«Νοερές πτήσεις», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

Ταξίδια! Πόσο μου άρεσαν τα ταξίδια, από μικρό παιδί! Στην αρχή ταξίδευα στις γειτονιές της Αθήνας με την παρέα μου κι αργότερα αποφάσισα να απλώσω τα πανιά μου μακριά. Ήθελα, αν γινόταν, να γνωρίσω τον κόσμο όλον. Ίσως τελικά να τα κατάφερνα. Εδώ και αρκετό καιρό, για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να προσδιορίσω με ακρίβεια το χρόνο, καθώς η μνήμη μου γερνά μαζί μου, έχω την εντύπωση πως ο χειμώνας αποφάσισε να μας αποχαιρετίσει. Τον βλέπω, νομίζω, με μια βαλίτσα στο χέρι, γεμάτη και βαριά από εμπειρίες, οι οποίες πιστεύω καθόλου δε συνέβαλλαν στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας, να απομακρύνεται σκυφτός και δύσθυμος. Τότε, συλλαμβάνω τον εαυτό μου να προβληματίζεται για ένα σωρό ερωτήματα όπως <<προς τα πού κατευθύνεται ο χειμώνας;>>, <<Ποιους θα συναντήσει;>>, <<Άραγε, κάποιοι άλλοι θα τον καλοδεχτούν;>>. Δυστυχώς όμως δεν μπορώ να σκαρφιστώ κάποια απάντηση. Αποφασίζω τότε να θέσω τα ίδια ερωτήματα στους περαστικούς, που αγναντεύω εδώ και αρκετό καιρό από το μπαλκονάκι μου. Μάταια όμως και αυτή η κίνηση μου. Κανείς δε σηκώνει το κεφάλι να μου απαντήσει.

Εκεί, χάνω την αίσθηση του χρόνου. Κλείνω τα μάτια μου και ταξιδεύω. Βοηθάει βέβαια σε αυτό και ο καλός καιρός. Η άνοιξη δειλά, δειλά κάνει την εμφάνιση της. Τα χρώματα επιτέλους ξύπνησαν και αποφάσισαν να βάψουν και πάλι τα λουλούδια μου, τα οποία συνεχώς διαμαρτύρονται για τη στενότητα του χώρου. Πώς μπορούν να απλωθούν τα καημένα, σε ένα τόσο μικρό και στενό μπαλκονάκι. Φαντάζει σχεδόν αδύνατο.

Αρχίζω λοιπόν να τα παρηγορώ και να τα καλοπιάνω συνάμα, να βλέπουν τις θετικές όψεις από τη συμβίωση τους μαζί μου. Είναι τυχερά τους λέω, γιατί έχουν εμένα, που τα αγαπάω και τα φροντίζω, σαν παιδιά μου. Τα προσομοιάζω βέβαια με τις στριμωγμένες φιγούρες, της δικής μου, καθώς και των υπόλοιπων συγκατοίκων της πολυκατοικίας μου. Μιας πολυκατοικίας, που εγώ μόνο με συρταριέρα  θα μπορούσα να την παρομοιάσω. Έμψυχα και άψυχα συμπάσχουν, με αγαστή συνεργασία, στην προκειμένη περίπτωση. Είναι να θαυμάζει κανείς πώς τόσες διαφορετικές υπάρξεις συνυπάρχουν κάτω από την ίδια τσιμεντένια στέγη. Η εγγύτητα όμως δεν φέρνει πάντα ζεστασιά και γαλήνη στην ψυχή μας. Έτσι, υπάρχουν στιγμές, που νοιώθω τόσο μόνος μέσα σε αυτό το πολύχρωμο, ανθρώπινο πλήθος, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, που συμβιώνει τόσο κοντά  και συνάμα τόσο μακριά μου.

Για να απαλύνω όμως τις σκέψεις μου, αρχίζω να θυμάμαι τα χελιδόνια, που εδώ και χρόνια έχουν χτίσει τη φωλιά τους σ’ εμένα, στο σπίτι μου. Με λαχτάρα, κάθε άνοιξη, περιμένω να με επισκεφτούν. Ώρες, ώρες αναρωτιέμαι πώς σχεδιάζουν αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι τους, πώς γυμνάζουν τις αδύναμες φτερούγες τους για να αντιμετωπίσουν τον άνεμο και τη βροχή. Μπορώ να πω ότι ζηλεύω. Ζηλεύω, γιατί μπορούν και ταξιδεύουν ελεύθερα, μακριά από δεσμεύσεις και έννοιες της καθημερινότητας. Μακριά από τον επιθετικό ιό, που απρόσκλητα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής όλων μας, της ζωής ολάκερου του κόσμου. Αυτά τουλάχιστον κρατούν σίγουρα ασφαλείς αποστάσεις από τον κίνδυνο. Τον οσμίζονται και φτερουγίζουν ψηλά και μακριά, σε αντίθεση με εμάς τους ανθρώπους, που είτε άθελα μας είτε από αφέλεια, τρέχουμε να τον καλοδεχτούμε με ανοιχτές αγκάλες.

Κλείνω τότε τα μάτια και αναλογίζομαι. Αναλογίζομαι το παρελθόν μου, που φαντάζει πια τόσο μακρινό και αφιλόξενο. Σε τέτοιες στιγμές, που οι άνθρωποι απομονώνονται, σαν το μοναδικό μέσο διαφυγής του κινδύνου ενός ιού, που μόνο αγαθά αισθήματα δεν τρέφει τελικά  για εμένα και τους συνανθρώπους μου, τα ταξίδια του νου και της ψυχής θεωρώ πως αποτελούν τον πιο ακίνδυνο μέσο διαφυγής από τα προβλήματα. Άλλωστε είναι και ανέξοδα. Κλείνω  τα μάτια και με μοναδική παρέα τα λουλούδια μου και το ζεστό χάδι του ήλιου, που με χρυσαφένια εγκαρδιότητα το προσφέρει σε εμένα και σε κάθε γωνιά του μικρού μου διαμερίσματος, απογειώνομαι στο παρελθόν μου.

Συναντώ λοιπόν ένα μικρό αγόρι, που γεμάτο απορίες και ερωτηματικά, φρόντιζε να κάνει δύσκολη τη ζωή των γύρω του και κυρίως της μητέρας του. Είναι αλήθεια πως μου άρεσε να τρέχω ολημερίς με την παρέα μου στις γειτονιές της Αθήνας. Μιας Αθήνας που είχε αγκαλιάσει σαν μάνα στοργική τα παιδιά της απ όλα τα σημεία της ελληνικής επικράτειας, που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Η δική μου οικογένεια βέβαια είχε βαθιές ρίζες  στην πόλη του Περικλή, συνήθιζε η μητέρα να μου εξηγεί, κάθε φορά, που της διαμαρτυρόμουν, γιατί δεν είχαμε κι εμείς χωριό, όπως όλοι οι συμμαθητές μου, στο σχολείο. Σαν να τη βλέπω ακόμη και τώρα μπροστά μου την κυρά Μελίνα, με τα αμυγδαλωτά  μάτια της, που έσταζαν μέλι, κατά πώς το έλεγε  το όνομά της, και το πλατύ εκείνο χαμόγελο, που μοίραζε χωρίς φειδώ σε όλους ανεξαιρέτως.

 Ήμουν μοναχογιός και μοναχοπαίδι συνάμα. Η αδυναμία όλης της οικογένειας, μιας και ο δίδυμος αδελφός μου είχε πεθάνει στη γέννα. Έτσι είπαν στη μητέρα εκείνη την Πασχαλιά, που έτρεξε με τους δικούς της στο μαιευτήριο. Ο πατέρας απουσίαζε, ως ναυτικός, σε υπερατλαντικό ταξίδι. Η χαρά όμως σκιάστηκε  με το θάνατο του δίδυμου αδελφού μου. <<Δεν άντεξε η καρδούλα του>> είπαν οι γιατροί στη μάνα κι εκείνη πείστηκε. Τη θυμάμαι, ακόμη και τώρα, με τη νεραϊδένια φιγούρα της, να κάθεται δίπλα από το παράθυρο, αμίλητη, χλωμή και να ταξιδεύει, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Ίσως από εκείνη τελικά μου κληροδοτήθηκε η συνήθεια των νοερών πτήσεων, σκέφτομαι πολλές φορές και χαμογελώ κρυφά, που τόσο πολύ της μοιάζω στις συνήθειες.

Εγώ τότε, καταλάβαινα πως σκεφτόταν το χαμένο αδελφό μου και ότι λυπόταν πολύ. Πήγαινα με παιδιάστικη ορμή στην αγκαλιά της, χάιδευα τα μαλλιά της, που μοσχοβολούσαν ροδόνερο. Δεν ήθελα να θλίβεται, στεναχωριόμουν. Εκείνη πάλι περήφανη από τη φύση και την ιδιοσυγκρασία της δεν ήθελε ποτέ να ξεδιπλώνει στους άλλους τις πληγές και τα αναπάντητα του εσωτερικού της κόσμου. Ήξερε να κρύβεται καλά στο μυστηριώδη πύργο της, περήφανη και αλύγιστη. Έτσι, με φωνή σταθερή και επιτακτική συνάμα με παρέπεμπε στο παιχνίδι, που τόσο άλλωστε αγαπούσα. Οι σκέψεις, όμως, γι’ αυτό το συννεφιασμένο πρόσωπο της μάνας με ακολουθούσαν σε όλη τη διάρκεια της παιδικότητάς μου. Ίσως αισθανόμουν τύψεις, που δεν μπορούσα να τη βοηθήσω. «Μακάρι» σιγοψιθύριζα ως παιδί «να μην είχα ζήσει εγώ. Μπορεί να ήταν πιο ευτυχισμένη με τον αδελφό μου».

Αργότερα, μεγαλώνοντας, αποφάσισε να αποτινάξει αυτό το πέπλο μυστηρίου και να μου εμπιστευθεί το μεγάλο  μυστικό της, που τόσα χρόνια γνώριζε καλά να αποκρύβει απ’ όλους μας. Αυτό, λοιπόν, που έκαιγε τα σωθικά της και δεν μπόρεσε να συγχωρέσει στον εαυτό της ήταν η μεγάλη της αφέλεια, όπως χαρακτηριστικά μου εκμυστηρεύτηκε, να εμπιστευθεί το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου και να δεχθεί αβίαστα το τετελεσμένο, δηλαδή το θάνατο του αδελφού μου. Όσο μεγάλωνε, ίσως πρόκειται για το αλάθητο μητρικό ένστικτο, τόσο πιο πολύ παγιωνόταν η ιδέα μέσα της, πως ο αδελφός μου ζούσε, πως δεν είχε πεθάνει και πως βρέθηκε σε μία ξένη μητρική αγκαλιά και όχι στη δική της, όπως άρμοζε. Δεν συγχώρεσε ποτέ στον εαυτό της το γεγονός, ότι δε ζήτησε να δει το υποτιθέμενο νεκρό σωματάκι του αδελφού μου.

Μάταια εγώ προσπαθούσα να την παρηγορήσω με τη σειρά μου, πως ήταν πολύ νέα τότε και ότι δεν έπρεπε να βασανίζει τον εαυτό της με τέτοιες σκέψεις. Αν πράγματι είχαν συμβεί όσα η ίδια με φρίκη υποπτευόταν, τότε η ευθύνη βάραινε αποκλειστικά εκείνους, που είχαν διαπράξει αυτήν την ανίερη πράξη, να χωρίσουν δηλαδή τον αδελφό μου από τη μητέρα, παραδίδοντας τον σε ξένη αγκαλιά. Η μητέρα όμως δεν πειθόταν ή δεν άφηνε σκόπιμα τον εαυτό της να χαλαρώσει, σαν να ήθελε να του επιβάλλει την πιο σκληρή τιμωρία. Προτού μάλιστα αποχαιρετήσει  οριστικά την πόλη του Περικλή, με όρκισε πως ποτέ δεν θα ξεχνούσα τον αδελφό μου και πως χρέος μου θα ήταν να τον βρω. Μόνο τότε θα έβρισκε γαλήνη στη νέα της πατρίδα. Εγώ φυσικά το ορκίστηκα. Πώς μπορούσα άλλωστε να την κακοκαρδίσω και μάλιστα πριν το μεγάλο της ταξίδι. Γνώριζα βέβαια ότι μου ζητούσε το ακατόρθωτο, όμως πρέπει να ομολογήσω πως ούτε εμένα με είχε αφήσει ασυγκίνητο αυτό το συμβάν είτε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα οι υπόνοιες της είτε όχι. Θυμάμαι μάλιστα τον εαυτό μου, στα πρώτα μου ταξίδια ως ναυτικός, ακολουθώντας στο επάγγελμα τον πατέρα, να ψάχνω για τον αδελφό μου. Τον είχα δηλώσει ως αγνοούμενο, μοιράζοντας παντού μια φωτογραφία μου. Αφού ήμασταν δίδυμοι σκεφτόμουν, άρα θα μοιάζαμε όσο μία σταγόνα νερού. Έτσι πέρασαν τα χρόνια κι εγώ το μόνο που κατάφερα ήταν να μοιράσω τη φωτογραφία μου σε όσα μέρη επισκέφτηκα ως ναυτικός, τίποτε παραπάνω. Η απογοήτευση μου βέβαια ήταν μεγάλη, όπως φαντάζομαι και της μητέρας από τη νέα της πατρίδα, όπου θα παρακολουθούσε τις άκαρπες προσπάθειές μου.  Ίσως τότε σκεφτόμουν, μάλλον για να αυτοπαρηγορηθώ, πως η μητέρα ως πνεύμα, θα είχε μάθει την αλήθεια και θα είχε ηρεμήσει. Όμως γιατί δεν ηρεμούσα εγώ;  Ερώτημα που δεν μπορούσα να απαντήσω στον ίδιο μου τον  εαυτό.

Στη ζωή όμως, πέρα από τα αναπάντεχα και τα μη αναστρέψιμα, μας περιμένουν και οι εκπλήξεις, σαν το κουτί της Πανδώρας. Το ανοίγεις και ποτέ δεν γνωρίζεις τι θα συναντήσεις. Κάπως έτσι συνέβη και σε μένα, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για κάποιο μαγικό κουτί, αλλά για μία σύγχρονη συσκευή με ένα σωρό δυνατότητες και εφαρμογές, δώρο από τα παιδιά μου. <<Για να επικοινωνούμε πατέρα από μακριά. Μην αγχώνεσαι θα το συνηθίσεις>>. Έτσι μου έλεγαν κάθε φορά που τα θαλάσσωνα με τις βιντεοκλήσεις και τα μηνύματα. <<Ολόκληρο πλοίο κυβερνούσες παππού και θα φοβηθείς τώρα ένα τηλέφωνο, μόνο και μόνο επειδή είναι έξυπνο; Δεν είναι δα  πιο έξυπνο από εσένα>> με παρηγορούσε η μικρή μου εγγονή από τον Καναδά, κάθε φορά που έκανα κάποιο λάθος.

Με την πάροδο όμως του χρόνου το συνήθισα τόσο πολύ και εξοικειώθηκα με τις λειτουργίες του, ώστε έφτασα στο σημείο να μην μπορώ χωρίς αυτό. Πόσο μάλλον τώρα, στην περίοδο της πανδημίας του κορωνοϊού, που είμαστε αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Αυτό το έξυπνο τηλέφωνο, το smartphone, όπως το αποκαλούν τα παιδιά μου, είναι η επαφή μου με τον έξω κόσμο. Κατ’ αρχήν επικοινωνώ μαζί τους καθημερινά και στη συνέχεια με όλους τους φίλους μου, όπου κι αν αυτοί βρίσκονται. Έτσι, έγινε το άλλο μου εγώ ή αλλιώς ο δίδυμος αδελφός μου. Παντού πηγαίναμε μαζί. Με ακολουθούσε και τον ακολουθούσα. Δεν χρειάστηκε λοιπόν να περάσει αρκετός καιρός, για να γίνουμε αχώριστοι εγώ και το έξυπνο τηλέφωνο ή αλλιώς εγώ και ο δίδυμος αδελφός μου. Το σημαντικότερο, όμως, και γι’ αυτό είναι αιτία αυτή η συσκευή,  άρχισα πάλι να σκέφτομαι τα νοερά ταξίδια της μητέρας, να βλέπω το συννεφιασμένο πρόσωπο της και να σκέφτομαι τον αδελφό μου. Έτσι, δεν χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός και όταν ένιωσα σίγουρος με τον εαυτό μου, όσον αφορά το χειρισμό του έξυπνου αυτού τηλεφώνου, μπήκα για άλλη μια φορά στον πειρασμό να πειραματιστώ. Μόνο που τώρα ήταν  πιο εύκολο. Δεν θα χρειαζόταν να μοιράζω τις φωτογραφίες μου ούτε να ανατρέχω στον Ερυθρό Σταυρό. Θα μπορούσα απλά να φωτογραφηθώ, έτσι όπως ήμουν στην πολύ ώριμη πια ηλικία μου και μέσω του τηλεφώνου, η φωτογραφία μου θα ταξίδευε παντού, ίσως σε όλον τον κόσμο. Δεν μπορεί σκεφτόμουν, αν ο δίδυμος αδελφός μου ζούσε, θα ήταν όπως ακριβώς εγώ.

Στην αρχή τα παιδιά και τα εγγόνια μου γελούσαν και με απέτρεπαν, νομίζοντας ότι πρόκειται για φαντασιώσεις ενός μεγάλου ανθρώπου, έπειτα κουράστηκαν και με άφησαν στην ησυχία μου.  Εγώ πάντως συνεχίζω και θα συνεχίζω την προσπάθειά μου. Προς το παρόν ο δίδυμος αδελφός μου χωράει στην παλάμη μου. Τον κλείνω απαλά μέσα σε αυτήν και τον φροντίζω καθημερινά. Στη συνέχεια του μιλάω για τη μητέρα και το παρελθόν της οικογένειας. Θέλω και προσμένω, όταν κάποια στιγμή αυτός μεγαλώσει αρκετά, γίνει σαν κι εμένα και βγει από τη γέρικη παλάμη μου, να αγκαλιαστούμε σφιχτά και να δώσουμε τα χεριά. Τότε μόνο και γι αυτό είμαι σίγουρος πως η μητέρα θα μας χαιρετάει  από τη νέα της πατρίδα και θα μας περιμένει, για να σφίξει και τους δύο μας στη ζεστή της αγκαλιά.

Με όλες αυτές τις σκέψεις περνά η μέρα, χωρίς να το καταλάβω. Νύχτωσε πάλι για τα καλά. Τα λουλούδια μου ήδη με καληνύχτισαν, κλείνοντας τα πέταλα τους, μα εγώ δεν το πρόσεξα. Τα χελιδονάκια μου κοιμούνται οικογενειακώς, σφιχταγκαλιασμένα στη μικρή, ζεστή φωλιά τους. Ας μπω κι εγώ μέσα, στο παγερό απ’ τη νύχτα διαμέρισμά μου, να σφιχταγκαλιάσω τα όνειρά μου, για να ζεσταθώ. Αύριο πάλι, με το καλό, έχω πολύ χρόνο για τις νοερές πτήσεις μου. Καληνύχτα…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη