«Ονειρεύτηκα», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

Ζεστές αχτίδες ενός χρυσαφένιου ήλιου με καλοδέχονται  σήμερα το πρωί από το ανοιχτό παράθυρο μου κι εγώ  τις καλημερίζω με μάτια θαμπωμένα από το φως της Άνοιξης.

Μια νέα ακόμη  μέρα σκέπτομαι, καταμεσής της πιο γλυκιάς εποχής του χρόνου με μικρά τουλουπένια συννεφάκια να  μου κλείνουν πονηρά το μάτι και να με προκαλούν να δραπετεύσω από της καθημερινότητας την επανάληψη.

Φαίνεται όμορφη η σημερινή ημέρα  και η  πρόκληση για απόδραση είναι δελεαστική, με πλάνα αμέτρητα  στοιβαγμένα  στο νου μου, μια και στις συνήθειες μου ήταν πάντα να χαράζω σχέδια, έτοιμα για υλοποίηση, που η πρώτη ευκαιρία θα συνηγορούσε σε αυτό.

Τη θάλασσα μεγάλη αγάπη της ψυχής μου, πρώτη έβαλα στο νου και ύστερα το ταξίδι, που από καιρούς ονειρευόμουνα. Σήμερα, που ο αγαπημένος ήλιος, έγινε σύμμαχος μου, ήταν  νομίζω η ώρα  να το σχεδιάσω και γιατί όχι, να το υλοποιήσω άμεσα, εφόσον οι υποχρεώσεις έτσι κι αλλιώς το επέτρεπαν.

Μου ήλθε η επιθυμία  να ζήσω τη μαγεία του απρόσμενου, να δώσω χρώμα στη ρόδα του χρόνου μου. Με γοήτευαν πάντα οι απρόσμενες εκπλήξεις και τα φυλαγμένα στο νου όνειρα, εφόδιο πολύτιμο σε περιόδους επαναλαμβανόμενης  καθημερινότητας.

Η υλοποίηση της ξαφνικής απόφασης, μου δημιουργεί μαγικά φτερά, που με μεταφέρουν στην πραγματικότητα της μαγευτικής  απόδρασης σε ένα ταξίδι ευδαιμονίας.

Χαίρομαι σαν μικρό παιδί. Επιβραβεύω τον εαυτό μου για αυτήν του την απόφαση, βιώνοντας άμετρη χαρά ταξιδεύοντας, σαν μέσα από παραμύθι των παιδικών μου χρόνων.

Ανάταση νου και ψυχής με κάλυμμα ευφορίας βελουδένιας χαρίζει αυτή η απρόσμενη απόδραση,  που απλώνεται σαν μαγικό χαλί μπροστά μου και  με  χαρά μικρού παιδιού, ευφραίνεται η ψυχή μου και λαμπυρίζουνε τα μάτια  μου σαν ηλιαχτίδες.

Δεν ξέρω γιατί, μα νιώθω σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Είχα  καιρό να νιώσω παρόμοια χαρά, είχα σχεδόν λησμονημένη τη γλυκύτητά της.

Γλυκός ο ήχος της αφύπνισης του τηλεφώνου, με μουσική αγαπημένου κλασσικού συνθέτη αυτή, που ήθελα πάντα να με επαναφέρει από του ύπνου την αγκάλη  στην πραγματικότητα, άνοιξε με περίσσια τρυφεράδα τα μάτια μου, αλλά και τις  πύλες του νου από τη μαγεία του  ονείρου σε μια απελπιστικά διαφορετική πραγματικότητα.

Άλλη μια δύσκολη ημέρα του πιο παράξενου χειμώνα των τελευταίων χρόνων, με καλούσε να τη ζήσω, με προσοχή, με φόβο και με αμφίβολες προοπτικές.

Με λύπη θυμήθηκα τους περιορισμούς της καθημερινότητας -ως αναγκαίους για την επιβίωση- και τα πολυπληθή στατιστικά στοιχεία, που μαρτυρούν την αστάθεια του σήμερα και την αβεβαιότητα του αύριο.

Αίφνης μελαγχόλησα. Σηκώθηκα και άνοιξα το παράθυρο. Ένας κακόκεφος xειμωνιάτικος ήλιος, που άλλαζε γρήγορα διαθέσεις, σαν να μου μήνυσε, πως χάρες   δεν μου κάνει, για να  ζεστάνει την παγωνιά  του νου και της ψυχής μου.

Μακάρι  να μπορούσα να γυρίσω με τρόπο μαγικό στο ταξίδι που ονειρεύτηκα, γιατί η γλυκύτητα της ευτυχίας του μοιάζει με γελαστό συννεφάκι, που διαλύθηκε στο πρώτο φύσημα του ανέμου.

Αυτή η  γλυκύτητα,  όμως, μου αλάφρωσε το νου, με βοήθησε να αποδεχθώ την πραγματικότητα, να σχεδιάσω κατά τη συνήθειά μου και να οραματισθώ   το μαγικό ταξίδι των προσδοκιών μου, που κάποτε εύχομαι να γίνει της ζωής μου αλήθεια…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη