«Ομπρέλα», γράφει η Μαρία Πανούτσου

Το πιο  βόρειο  ταξίδι μου που έχω κάνει,  ήταν το 2000  στη Σκωτία. Καλεσμένη από τον Graham  Mckenzie και το  CCA of Glasgow,  με σκοπό να διδάξω και να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις για  μια παράσταση στο  Κέντρο   Σύγχρονης Τέχνης  (CCA of Glasgow) στη Γλασκόβη. Καλεσμένη ως  Artist  in Residence.  Θα έμενα  αρχικά περίπου ένα μήνα και θα ξαναγύριζα  αργότερα για να ολοκληρώσω  την πρότασή μου.

Γλασκώβη.

Σήμερα,  καθώς  ντυνόμουν το πρωί  ζεστά για να μην κρυώσω,  μια και  το κρύο έχει αρχίσει στην συννεφιασμένη σιωπηλή Ιουλίδα (μια ιεροτελεστία ντυσίματος, κάτι μεταξύ Closard και Εσκιμώα  στην τελική εικόνα) και καθώς βλέπω τις σταλαγματιές  που  αφήνει  ένα περαστικό σύννεφο στο παράθυρό μου,  θυμήθηκα λοιπόν  την  ιστορία με την ομπρέλα, που είχα πάρει για το ταξίδι μου στην Σκωτία.  Συγκεκριμένα είχα πάρει δύο ομπρέλες,  μια μικρή ευέλικτη  και μια μεγάλη.  Όμως  δεν ήξερα τότε πως η Γλασκόβη  δεν είναι Λονδίνο…

Μια  μέρα λοιπόν, σε μια  βόλτα μου στα πιο δυτικά περίχωρα της Γλασκόβης, με ελάχιστα σπίτια και ακόμη πιο λίγα μαγαζιά, καθώς κατευθυνόμουν προς τη μεριά της θάλασσας ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς,  είχα ανοίξει  αφελώς την μεγάλη ομπρέλα μου  για να προστατευτώ, επίμονη να φτάσω στο τελευταίο άκρο της διαδρομής. Δεν κρατήθηκε η ομπρέλα  βολοδέρνοντας  πάνω από  μισό  λεπτό και  ο αέρας, αφού την ταρακούνησε, την άνοιξε ανάποδα και  προς τα επάνω και  την πήρε μαζί του στο πουθενά.  Έβλεπα  την ομπρέλα  να  φεύγει με την ταχύτητα του ανέμου και να χάνεται στον γκρίζο ορίζοντα.

Εκεί κοντά το τελευταίο μαγαζάκι.  Έτρεξα προς το μέρος του να προστατευτώ. Μπήκα.  Δυο παππούδες  καθιστάμενοι, σχεδόν χαμογελούσαν.  Κατάλαβαν ότι είμαι ξένη, μου έδωσαν ένα  σκαμπό και χωρίς να μιλάμε, έμεινα μέχρι να περάσει η μπόρα.  Όταν ηρέμησε  η  καταιγίδα,  ευχαρίστησα τους φιλόξενους  ανθρώπους -πάντα χαμογελώντας και εκείνοι και εγώ- και κατευθύνθηκα   στην στάση,  να πάρω το λεωφορείο για την επιστροφή στο κέντρο  της πόλης.  Στο σπίτι που με φιλοξενούσαν   αναζήτησα  το καυτό μπάνιο και μετά το ζεστό κρεβάτι μου  με το τεράστιο  πάπλωμα. Η φίλη μου στο σαλόνι έβλεπε τηλεόραση. Νανουρίστηκα από τις τηλεοπτικές   φωνές  που έφταναν αδύναμες  στα αυτιά μου.

Πλησιάζει ο χειμώνας. Ας είναι  ευγενικός  μαζί μας,   τώρα που  έχουμε και  έναν επιπλέον εχθρό… Δεν ξέρω αν είναι εχθρός ή κάτι άλλο, δεν ξέρω τελικά ποιος είναι εχθρός και ποιος φίλος,  έχουμε δώσει ταμπέλες σε όλα  για όλους,  απλοποιώντας  τόσο διαφορετικά πράγματα.  Έξω   σκοτείνιασε. Θα ανάψω το φως.

Κέα  22/11/2020

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη