«Ο αόρατος πλησίον», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

Εδώ και αρκετές μέρες περπατώ νωχελικά στο δρόμο. Εγώ και ο εαυτός μου, μόνος, χωρίς άλλη παρέα. Μου αρέσει άλλωστε η συνήθεια αυτή, που έχω από μικρός, να τρέχω αμέριμνος, ανάμεσα στα πολυπληθή αυτοκίνητα, να ανεβαίνω και να κατεβαίνω τα πεζοδρόμια, να μπερδεύομαι ανάμεσα στους βιαστικούς περαστικούς, που τις περισσότερες φορές με προσπερνούν, αδιαφορώντας για την παρουσία μου. Εγώ όμως επιθυμώ να συγχρωτίζομαι μαζί τους, να τους ακολουθώ, προσέχοντας βέβαια να μην τους φοβίσω, να είμαι η σκιά τους σε αυτήν την γκρίζα πόλη ή διαφορετικά ο αόρατος πλησίον. Πόσο πολύ θα χαιρόμουν, αν γνώριζα την προσωπική ιστορία τους ή έστω αν επέτρεπαν σε εμένα να αφηγηθώ τη δική μου. Τις περισσότερες φορές όμως δεν το καταφέρνω. Με παίρνουν είδηση και με αποπαίρνουν. Ίσως η παρουσία μου είναι αυτή, που τους φοβίζει. Δεν τους κακιώνω γι αυτό, απεναντίας  ελπίζω, πως κάποια μέρα θα κατορθώσω να τους πείσω για το αντίθετο.

Σήμερα, αποφάσισα να διασχίσω τη μεγάλη λεωφόρο της πόλης, πράξη γενναία, θα έλεγα, και αξιέπαινη για τον εαυτό μου, αφού αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, να βρεθώ κάτω από κάποιο αυτοκίνητο, περπατούσα αγέρωχος και με  το κεφάλι ψηλά. Η αναστάτωση, βέβαια, που προκάλεσα ήταν μεγάλη, αφού για χάρη μου ακινητοποιήθηκαν όλα τα αυτοκίνητα, βγάζοντας περίεργους ήχους, που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω και τα φώτα τους έντονα, ένιωθα να καίνε τα μικροσκοπικά μου ματάκια. Κάποια στιγμή όμως, τα κατάφερα! Πέτυχα αυτό που φάνταζε ακατόρθωτο εδώ και πολύ  καιρό. Βρέθηκα, επιτέλους, στην απέναντι πλευρά της πόλης!

Είναι αλήθεια, εντυπωσιάστηκα από την πληθώρα των καταστημάτων. Το ένα ακριβώς δίπλα στο άλλο, με γυαλιστερές βιτρίνες και λαμπερά φώτα, να προσελκύουν τους περαστικούς, σαν κι εμένα. Χάθηκα και πάλι μέσα στο πλήθος. Κανείς όμως δεν έδειχνε έστω κι ένα μικρό ενδιαφέρον για την παρουσία μου. Φαντάζω το ίδιο αδιάφορος και σε αυτήν την πλευρά της πόλης, σκέφτηκα. Κάποια στιγμή, όμως, δεν άντεξα και πλησίασα αρκετά μία βιτρίνα. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου και τι να δω; Μικρά παιδιά ντυμένα με πανέμορφα μάλλινα ρούχα και μάλιστα με σκουφί, γάντια και κασκόλ να με κοιτάνε με αυτό το όμορφο και αγνό βλέμμα, που χαρακτηρίζει όλα τα παιδιά. Αμέσως τότε, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να μπω κι εγώ μέσα στη βιτρίνα, να τα αγκαλιάσω  και να παίξω μαζί τους. Μια και δυο λοιπόν, παίρνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις και χωρίς να με δει κανένα μάτι, μπήκα στο κατάστημα και δια μιας βρέθηκα μέσα στη βιτρίνα. Πριν προλάβω όμως για το οτιδήποτε, ένα χέρι μακρύ με άρπαξε επιδέξια και μου έδειξε το δρόμο. Κρίμα. Το σχέδιο μου είχε ναυαγήσει. Ίσως τελικά ο δρόμος να είναι το σπίτι μου, σκέφτηκα και συνέχισα την περιπλάνηση μου, χωρίς διάθεση καλή αυτή τη φορά.

Πρέπει να περιπλανήθηκα για αρκετή ώρα στην αγορά. Πάγκοι με τρόφιμα, φρούτα και λαχανικά και κόσμος πολύς να συρρέει απ’ όλες τις κατευθύνσεις ήταν το νέο σκηνικό, που όλο έκπληξη αντίκριζα. Αμέσως, επιδίωξα να γίνω κι εγώ κομμάτι αυτού του σκηνικού, πλησιάζοντας ένα μικρό πάγκο με ξεροψημένα λουκάνικα. Και μόνο στη θέα τους, όπως είναι φυσικό, με εγκατέλειψαν όλες εκείνες οι δυνάμεις, που ελέγχουν την αυτοπειθαρχία μας. Όρμησα τότε στον πάγκο, φοβίζοντας όλους όσους βρίσκονταν γύρω μου. Τα αποτελέσματα ήταν ολέθρια. Τα νόστιμα εδέσματα βρέθηκαν στο λεπτό καταγής κι εμένα με κυνηγούσε ο πωλητής για ώρα αρκετή. Ευτυχώς, κάποια στιγμή, κατάφερα να γλιτώσω από το θυμό του και να χαθώ μέσα στο αδιάφορο πλήθος των περαστικών, που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τρέχουν στο πεζοδρόμιο, συναγωνιζόμενοι στην ταχύτητα και την αδιαφορία. Δεν μπορεί, σκεφτόμουν, πρέπει να έχουν βάλει κάποιο στοίχημα μεταξύ τους, ποιος θα φτάσει πρώτος. Αλλά ποιο είναι το τέρμα, αναλογιζόμουν πάλι, χωρίς να μπορεί κάποιος να με βοηθήσει.

Με όλες αυτές τις σκέψεις, είχε αρχίσει για τα καλά να βραδιάζει. Ο κόσμος άρχισε να αραιώνει κι εγώ ένιωθα αρκετά κουρασμένος να διασχίσω και πάλι τη μεγάλη λεωφόρο, για να περάσω στην άλλη πλευρά της πόλης. Το είχα εδώ και ώρα αποφασίσει να μη φύγω.

«Απόψε θα μείνεις εδώ» είπα και φωναχτά στον εαυτό μου, για να πειθαρχήσει.

«Θα μείνω» απάντησα ασυναίσθητα, σαν ένα μικρό παιδί, που φοβάται την τιμωρία.

 Ένιωθα όμως όλο και περισσότερο τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρω ένα ασφαλές νυχτερινό κατάλυμα, έστω κι αν έμενα νηστικός. Κάποια στιγμή, κι ενώ ήμουν πολύ απογοητευμένος και κουρασμένος, άκουσα μία φωνή, στη γλώσσα μου. Επιτέλους, κάποιος μιλούσε στη δική μου γλώσσα, συλλογίστηκα. Γυρίζω τότε και τι να δω; Ένα φιλαράκο σαν κι εμένα, μαύρο, με πράσινα μάτια, τέσσερα πόδια και μία φουντωτή ουρά, έχοντας στο στόμα του ένα λουκάνικο.

«Σε ακολουθώ για ώρα.  Είδα και το επεισόδιο που προκάλεσες στη λαϊκή, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερα να σε προλάβω. Τρέχεις πολύ γρήγορα. Κατάφερα όμως να σε φτάσω, έστω και τώρα. Ήθελα πολύ να σου προσφέρω ένα από τα λουκάνικα που έριξες από τον πάγκο του πωλητή. Χάρη σε αυτήν την πράξη σου σήμερα, πρέπει να ξέρεις πως εγώ και αρκετοί άλλοι σύντροφοι ξεγελάσαμε για λίγο την πείνα μας. Γι’ αυτό λοιπόν σου αξίζει κι εσένα αυτή η λιχουδιά» είπε, προσφέροντας μου ολόκληρο το λουκάνικο.

Τα μάτια μου άρχισαν τότε να δακρύζουν από συγκίνηση και το σάλιο μου να ταξιδεύει στο δρόμο. Επιτέλους, σκέφτηκα, βρέθηκε κάποιος από την φυλή μου. Πόσο δύσκολο τελικά είναι να κατανοήσεις την φυλή των ανθρώπων. Φαντάζει απόμακρη, ξένη και δυσνόητη για όλους εμάς, που απαρτίζουμε την ιδιαίτερη φυλή των σκύλων.

«Ακολούθησε με» με ενθάρρυνε ο πρώτος φίλος που αποκτούσα σε αυτήν την άχρωμη πόλη. Μέσα σε λίγη ώρα βρισκόμασταν σε ένα αρκετά ασφαλές καταφύγιο, όχι τίποτα ιδιαίτερο, έναν κάδο απορριμμάτων.

«Εδώ όλο και κάτι θα βρούμε για να ξεγελάσουμε την πείνα μας» αποκρίθηκε ο νέος μου φίλος. «Οι άνθρωποι πετάνε πολλά.».

Το ξημέρωμα μας βρήκε μαζί, όταν το απορριμματοφόρο, προσπαθούσε να αδειάσει τον κάδο. Εγώ, ως συνήθως, κοιμόμουν βαθιά, αλλά ο φίλος μου με ξύπνησε.

«Σήκω, πρέπει να φύγουμε» είπε. «Μία νέα μέρα ξεκινά και μαζί με αυτήν πρέπει κι εμείς να ξεκινήσουμε τον αγώνα της επιβίωσής μας. Σήμερα θα ψάξουμε αλλού για τροφή» συμπλήρωσε όλο αποφασιστικότητα.

Εγώ τον ακολούθησα σαν υπνωτισμένος. Νύσταζα αρκετά, αλλά δεν ήθελα να τον χάσω από φίλο. Με κατεβασμένη την ουρά, προσπαθούσα να τον προλάβω. Δεν έτρεχαν λοιπόν μόνο οι άνθρωποι, αλλά μαζί με αυτούς και ο νέος μου φίλος. Ξάφνου, σήκωσα το κεφάλι ψηλά στον ουρανό και είδα πως κάποια γκρίζα συννεφάκια έτρεχαν να προλάβουν τα νέα τους στον ήλιο. «Όλοι τρέχουν λοιπόν» σκέφτηκα, προσπαθώντας να ενθαρρύνω τον εαυτό μου και να επιταχύνω το βηματισμό μου. «Μα γιατί να τρέχουν;» νόμισα πως άκουσα τη φωνή μέσα μου. Αδιαφόρησα.  Είχε για τα καλά ξημερώσει…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη