«Να  ’σαν τα νιάτα δυο φορές», γράφει η Νίκη Μπλούτη-Καράτζαλη

‘’Δεν ανεβαίνεις καλύτερα τώρα να μιλήσεις και με τον γιατρό που θα περάσει σε λίγο; Σήμερα δεν τον βλέπω καλά. Η ανάσα του έχει βαρύνει πολύ…’’ μου λέει η Βασιλική στο τηλέφωνο που πήρα για να δω πώς βγάλανε τη νύχτα.

Είκοσι μέρες, με σήμερα, σκυμμένη πάνω από το προσκεφάλι του. Η αγωνία και το άγχος την έχουν καταβάλει πολύ. Σήμερα το βράδυ, αν όλα πάνε καλά, θα μείνω εγώ κοντά του. Πόσο ν’ αντέξει η γυναίκα; Της έχουνε σπάσει τα νεύρα. Ακόμα και τα ρούχα της, λέει, έχουν πάρει αποφορά και μυρίζουνε φάρμακα και οινόπνευμα. Όταν γυρίζει στο σπίτι μένει στο μπάνιο τουλάχιστον μια ώρα, μέχρι να καταφέρει να διώξει τη μυρωδιά από πάνω της.

Ο γιατρός που μίλησα χθες, μου είπε, πως μόνο με ένα θαύμα μπορεί να τη σκαπουλάρει ξανά ο πατέρας. Με ένα θαύμα! Γίνονται άραγε ακόμα θαύματα στις μέρες μας; Κι αν γίνονται, αναρωτιέμαι, γιατί να το κάνει ο Θεός για έναν ενενηντάχρονο κι όχι για ένα παιδάκι που τον έχει σίγουρα μεγαλύτερη ανάγκη;

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά. Προσευχόμουνα στον Μεγαλοδύναμο να τον κρατήσει στη ζωή λίγα χρόνια ακόμα. Έξι, εφτά… έστω και τέσσερα. Μέχρι να συνέρθουμε, να πάρουμε μια ανάσα που τόσο έχουμε ανάγκη. Όταν τέλειωσα την προσευχή αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Σκεφτόμουνα πάλι εκείνα τα παιδιά των προσφύγων που κολυμπάνε μες στο πέλαγος, μουσκεμένα ως το κόκαλο στην αγκαλιά των γονιών τους για να γλιτώσουν απ’ τον πόλεμο. Κι ένιωσα ντροπή. Έκλεισα τα μάτια μου μπροστά σ’ αυτή τη θλιβερή εικόνα.

Μα τι σχέση έχει τώρα ο δικός μου γονιός με τα παιδιά του κόσμου; Ρωτούσα μετά τον εαυτό μου για να τον αλαφρύνω απ’ αυτό το σφίξιμο στο στέρνο. Ο πατέρας μου έχει άμεση σχέση με τα δικά μου παιδιά, του τόνιζα, λες και μιλούσα σ’ έναν φίλο. Έτσι είναι. Αν φύγει ο πατέρας σήμερα ή αύριο ή μεθαύριο, τα παιδιά μου θα δυστυχήσουν. Κι αυτό ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω. Τρελαίνομαι σ’ αυτή τη σκέψη, όπως τρελαίνονται κι όλοι οι γονείς φαντάζομαι, όταν δεν μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά τους.

Πώς φτάσαμε εδώ; Εκεί που θα έπρεπε να παρακαλάω και να προσεύχομαι στον Θεό να πάρει τον πατέρα μου κοντά του για να μη βασανίζεται άλλο, εγώ κάνω το αντίθετο. Του ζητάω λίγα χρόνια ακόμα κι ας τυραννιέται. Πώς έγινα τόσο σκληρός; Τόσο άκαρδος; Αναρωτιέμαι συνέχεια τις τελευταίες είκοσι μέρες που ο γέρος μου πνέει τα λοίσθια κι αισθάνομαι τις τύψεις να με κυνηγάνε, για όλες αυτές τις ζοφερές σκέψεις που με κατακλύζουν.

Όλος ο κόσμος που μας βλέπει στο νοσοκομείο τόσες μέρες να παλεύουμε να τον συνεφέρουμε με τη γυναίκα μου, μας κοιτάει περίεργα. Πολλοί απ’ αυτούς, ηλικιωμένοι οι περισσότεροι, μας συγχαίρουν συνέχεια και μας περιεργάζονται, ίσως με μια δόση ζήλειας, επειδή δεν τυγχάνουν της ίδιας περιποίησης από τα παιδιά τους. ‘’Μπράβο παιδί μου! Πρώτη φορά βλέπω τόση φροντίδα από γιο σε πατέρα. Μπράβο, να ’σαι σίγουρος πως ο Θεός δε θα σε ξεχάσει μεθαύριο που θα ’ρθει κι η δικιά σου σειρά. Τα παιδιά σου θα σου φερθούν ανάλογα, όπως εσύ σήμερα στο γονιό σου. Εύγε!’’ Αυτά κι άλλα παρόμοια ακούω συχνά από γιαγιάδες και παππούδες που γεμίζουν τα δωμάτια του νοσοκομείου.

Τις προάλλες, μάλιστα, που ξενύχτησα ένα βράδυ στο πλάι του, επειδή δεν αισθανόταν καλά η Βασιλική, μια ηλικιωμένη κυρία απέναντί μου που είχε όλο το βράδυ δική της αποκλειστική νοσοκόμα στο προσκεφάλι της, με λυπήθηκε όταν αναγκάστηκα να του βάλω την πάπια και μου πρότεινε να το κάνει η νοσοκόμα της. Μετά όλο το βράδυ είχε όρεξη για κουβέντα. Άρχισε να μου διηγείται την ιστορία τής ζωής της στις τρεις τα ξημερώματα, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν της τα βλέφαρά μου που έκλειναν απ’ την κούραση. Κατά διαστήματα, κιόλας, μου έκανε ενδιάμεσα ερωτήσεις για να βεβαιωθεί πως την παρακολουθώ. Από ευγένεια, άκουσα όλα τα αποσπάσματα που επέλεξε να μου διηγηθεί απ’ τη ζωή της. Τα πιο τραγικά μάλιστα. Στο τέλος, γύρω στα ξημερώματα, έβγαλα το συμπέρασμα πως ο άνθρωπος έχει τελικά μεγάλη ανάγκη να μοιράζεται με την κουβέντα κάποια πράγματα, ακόμα και μ’ έναν άγνωστο. Αισθάνεται πως αδειάζει από μέσα του όλα τα περιττά ή τα πιο επίπονα ίσως. Ο αναστεναγμός ανακούφισης της γιαγιάς όταν τέλειωσε την ιστορία της, επιβεβαίωσε τις εικασίες μου.

Ανεβαίνω τα σκαλιά δυο δυο. Με την ψυχή στο στόμα φτάνω στο δωμάτιο. Η Βασιλική είναι όρθια μπροστά στο κρεβάτι του και του φτιάχνει την κουβέρτα. Ο πατέρας έχει τα μάτια κλειστά εδώ και πέντε μέρες. Δε μιλάει, δεν επικοινωνεί μαζί μας. Το πρόσωπο της γυναίκας μου είναι άσπρο σαν το πανί. Η κούραση διαγράφεται στους μαύρους κύκλους γύρω απ’ τα μάτια της. Ανταλλάσουμε μια ξεψυχισμένη καλημέρα κι ύστερα αρχίζει να μαζεύει σε σακούλες τα πράγματά της για το σπίτι. ‘’Θα μαγειρέψω κάτι γρήγορα, θα κάνω ένα μπάνιο και θ’ ανέβω ξανά πριν το μεσημέρι. Μη φύγεις απ’ το πλάι του… ‘’ μ’ ενημερώνει ψιθυριστά όπως τακτοποιεί τα πράγματα σε μια ακρούλα.

‘’Πώς θα φύγεις; Θα σε πετάξω εγώ με το αυτοκίνητο…’’ της λέω καθώς κοιτάζω τα πόδια της που έχουν πρηστεί απ’ την ορθοστασία. Δοκίμασε να βάλει τα παπούτσια της και δεν τα κατάφερε. Κράτησε τις παντόφλες τελικά.

‘’Να κάτσεις δίπλα του σου είπα. Θα φύγει σε λίγο η ξαδέρφη μου η Κατερίνα και θα με κατεβάσει κι εμένα. Φρόντισε να μιλήσεις με τον γιατρό, να τον ζητήσεις στο γραφείο του αν δεν περάσει μαζί με τους άλλους…’’ συνέχισε να με καθοδηγεί κι εγώ τη βεβαίωσα με τα μάτια  πως θ’ ακολουθήσω τις οδηγίες της.

Η Βασιλική έφυγε. Αφηρημένος παρακολουθώ τη γυναίκα απέναντί μου που προσπαθεί να τακτοποιήσει τον ασθενή του διπλανού κρεβατιού. Αυτούς τους βρήκαμε εδώ όταν ήρθαμε. Οι γυναίκες μας γίνανε και φίλες, ως και τηλέφωνα αντάλλαξαν μεταξύ τους για να μη χαθούν όταν με το καλό βγούνε από δω μέσα. Με το καλό; Κι οι δυο ασθενείς έχουν πάρει την κάτω βόλτα εδώ και μέρες. Είναι πια ανάμεσα στον πάνω και στον κάτω κόσμο, μας ενημέρωσε ο γιατρός. Πού βρίσκεται άραγε αυτός ο τόπος και πώς να μοιάζει; Αναρωτιέμαι συχνά τελευταία, λες κι απ’ αυτό θα καταλάβω κάτι για τον θάνατο που μας πλησιάζει μέρα με τη μέρα. Τον αισθάνομαι έντονα μέσα στο δωμάτιο, ειδικά τα δυο βράδια που έμεινα εδώ μέσα, τον ένιωθα ν’ απλώνει τις μαύρες φτερούγες του πάνω απ’ το προσκεφάλι των ασθενών. Έχει άραγε πρόσωπο ο θάνατος; Πώς να ’ναι η μορφή του; Άλλες φορές τον φαντάζομαι σαν ένα τεράστιο πουλί, κάτι σαν όρνιο που ορμάει για να κατασπαράξει τη λεία του κι άλλες σαν ένα ελαφρύ αεράκι που τρυπώνει απ’ το παράθυρο και στέκεται πάνω απ’ τα κρεβάτια για να κλέψει μια ανάσα.

‘’Έφυγε η Βασιλική; Ευτυχώς, εσείς είστε δυο και μπορείτε να ξεκουράσετε ο ένας τον άλλον… ‘’ ψιθύρισε δίπλα μου η Ελένη, η γυναίκα του άλλου ασθενή.

‘Έναν ολόκληρο μήνα δεν το έχει κουνήσει ρούπι απ’ το πλάι του. Δεν τον έχει αφήσει ούτε για μια ώρα στην επίβλεψη κάποιου άλλου. Κι όχι πως δεν εμπιστεύεται κάποιον, απ’ ότι μου εξομολογήθηκε ένα βράδυ, αλλά τρέμει στη σκέψη πως μπορεί να ‘’φύγει’’ όταν εκείνη θα λείψει έστω και για μια ώρα. Νομίζει πως έτσι τον κρατάει στη ζωή, πως αν είναι δίπλα του, τίποτα δε θ’ αφήσει να του συμβεί. ‘’Όταν φτάνει ν’ απελπίζεται ο άνθρωπος, πλάθει με το μυαλό του διάφορα τρελά…’’ παραδέχτηκε μετά μονάχη της, ‘’πιστεύω η αφελής πως αν είμαι πλάι του κανένας δε θα τολμήσει να έρθει να μου πάρει τον άνθρωπό μου…’’ συμπλήρωσε κι έκλεισε τα μάτια της με το κορμί της τεντωμένο στην καρέκλα δίπλα του.

‘’Μπορώ να τον προσέχω εγώ…’’ της προτείνω γι’ άλλη μια φορά, όπως τη βλέπω τόσο ταλαιπωρημένη.  ‘’Πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο, θα έχω το νου μου. Τώρα που κοιμούνται κι οι δυο…’’ τη βεβαιώνω μήπως και την πείσω.

‘’Κοιμούνται κι ονειρεύονται…’’ μου πετάει αναστενάζοντας. ‘’Σ’ ευχαριστώ Βασίλη, αφού με ξέρεις, δεν μπορώ…’’ είπε μ’ ένα στεγνό χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη της.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια κι εγώ αφέθηκα να υπολογίζω για άλλη μια φορά ασυναίσθητα τα έξοδα μιας κηδείας. Πόσο έχει ο μήνας; Είκοσι δύο ή είκοσι τρεις; Πότε πληρώνονται; Στις είκοσι έξι… Δε θα προλάβει να δεις, δε θα προλάβει να πάρει την τελευταία του σύνταξη. Πώς θα τα καταφέρω τότε να συμπληρώσω το διχίλιαρο της κηδείας; Καταστροφή! Ούτε το γονιό μου δε θα μπορέσω να κηδέψω με αξιοπρέπεια, μουρμουρίζω από μέσα μου σκασμένος. Έπρεπε να είχα κάνει το κουμάντο μου τόσο καιρό, έπρεπε να έβαζα στην άκρη δυο δραχμές κάθε φορά που πληρωνόταν για μια ώρα ανάγκης. Έτσι δε φρόντιζαν πάντα εκείνοι; ‘’Αυτά θα τα βάλω στην άκρη, άνθρωποι είμαστε, ποτέ δεν ξέρεις…’’ άκουγα τη μάνα μου να λέει κάθε φορά που έμπαιναν χρήματα στο σπίτι.


Ακούστε το τραγούδι ‘Να ‘σαν τα νιάτα δυο φορές’


Όσο ζούσε η συγχωρεμένη όλα τα βόλευε με τον τρόπο της. Η τσέπη της ποτέ δεν άδειαζε. Πάντα είχε κάτι να τσοντάρει για τους λογαριασμούς μας ή για τα έξοδα του σπιτιού μας. Πήγαινε στη λαϊκή κι είχε την έννοια μας. Περνούσε απ’ το δικό μας σπίτι πρώτα και μας άφηνε φρούτα, χόρτα, πατάτες. Κρατούσε γι’ αυτούς τα απαραίτητα κι άδειαζε το καλάθι της στο σπίτι το δικό μου. Αχ ρε μάνα!

Πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα; Πώς φτάσαμε ως εδώ; Κάποτε εγώ δεν ήμουνα που φρόντιζα για όλους; Πήγαινα στον κρεοπώλη κι έπαιρνα το κρέας της βδομάδας, μαζί και των γονιών μου. Πήγαινα στο σούπερ, έπαιρνα και για τη μάνα μου ό,τι μου ζητούσε. Πλήρωνα τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ, πλήρωνα και τα δικά τους. Τι καλά που ήταν τότε. Πλήρωνα και ξαλάφρωνα. Ένιωθα πως προσφέρω στους γονείς μου, έστω κι αυτό το μικρό, το ελάχιστο, ήταν για μένα μια χειρονομία ευγνωμοσύνης, ένα μικρό ευχαριστώ για όσα έκαναν για μένα τόσα χρόνια.  Έτσι κατάφερε κι η  μάνα μου εκείνο τον καιρό να βάλει δυο δραχμές στην άκρη για μια ώρα ανάγκης. Κι όταν έφυγε εκείνη, μου έβαλε στο χέρι ο πατέρας μου το βιβλιάριο για τα τελευταία της έξοδα. ‘’Να μην σας επιβαρύνουμε αγόρι μου κι εκεί…’’ μου έλεγε η συγχωρεμένη όποτε με πληροφορούσε γι’ αυτά τα χρήματα.

Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Αναρωτιέμαι καθώς χαϊδεύω με το βλέμμα του τη φιγούρα του πατέρα μου στο κρεβάτι. Μια νοσοκόμα μπαίνει φουριόζα και στέκεται μπροστά του ελέγχοντας με μια βιαστική κίνηση τη σακούλα των ούρων για να την αλλάξει. ‘’Σε λίγο θα περάσουν οι γιατροί’’ με πληροφορεί σιγανά και φεύγει αθόρυβα, αφήνοντας τα φάρμακά του στο κομοδίνο.

Τι νόημα έχουν όλα αυτά τώρα; Κι αν δεν πάρει τα χάπια του τι θ’ αλλάξει; Αφού ο άνθρωπος έχει πάρει τον δρόμο του, είπε ο γιατρός. Φεύγει, πάει να βρει τη μάνα μου. Θα συναντηθούν άραγε εκεί πάνω; Εκείνη θα τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες; Θα τον υποδεχτεί όπως του πρέπει; Θα τον αγκαλιάσει και θα τον φιλήσει που της έλειψε τόσα χρόνια; Τι να γίνεται εκεί πάνω;

Ξανά ησυχία. Επιτέλους ησύχασε κι η γιαγιά απέναντι. Όλη νύχτα, μου είπε η Βασιλική, δεν έβαλε γλώσσα μέσα. Πότε ζητούσε νερό, πότε ζητούσε την κόρη της και πότε σοκολάτα. ‘’Λίγο νερό βρε χριστιανοί να βρέξω λίγο το στόμα μου…’’ μουρμούριζε συνέχεια και δεν άφηνε τους άλλους να ηρεμήσουν. Κάνα δυο φορές σηκώθηκε η Βασιλική και πήγε να της φέρει σ’ ένα κύπελλο. Ύστερα την πήρε κι αυτή ο ύπνος στην καρέκλα απ’ την κούραση.

O ήχος του κινητού με τρόμαξε. Ξέχασα να το βάλω στο αθόρυβο. Η κόρη μου είναι. ‘’Μπαμπά τι κάνετε; Στο νοσοκομείο είστε; Έπαιρνα και στο σπίτι, δεν το σήκωνε κανείς. Τι κάνει ο παππούς; Μπαμπάκα… ακόμα να με πληρώσουνε και πρέπει να βάλω το ενοίκιο…’’

Την καθησυχάζω πως θα το τακτοποιήσω.  Έχει δίκιο η Βασιλική. Κάτι πρέπει να γίνει με τη Δήμητρα. Δε γίνεται να μένει άλλο στην Αθήνα με δυο μικρά κλειδωμένα μέσα στο διαμέρισμα. Χωρισμένη εδώ και δυο χρόνια. Από μας περιμένει για το ενοίκιο και τα κοινόχρηστα. Όσο ζει ο πατέρας μου καταφέρνουμε με τη σύνταξή του να βοηθάμε και τα παιδιά μας. Το ενοίκιο της κόρης και τη μισή δόση του δανείου τη συμπληρώνουμε εμείς πάλι για το γιό, που ο μισθός του δεν του φτάνει να συντηρήσει ένα σπίτι. Πού ν’ αποκτήσουν κι αυτοί παιδιά; Άσε που ούτε το κουβεντιάζουν καν. Εδώ που καταντήσαμε όλοι, φοβούνται κι οι νέοι να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Με τη δική μου σύνταξη απ’ τη ΔΕΗ, ίσα που καταφέρνουμε να κουτσοπερνάμε το μήνα οι δυο μας. Η Βασιλική από βασίλισσα που την είχα κάποτε στο σπίτι μας, κατέληξε να σφουγγαρίζει και να πλένει τζάμια σε καταστήματα. Πάλι καλά που βρήκε δυο τρία μαγαζιά και συμπληρώνουμε τα έξοδα.

Η φωνή τού γιατρού με πετάει σαν ελατήριο πάνω. Τον ακούω με τεταμένη προσοχή.

‘’Κύριε Αποστόλου αύριο θ’ αναγκαστούμε να σας δώσουμε εξιτήριο. Δε γίνεται διαφορετικά. Έχουμε πρόβλημα με τα κρεβάτια. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Έρχεται κόσμος που έχει ανάγκη από νοσηλεία κι αναγκαζόμαστε να τον διώχνουμε. Ο πατέρας σας δυστυχώς, αύριο… μεθαύριο… θα μας αφήσεις χρόνους. Τα είπαμε αυτά, δεν έχω κάτι άλλο’’

Τον  κοιτάω  με βουρκωμένα μάτια και δεν βρίσκω κάτι να του πω.

‘’Μην κάνετε έτσι… Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής. Ο πατέρας σας τουλάχιστον θα φύγει πλήρης ημερών. Κοιτάξτε γύρω σας να δείτε τι γίνεται…’’ μου λέει και με χτυπάει φιλικά στην πλάτη  προχωρώντας  στο κρεβάτι του διπλανού ασθενή.

‘’Πλήρης ημερών! Μα τα παιδιά μου θα δυστυχήσουν γιατρέ εδώ που φτάσαμε…’’ μουρμουρίζω ξεψυχισμένα και σωριάζομαι στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του πατέρα μου.

Η μορφή του καρφώνεται στο νου μου όπως ήτανε λίγο καιρό πριν μπει στο νοσοκομείο. Σαν πήγαινα στο καμαράκι του να τον χαιρετήσω και με υποδεχόταν μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά απ’ τη χαρά του που μ’ έβλεπε. Όλη μέρα καθότανε μονάχος του με το ραδιάκι πλάι του και σιγοσφύριζε αγαπημένα του τραγούδια. Εκείνη τη μέρα θυμάμαι, είχε πιάσει να τραγουδάει ένα τραγούδι της Φιλιώς.

‘’Ωρέ να ’σαν τα νιάτα, να ’σαν τα νιάτα δυο φορές, να ’σαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία.

Ωρέ να ξανανιώσω, να ξανανιώσω πουλί μου μια φορά, να ξανανιώσω μια φορά να γίνω παλικάρι.

Ωρέ να βάνω το φε, να βάνω το φεσάκι μου, να βάνω το φεσάκι μου,να βγαίνω στο παζάρι.’’

Ήσυχος άνθρωπος. Αρνάκι του Θεού. Ούτε που μας έκανε παράπονο ποτέ για τίποτα. Ακόμα κι αν αργούσαμε να φανούμε για να του πάμε φαγητό, ποτέ δε ρωτούσε τον λόγο. Στη Βασιλική είχε αδυναμία μεγάλη επειδή τον περιποιόταν. Κι εκείνη τον αγαπούσε και τον σεβόταν σαν πατέρα της. Ορφανή από μικρή, βρήκε κοντά του τη στοργή της πατρικής φιγούρας.

Μια ζωή στο μεροκάματο την ξόδεψε. Σπίτι, δουλειά. Κι όταν πήρε με το καλό το εφάπαξ, βγαίνοντας στη σύνταξη, στο δικό μου το σπίτι τα ξόδεψε όλα, για να μην πληρώνουμε ενοίκια και να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας, έλεγε ευχαριστημένος όταν τα κατάφερε να μας το αγοράσει.

Αχ βρε πατέρα, ψελλίζω συγκινημένος απ’ τις αναμνήσεις. Η ανάσα του ίσα που ακούγεται. Σκύβω από πάνω του για να βεβαιωθώ πως ακόμα αναπνέει. Κι αμέσως μετά με πιάνει ένα παιδικό παράπονο, ένα κλάμα μ’ αναφιλητά, που η ζωή τα έφερε έτσι και δεν είμαι σε θέση να κλάψω τον γονιό μου, όπως του πρέπει.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music