται αυτό το θρύλο του νησιού της. Πόσες πολλές ομοιότητες δεν έχει άλλωστε με τη νεράιδα του βυθού. Έτσι και η ίδια κάποτε ,σαν νεράιδα, ακολούθησε στο όνειρο τον αγαπημένο της και είναι αλήθεια πως έζησαν μαζί μια ολόχρυση Ανατολή. Μα σαν ήρθε η Δύση η σκοτεινή, πνίγηκε το όνειρο της. Ο αγαπημένος της, ο Κωνσταντής της, της το είχε υποσχεθεί. «Το τελευταίο μου ταξίδι θα είναι αυτό. Όταν με το καλό επιστρέψω, θα ανοίξουμε οι δυο μας εστιατόριο,  εδώ, στο βράχο πάνω τής νεράιδας  και θα ατενίζουμε μαζί το πέλαγος…» Δεν επέστρεψε όμως ποτέ. Χάθηκε στα βάθη του ωκεανού, μαζί με όλο το πλήρωμα του πλοίου. Αυτές ήταν οι βουλές της θάλασσας.

Πόσο πολύ την ξεκουράζει τώρα το πλύσιμο των πιάτων. Πιστεύει μάλιστα σε μία δύναμη μαγική του νερού. Πως αυτό έρχεται να πλύνει και να καθαρίσει όλες τις πληγές της ψυχής της, που δεν είναι και λίγες. Πλένει και ονειρεύεται. Τα όνειρα άλλωστε είναι η μόνη περιουσία της. Αν μάλιστα από την πολλή δουλειά την πάρει το βράδυ, πλένει και συνομιλεί με τα αστέρια, να της στείλουν, όπως στη νεράιδα, εκείνο το πουλί, για να πετάξει μαζί του στο όνειρο, που κάποτε σαν νερό ακριβό γλίστρησε αυτό μέσα από τα νεανικά της χέρια.

Πλένει καθημερινά με φροντίδα, υπομονή και σχολαστικότητα περισσή. Κάποιες φορές μάλιστα αναμιγνύεται το νερό με τα δάκρυα της και το αποτέλεσμα τότε είναι ευεργετικό. Είναι  η κάθαρση τόσο για την ψυχή της όσο και για τα σκεύη. Ίσως, τα δάκρυα της τελικά να είναι και το κρυφό μυστικό της, που όλοι τη θαυμάζουν για την αστραφτερή καθαριότητα, που σκορπίζει γύρω της. Κάποιες φορές πάλι, που τα δάκρυα της την αποχαιρετούν, για να ταξιδέψουν στα μονοπάτια του ουρανού, αναζητώντας να ενωθούν με τη βροχή, εκείνη μένει μόνη. Μόνη της παρηγοριά τότε είναι να παρατηρεί, μέσα από το μικρό παραθυράκι, πάνω από το νεροχύτη, όλους εκείνους, που απολαμβάνουν σιμά στο κύμα τα εδέσματα που παραγγέλνουν. Της αρέσει πολύ να επεξεργάζεται τους ανθρώπους. Να παρατηρεί τις οικογένειες, τις συνήθειες των γονιών, αλλά και των παιδιών. Να διερευνά προσεκτικά τον τρόπο, που κάθονται, που τρώνε και μιλάνε μεταξύ τους.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα παρατηρεί έναν κύριο μοναχικό, που το ίδιο του το παρουσιαστικό μαρτυρεί πως κάποτε μόνο δάσκαλος θα ήταν. Όλη η παρουσία του εκπέμπει μία αρχοντιά, ανάμικτη με καλοσύνη και πνευματικότητα. Ένα μεσημέρι, καθώς εκείνη εργαζόταν κι εκείνος καθόταν μονάχος, στο ίδιο τραπέζι πάντα, τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Η φευγαλέα αυτή συνάντηση του βλέμματος της χάρισε μία αίσθηση γαλήνης, σεβασμού και αξιοπρέπειας. Από τότε πήγαινε στην εργασία της με χαρά, έχοντας πάντα στο νου της, να τον διακρίνει μέσα στο πλήθος. Το βλέμμα του να διακρίνει.

Μία μέρα βρήκε πάνω στο περβάζι της κουζίνας μία ευωδιαστή γαρδένια. Την απόθεσε απαλά μέσα στα χέρια της, έτσι για να αισθανθεί καλύτερα το άρωμα της. Μήπως και κατορθώσει αυτή η ευωδιά να ανοίξει τα κλειστά εδώ και χρόνια πέταλα της ψυχής της. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά, αναζητώντας τα μάτια του κι όταν τα συνάντησε, αυτά της χάρισαν το πιο ζεστό χαμόγελο. Από εκείνη την ημέρα μία γαρδένια την περίμενε κάθε μεσημέρι, πάνω στο περβάζι της κουζίνας, που το άρωμα της τη συντρόφευε σε όλη τη διάρκεια της εργασίας της. Η ζωή της άρχισε να γεμίζει πια από αρώματα και βλέμματα, που συναντιόντουσαν καθημερινά μέσα στο πλήθος, ανταλλάσοντας τις μοναξιές τους.

Ένα μεσημέρι, μαζί με τη γαρδένια βρήκε στο περβάζι κι ένα σημείωμα. Ήταν από εκείνον. Το διάβασε προσεκτικά, σχεδόν με λαχτάρα και σαν την ανάγνωση τελείωσε, δυο μάτια μοναχικά περίμεναν με αγωνία από εκείνη μία συγκατάβαση ή έστω μία μικρή υπόσχεση.  Μα ναι, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί την πρόσκληση του για βαρκάδα κάτω από το φως του φεγγαριού. Τα μάτια της τότε χαρούμενα και λαμπερά ήταν εκείνα, που του έστειλαν την υπόσχεση. Κι όταν έφτασε το βράδυ εκείνο, με το φεγγάρι ολόγιομο να προσκαλεί τα αστέρια στην πιο λαμπρή γιορτή του ουρανού, φόρεσε το λευκό της φόρεμα, το χρόνια αφόρετο και αφέθηκε στο όνειρο να ταξιδέψει και τους δύο, κάτω από την ασημένια λάμψη του σεληνόφωτος.

Η βούληση όμως της θάλασσας ήταν πολύ διαφορετική από το όνειρο τους. Ίσως να ζήλεψε για λίγο τη συντροφικότητά τους και θέλησε να τους καλέσει σιμά της, για μια συντροφιά, μέσα στην απεραντοσύνη της. Με ένα κύμα μόνο τους έφερε κοντά της.

Τα σώματα τους δε βρέθηκαν ποτέ, ενώ η βάρκα τους επέστρεψε μόνη στο λιμάνι. Στο νησί λένε πως οι ψυχές τους κατοικούν στο αστέρι εκείνο, που κάθε βράδυ φωτίζει με τη λάμψη του το βράχο της νεράιδας. Κι όταν ο βράχος γίνεται ολόχρυσος μέσα στο πυκνό σκοτάδι, είναι γιατί οι ψυχές αυτές τον επισκέπτονται….

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music