“Οικιακό Άσυλο”, ένα διήγημα της Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

Κάθε φορά που βλέπω τους γνωστούς άγνωστους ταραξίες των διαφόρων συγκεντρώσεων στο κέντρο της Αθήνας να μαδάνε πεζοδρόμια και τοίχους για να τα κάνουν… πολεμοφόδια θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Ναι, ναι,  καθώς φαίνεται δεν ήμασταν και τόσο αθώα παιδιά, όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται τα πιτσιρίκια. Δεν είχαμε αφήσει πλάκα για πλάκα  σε στηθαία ταρατσών. Πλάκες φτιαγμένες με κάποιο τέλος πάντων μαλακό υλικό και η πιτσιρικαρία εν είδει γλύπτη σμίλευε πάνω τους περίστροφα και όπλα παντός είδους με τα οποία προμηθεύονταν οι διάφορες ομάδες (δεν τολμώ να πω συμμορίες), που σέβονταν τον εαυτό τους και το όνομά τους. Με τα όπλα αυτά αντιμετωπίζαμε την ομάδα της πάρα πάνω γειτονιάς, της παρά πάνω ρούγας. Χωρίς αυτά δεν είχαμε λόγο ύπαρξης. Στο μεταίχμιο δύο πολέμων Παγκόσμιου και Εμφύλιου τι άλλα πρότυπα να έχουν τα δόλια τα παιδιά; Ξεσήκωναν αυτά που έβλεπαν αυτά που άκουγαν.

Θυμάμαι ένα περίτεχνο περίστροφο που μου είχε φτιάξει ο οπλουργός της ομάδας και κολλητός μου φίλος και  εγώ σαν υπολοχαγός Νατάσσα το έφερα πάνω μου υπερηφάνως μέσα σε μια δερμάτινη θήκη περασμένη στη ζώνη της κοντής μου φούστας. (Τα κορίτσια ακόμη δεν φορούσαν παντελόνια. Εδώ καλά-καλά δεν είχαν παντελόνια τα αγόρια να φορέσουν, που λέει ο λόγος).

Πέστε σε ένα παιδί της σημερινής γενιάς να σας ονοματίσει αν θυμάται, ποιο ήταν το  αγαπημένο του παιχνίδι μέσα από την πληθώρα παιχνιδιών που γέμιζαν τον χώρο του δωματίου του. Σίγουρα θα σας πει ότι δεν θυμάται κάποιο ιδιαίτερα. Ενώ εγώ, που δεν είχα παιχνίδια τέτοια σαν τα δικά του, σε μια εποχή δύσκολη και φτωχική, αδίστακτα λέω ότι θυμάμαι το πιστόλι που φτιάχτηκε από οπλουργό της συμφοράς, που όμως δεν συγκρίναμε τούτα τα έργα των χειρών μας με τα πιο ακριβά παιχνίδια των μεταπολεμικών γενεών.

Μια μέρα λοιπόν, έτσι καθώς ήμουνα ζωσμένη με το όπλο μου, ήρθα αντιμέτωπη με τον αρχηγό της ομάδας από την διπλανή γειτονιά, την πάρα πάνω ρούγα.

«Αλτ», του φωνάζω άγρια με προτεταμένο το όπλο μου, «μην κουνιέσαι σε έφαγα»…

«Μωρέ για κοίτα έναν κανίβαλο που θα μας φάει. Σαν δεν ντρέπεσαι κορίτσι πράμα» μου αντιλέγει ο αρχηγός, ένα πανέμορφο πράγματι αγόρι 1-2 χρόνια μεγαλύτερό μου.

«Τώρα εγώ ή θα πρέπει να σε έχω σκοτώσει και να πέσεις κάτω τέζα ή δεν σε έχω τραυματίσει καθόλου γιατί αστόχησα. Σε διατάζω, λοιπόν, αφού μάλλον το δεύτερο συμβαίνει, να ξεκουμπιστείς αμέσως από την περιοχή μου και να πας στη δική σου», του είπα βγάζοντάς του και την γλώσσα μου κοροϊδευτικά (το θυμάμαι θαρρείς και έγινε χθες). Τούτο το παιδί το έτρεμαν όλοι πλην εμού. Βλέπετε αισθανόμουν δυνατή τρομάρα μου με το ψευτοπίστολο αφ’ ενός κι αφ’ ετέρου γιατί βρισκόμουν στα χωρικά μου ύδατα και έτσι και έβγαζα μια φωνή S.O.S. θα έτρεχαν προς βοήθειά μου όχι μόνο τα πιτσιρίκια μα και οι μεγάλοι. Έκανα την γενναία εκ του ασφαλούς, πιο «ασφαλούς» (!) δεν γινόταν. Ας ήταν εκείνος πιο δυνατός και πιο μεγάλος, ήταν ΑΟΠΛΟΣ!

 «Καλάααα. Εμείς θα τα ξαναπούμε αργά ή γρήγορα, κανίβαλε» μου είπε ειρωνικά αφήνοντάς μου μιαν αίσθηση νίκης και δύναμης. Χάιδεψα το πέτρινο τουφέκι μου, όπως είχα δει να κάνουν οι άντρες του ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ, ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ και έσπευσα να διηγηθώ το περιστατικό στην παρέα μου (αποφεύγω πάση θυσία να πω συμμορία, γιατί «συμμορία» σημαίνει κάτι κακό και εμείς μόνο κακά παιδιά δεν ήμασταν) αλλά ο ομαδάρχης μας (πώς αλλιώς να τον πω; ο Αλ Καπόνε μας;) αντί να μου αποδώσει τα εύσημα, όπως ανέμενα με χαρά, με κατσάδιασε σε σημείο να με πάρουν τα κλάματα.

«Έτσι καημένη μου και σε πετύχει μόνη σου κάπου μακρύτερα από δω, δεν τα βλέπω τα κοτσίδια σου να μένουν ανέπαφα επί της κούφιας κεφαλής σου» μου είπε ευγενικά και τρυφερά ο φίλος μου κι αρχηγός μου! Τι να του πεις κι αυτού του βλάκα;  Ή μάλλον εγώ είπα κάτι που έβγαζε μάτι: «Από αυτή τη στιγμή παύω να ανήκω στην ομάδα», είπα αγέρωχα και έφυγα μη δει τα δάκρυά μου, που έτρεχαν πλέον ασυγκράτητα σαν βροχή…

Πέρασαν μέρες πολλές, η ανάμνηση του περιστατικού ξεθύμανε, ο θυμός μα και η στενοχώρια μου επίσης και έβλεπα πια εκ του μακρόθεν τα παιδιά ανεβασμένα στις ταράτσες να μαδούν τις πλάκες για την ανανέωση του οπλισμού της ομάδας. Τους ζήλευα μεν αλλά η απόφασή μου να μείνω εκτός δεν άλλαξε. Από μικρή στα θέματα υπερηφάνειας ήμουνα πολύ ευαίσθητη και τις προσβολές δεν τις σήκωνε ο οργανισμός μου. Τους διέγραψα από Δον Κιχώτες μου, με διέγραψαν από Δουλτσινέα τους. Τόσο απλά.

Και μίαν ημέρα, που δεν θα την ξεχάσω όσο ζω, η μάνα μου με έστειλε στο μπακάλικο της πάνω γειτονιάς, της πάρα πάνω ρούγας, να ψωνίσω κάτι που πια δεν θυμάμαι τι ήταν αυτό που δεν το ‘χε ο «δικός» μας ο μπακάλης. Ένιωθα θαυμάσια, ενθουσιασμένη μπορώ να πω, στη σκέψη ότι μεγάλωσα σε σημείο να μπορώ να ξεφεύγω από τα στενά όρια της γειτονίτσας μου και να μεγαλώνω τους ορίζοντές μου.

 ΟΤΑΝ ξάφνου, βλέπω σε μια κάποια απόσταση τον ΕΧΘΡΟ μου, που προφανώς με είχε και αυτός δει, να μικραίνει γρήγορα την απόσταση που μας χώριζε. Τα ‘παιξα, να μη το πω; Το να γυρίσω πίσω και να το βάλω στα πόδια δώρον άδωρο, θα με έφθανε πολύ πριν επανέλθω στα δικά μου χωρικά ύδατα. Δεν γύρισα, λοιπόν, μα ούτε σκόπευα να έρθω αντιμέτωπη με ένα αγόρι πολύ πιο δυνατό από μένα και μεγαλύτερο δύο χρόνια ή τρεις τάξεις Δημοτικού. Πρώτον, άοπλη εγώ. Δεύτερον, εκτός δικού μου χώρου. Τρίτον,εντός δικών του ορίων. Τέταρτον, πανικόβκλητη πλέον και ενώ εκείνος με έφθανε από στιγμή σε στιγμή, κατέφυγα σε μια πόρτα σπιτιού που από τον ΘΕΟ ΗΤΑΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΑΙ ΜΠΑΙΝΩ ΣΤΟ ΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ ΖΗΤΩΝΤΑΣ  ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΒΟΗΘΕΙΑ. Ήταν καιρός πια γιατί το αγόρι με είχε φτάσει.

«Σώστε με κυρία σας παρακαλώ» λέω στην οικοδέσποινα που την γνώριζα μόνον εξ όψεως. «Με κυνηγά αυτό το βρωμόπαιδο και θα με σαπίσει στο ξύλο αν με πιάσουν τα χέρια του», είπα έντρομη.

Και ω! της μεγάλης κατάπληξης, μητέρας όλων των εκπλήξεων του Σύμπαντος!

Βλέπω τον νεαρό να μπαίνει κι εκείνος ξωπίσω μου στο ξένο σπίτι και να λέει στην κυρία:

«Θεία Νίνα με ξέρεις για βρωμόπαιδο; Ε, δεν θα μου γλυτώσει τούτη δω η αντάρτισσα, που τα κοτσίδια της θα τα ξεριζώσω και θα της τα δώσω να τα φάει για μεσημεριανό σήμερα».

Και η απάντηση της καλής και ευγενέστατης κυρίας:

«Και δεν της τα βγάζεις τα κοτσίδια Νίκο μου. Καλά θα της κάνεις, αφού λέει βρωμόπαιδο εσένα, που είσαι το καλύτερο ανηψούδι μου».

Ορκίζομαι ότι ο σκληρός δίσκος της μνήμης μου από το σημείο αυτό και μετά, είναι κενός. Είτε χάλασε, είτε κατέγραψε τα πάντα και μετά τα έσβησε για να μην τα θυμάμαι, ή μπορεί να μην έγραψε και καθόλου, άγνωστον το γιατί. Σε κάθε περίπτωση ΕΓΩ δεν θυμάμαι τι απέγινε με τα κοτσιδάκια μου. Αλλά για να τα βλέπω στις φωτογραφίες της εποχής στην θέση τους μέχρι και που έβγαλα το δημοτικό,  δεν θα πρέπει να δεινοπάθησαν. Μα εκείνο που κατέγραψε η ψυχή και η καρδιά μου είναι να ζητάς ΑΣΥΛΟ από έναν σεβάσμιο άνθρωπο και αυτός σκασμένος στα γέλια να σε παραδίδει στο στόμα του λύκου σαν σφάγειο, μη τηρώντας την ιερή υποχρέωση να με προστατεύσει ούσα στο σπιτικό της. Το αντίθετο μάλιστα, ήθελε να γίνω βορά  στα νύχια του ανεψιού της και να απολαύσει μαζί του το φάγωμα της λείας του.

Η συμπεριφορά της γυναίκας αυτής με σημάδεψε σε τέτοιο σημείο, που να περιγράφω τώρα με ακρίβεια μία σκηνή που έλαβε χώρα  εξήντα τόσα χρόνια πριν, νιώθοντας την ίδια απελπισία στην αίσθηση της παραβίασης του ασύλου από την ίδια την οικοδέσποινα καθώς και τον χλευασμό της, ενώ δεν θυμάμαι τι έγινε πριν δύο ημέρες!!!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music