«Να πιστεύεις στα σημάδια…», ένα διήγημα της Λιάνας Μιχελάκη

«Να πιστεύεις στα σημάδια, να μην τα προσπερνάς. Τα σημάδια προηγούνται όλων μας. Είναι εκείνα, που έρχονται και μας προειδοποιούν. Προσπαθούν δηλαδή, αλλά εμείς τις περισσότερες φορές τα αγνοούμε ή απλά αδιαφορούμε για την ύπαρξη τους… Εσύ ποτέ να μην αδιαφορήσεις, γιατί αλλιώς αλίμονο…» Με αυτές τις συμβουλές μεγάλωσε, δίνοντας κάθε φορά υπόσχεση πως θα πορευόταν στα σμιλευμένα από χρόνια μονοπάτια του γένους της, θα μελετούσε τα σημάδια, θα τα ερμήνευε με μάτι διορατικό, θα ήταν προσεκτική στα βήματα της, «γιατί αλλιώς αλίμονο…»

Θυμάται τον εαυτό της, μικρό παιδί, να τρέχει μετά το σχολείο στους δρόμους της γειτονιάς, να αναζητά τη συντροφιά των εξίσου μικρών, αλλά αλλοεθνών φίλων της. Οι ανάσες τους  μπερδεύονταν, μέσα στο κρύο του χειμώνα, γίνονταν μία ανάσα, η ανάσα του παιδιού, που είναι ικανή για όλα, ακόμη και για το ακατόρθωτο, όπως να ζεστάνει μία παγωμένη και σκληρή καρδιά. Ήταν σκληρή η παιδική καρδιά της; Με σιγουριά θα απαντούσε, στο σήμερα, πως ήταν. Φυσικά και ήταν σκληρή και ανάλγητη, όταν με επιδεξιότητα και μαεστρία έπιανε τις νυχτοπεταλούδες και τις έκλεινε στο βάζο. Για λίγο βέβαια, μα το έκανε. Έπειτα, κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι, άναβε το φακό της και παρατηρούσε εξονυχιστικά τα φτερά τους, τις γραμμές πάνω σε αυτά. Πόσο πολύ θα ήθελε να καταλάβει τι σήμαιναν, πόσο πολύ θα ήθελε να ερμηνεύσει τα σημάδια στο σώμα τους. Γραμμές, μπλεγμένες και πυκνές γραμμές, σαν να τις ζωγράφισε ο ίδιος ο Πλάστης, ο Παντοδύναμος, με το μελάνι του μαύρου, έναστρου ουρανού. Μελάνι μαύρο και χρυσό συνάμα. Μόνο εκείνος θα ήξερε να τις ερμηνεύσει, καλλιτέχνης και ερμηνευτής ταυτόχρονα. Έπειτα, έτρεχε στο παράθυρο, άνοιγε το τζάμι, άνοιγε το βάζο και απελευθέρωνε το θύμα της. Έβλεπε τη νυχτοπεταλούδα να ανοίγει τα φτερά της και να απομακρύνεται αποφασισμένη, στο μαύρο και πυκνό σκοτάδι. Χανόταν λυτρωμένη κάτω από τη χλωμάδα των αστεριών και το ασθενικό φως του δρόμου.

Πολύ συχνά μικρή ονειρευόταν τη ζωή της σε άλλη διάσταση, μακριά πολύ από τις νόρμες των ανθρώπων. Θα ήθελε  να ήταν κι αυτή μία νυχτοπεταλούδα και να πετάει κάθε φορά και σε ένα καινούριο μέρος. Γιατί άραγε ο Πλάστης δεν προνόησε γι’ αυτό; Με ποιο σκεπτικό την έκανε παιδί; Είχε βαρεθεί τον κόσμο των συνομηλίκων της. Λαχταρούσε να γίνει μεγάλη, με φτερούγες δυνατές και ανθεκτικές. Εκείνη όμως δεν θα εγκλωβιζόταν στο βάζο, θα πετούσε μακριά. Αν κάποιος προσπαθούσε να την εγκλωβίσει, θα τον εμπόδιζε με τις μαγικές φτερούγες της. Μα ναι, θα ήταν μαγικές, γιατί η ίδια θα μπορούσε να ερμηνεύσει τις γραμμές, θα μπορούσε να βρει τα μονοπάτια, που αυτές έκρυβαν, είχε άλλωστε μέσα της τη δύναμη των προγόνων, σαν φυλαχτό, εκείνοι θα την καθοδηγούσαν, το ένιωθε.

«Νυχτοπεταλούδα πού κρύφτηκες; Θα σε βρούμε, όπου κι αν είσαι…» νομίζει πως ακούει και σήμερα τους παιδικούς φίλους να την αναζητούν με αυτό το παρατσούκλι, όταν εκείνη έβρισκε τις πιο απίθανες κρυψώνες στο κρυφτό. Θυμάται τον εαυτό της να τρέχει τόσο πολύ, ώστε να λαχανιάζει και να μην μπορεί να πάρει ανάσα από το τρέξιμο. Έμπαινε τότε, για λίγο μόνο, στο σπίτι, έπινε μονορούφι ένα ποτήρι δροσερό νερό και συνέχιζε πάλι, έξω στο δρόμο. Εκεί φώλιαζε η χαρά της, στη δράση και την κίνηση. Τα μάγουλά της ήταν πάντα ροδαλά σαν μήλα κόκκινα και τα γόνατά της μελανιασμένα από τα πεσίματα. Κάθε απόγευμα, το τηρούσε ευλαβικά, σαν ιεροτελεστία, έπαιρνε το ποδήλατο και συναντούσε τους φίλους της, για να παίξουν κυνηγητό με τα δίκυκλα στους δρόμους της γειτονιάς. Δεν σταματούσαν, μέχρι να εξαντληθούν από την οδήγηση. Αυτή ήταν ευχαρίστηση και παρά πάνω από ευχαρίστηση. Ήταν αναψυχή. «Μα γιατί θέλεις να γίνεις νυχτοπεταλούδα;» νομίζει πως ηχούν στα αυτιά της τα λόγια του Αλή, του αραβόφωνα συμμαθητή της. «Δεν περνάμε καλά έτσι; Αν γίνεις έντομο θα σε χάσουμε από τα παιχνίδια μας. Θα λείψεις και στο μικρό μου αδελφό, τον Αϊντίν, κοίτα πώς κλαίει…»  Εκείνος φυσικά έκλαιγε για άλλο λόγο. Ήταν μόλις δύο ετών και δεν μπορούσε με τα μικρά του ποδαράκια να τους συναγωνιστεί στο τρέξιμο. Εκείνη όμως, με την απλότητα που κρύβει η παιδική ψυχή, έπαιρνε αγκαλιά τον Αϊντίν και έτρεχαν μαζί. Ήθελε να του δώσει τη χαρά πως ανήκε και αυτός, έστω και τόσο μικρούλης, στην ομάδα τους.

Ξεχνιόταν στο παιχνίδι. Ξεχνούσε και το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Εκεί, βέβαια, κάθε βράδυ την περίμεναν οι επιπλήξεις, αλλά εκείνη έμενε απτόητη. Είχε μάθει με έναν δικό της, κατάδικό της αυτοσχέδιο μηχανισμό, να αποδιώχνει οτιδήποτε τη στεναχωρούσε. Έβλεπε τον εαυτό της νοερά να παίρνει ένα μεγάλο βάζο  και να κλείνει σε αυτό ό,τι την προβλημάτιζε. Στη συνέχεια, πάντα νοερά, πήγαινε στο παράθυρο, άνοιγε το βάζο και άφηνε να πετάξουν μακριά όλες οι παραινέσεις και τα διδάγματα περί ορθής συμπεριφοράς ενός κοριτσιού στην ηλικία της, που οι δικοί της δεν κουράζονταν κάθε βράδυ να της υπενθυμίζουν. «Ας ταξιδέψουν μακριά πολύ από εμένα τα λόγια αυτά» έλεγε από μέσα της κάθε βράδυ. «Ας πάνε σε άλλα σπίτια. Ας γίνουν το κήρυγμα άλλων γονιών προς τα παιδιά τους… Συγνώμη φίλοι μου αν ήρθαν και σε εσάς τα λόγια ετούτα…» Έτσι κυλούσαν οι ώρες των παιχνιδιών και των παραινέσεων, ένα συνονθύλευμα ήταν όλα στο παιδικό μυαλό της, μα  ένιωθε πως η ίδια ήταν η κυρίαρχος και η αρχηγός σε όλα, στους φίλους, στην οικογένειά της, στις νυχτοπεταλούδες…

«Πού τρέχει το μυαλό σου Νυχτοπεταλούδα;» ένιωσε να την επαναφέρει κάπως αιφνίδια και βεβιασμένα στο παρόν η συγκάτοικς της. Ήταν η ώρα για το απογευματινό καφεδάκι τους.

Η Φανούλα ήταν πράγματι μία πολύ καλή συγκάτοικος και πάνω απ’ όλα την ένιωθε συνοδοιπόρο στη ζωή της. Επιπλέον, έκρυβε μέσα της μία δύναμη μαγική, να διαβάζει τον εσωτερικό κόσμο των άλλων, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και κυρίως το παρελθόν τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και τη συμπάθησε από την πρώτη στιγμή. Η ίδια πίστευε από μικρή στα σημάδια και η Φανούλα ερμήνευε τα σημάδια. Ήταν και οι δυο τους το τέλειο δίδυμο. Συμπλήρωνε η μία την άλλη με έναν τρόπο μαγικό. Στην αρχή την αποκαλούσε με το παρατσούκλι «Μάγισσα», το οποίο άρεσε ιδιαίτερα στη Φανούλα, στη συνέχεια όμως, βλέποντάς την ακούραστη να καταγίνεται με όλα, άρχισε να την αποκαλεί με το προσωνύμιο «Αραχνοϋφαντη». Σαν την αράχνη, ακούραστη,  ύφαινε καθημερινά η Φανούλα τις ζωές όλων στο ίδρυμα, όπως και τη δική της.

Η εγκατάστασή της εκεί κρίθηκε επιτακτική ανάγκη από τα παιδιά της, καθώς η Αραχνοϋφαντη ξεχνούσε πολύ συχνά και όχι μόνο. Στην αρχή ξεχνούσε πράγματα απλά, όπως πού φύλαξε τα κλειδιά του σπιτιού ή πού τοποθέτησε τις βελόνες πλεξίματος. Στη συνέχεια, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν αρκετά και να λαμβάνουν επικίνδυνες διαστάσεις. Ξέχασε μία φορά το τηγάνι με τα σουτζουκάκια στη φωτιά, βλέποντας την αγαπημένη της σειρά στην τηλεόραση.  Το αποτέλεσμα ήταν η παρέμβαση της πυροσβεστικής. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά για εκείνη και τους γείτονες, ύστερα από τη μικρή πυρκαγιά, που προκλήθηκε στην κουζίνα της. Πού να ήξερε πως, όταν έκλαιγε για τις προδομένες αγάπες στην τηλεόραση, παρ’ ολίγον να έκλαιγε για το ίδιο το σπίτι της και ίσως και για τα σπίτια των γειτόνων. Φυσικά και ζήτησε συγγνώμη απ’ όλους και κυρίως από τα παιδιά της, που τα απασχόλησε με τις δικές της περιπέτειες. Από εκείνη όμως ποιος θα ζητούσε συγγνώμη; Η μία και μοναδική της αγάπη την είχε προδώσει εδώ και χρόνια και τα παιδιά της τη θυμόντουσαν ή καλύτερα αναγκάζονταν να τη θυμηθούν, ύστερα από τις περιπέτειες, που η ίδια άθελα της προκαλούσε. Μα τι στο καλό τής είχε συμβεί; Η ίδια ζούσε μόνο για να αγαπά, να μαγειρεύει και να φροντίζει τους άλλους, πώς έφτασε σε αυτό το σημείο; Αναρωτιόταν.

 Κάποια άλλη φορά η Αραχνοϋφαντη άρχισε να μπερδεύει τα μπαχαρικά, που τόσο της άρεσαν και χρησιμοποιούσε στη μαγειρική της, με τα απορρυπαντικά και τα φυτοφάρμακα.  Ποτέ δεν της έλειπαν από τα ντουλάπια της, από τα πρώτα μάλιστα βήματά της στην  σταδιοδρομία της στην κουζίνα: η πάπρικα, η ρίγανη, το γαρύφαλλο, το δεντρολίβανο, η κανέλα, η δάφνη και τόσα άλλα. Τα θεωρούσε απαραίτητο συμπλήρωμα στο φαγητό. Έτσι έμαθε από τη μητέρα της και εκείνη από τη δική της μητέρα, που ήρθε από τις αλησμόνητες ελληνικές πατρίδες της Ανατολής. Η ίδια, η Αραχνοϋφαντη είχε δώσει όρκο, πως δεν θα λησμονούσε τις ρίζες της. Θα βάδιζε πιστά στα χνάρια των προγόνων της κι ας μην τους γνώρισε ποτέ, ήταν υποχρεωμένη να το κάνει. Μια Κυριακή, λοιπόν, είχε καλέσει για φαγητό τα παιδιά της και το αποτέλεσμα ήταν τροφική δηλητηρίαση για όλους. Αποδείχθηκε, πως είχε μπερδέψει την άχνη, που προόριζε για το κέικ, με τη σκόνη πλυντηρίου και αντί για πάπρικα στο φαγητό είχε χρησιμοποιήσει μία σκόνη, που είχε αγοράσει από το φυτώριο, για την ψώρα των δέντρων. Το τελευταίο βέβαια ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο, όπως τη διαβεβαίωσε η Νυχτοπεταλούδα, με την ιδιότητα της γεωπόνου. Θα μπορούσαν να είχαν πεθάνει όλοι τους. Άγιο είχαν, όπως αποδείχθηκε.

Το χειρότερο όμως απ’ όλα ήταν η πολύμηνη εξαφάνιση της Αραχνοϋφαντης. Μία ωραία μέρα πήγε στη λαϊκή αγορά κι αυτό ήταν. Αφού διάλεξε με υπομονή μεγίστη ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρει από φρούτα και λαχανικά, είχε βέβαια και τις διασυνδέσεις της χρόνια με τους μανάβηδες, που λόγω της μακρόχρονης φιλίας τους της φύλαγαν τα καλύτερα,  ξέχασε πώς να γυρίσει πίσω. Ξέχασε το ίδιο της το σπίτι. Για μήνες περιπλανιόταν στο κέντρο της Αθήνας. Σαν την αράχνη πάλι είχε δικτυωθεί σε όλες τις Αθηναϊκές συνοικίες, μα κανείς δεν μπορούσε να την εντοπίσει, ούτε φυσικά τα παιδιά της. Τελικά, ένας από τους μανάβηδες της λαϊκής την εντόπισε κι αυτό χάρη στις συγκυρίες της ζωής. Είχε μαλώσει, πριν λίγο καιρό, με ένα συνάδελφο του, αναφορικά με το πού θα έστηναν τους πάγκους τους, στη λαϊκή αγορά, στη γειτονιά της Αραχνοϋφαντης και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Έτσι, από εδώ και στο εξής θα πήγαινε σε άλλο Δήμο. Αυτό ήταν. Εκεί είδε -προς μεγάλη του έκπληξη- μία γυναικεία φιγούρα, που σίγουρα κάτι του θύμιζε, σε εξαθλιωμένη κατάσταση, με ρούχα φθαρμένα και λερωμένα και μακριά μαλλιά, να του ζητά λίγη ρίγανη. Δεν χρειάστηκε πολύ για να την αναγνωρίσει.

Έκτοτε, η Αραχνοϋφαντη ζει στο ίδρυμα. Εκεί, με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή το πρόβλημά της σχεδόν μετριάστηκε και απέκτησε και πάλι τον έλεγχο του εαυτού της και όχι μόνο. Της αρέσει να βοηθά καθημερινά στο έργο του νοσηλευτικού προσωπικού, ενθαρρύνοντας τους συγκατοίκους της. Πιστεύει περισσότερο στην ευεργετική  επίδραση της ψυχικής, όπως υποστηρίζει, αλληλεπίδρασης, παρά στην χημική επίδραση μιας φαρμακευτικής αγωγής. Η κυριότερη όμως δράση της είναι στην κουζίνα, υπό το άγρυπνο μάτι βέβαια του μάγειρα. Έτσι, από εκεί που κανείς στο ίδρυμα δεν αγαπούσε τις σπεσιαλιτέ του, τώρα όλοι τις λατρεύουν και αυτό φυσικά δεν είναι τυχαίο. Οι πικάντικες συνταγές της Αραχνοϋφαντης, προσαρμοσμένες πάντα στα ιδιαίτερα προβλήματα των συγκατοίκων της, έχουν αλλάξει την ιστορία τής εκεί κουζίνας. Έχουν κάνει το μάγειρα προσιτό και την ίδια πολύτιμη. Όλοι αγαπούν και θαυμάζουν την Αραχνοϋφαντη για την ακούραστη δράση της και κυρίως για την αγάπη της στη ζωή.

Η Αραχνοϋφαντη πάλι έχει και αυτή, ως άνθρωπος, τις αδυναμίες της και τις ιδιαίτερες συμπάθειές της. Από την αρχή δέθηκε με τη Νυχτοπεταλούδα. Έβρισκε να έχουν πολλά κοινά σημεία οι δυο τους. Πρώτο και καλύτερο τη βαθύτατη πίστη τους στα σημάδια. Η ίδια υποστήριζε με θέρμη, πως σημάδια βλέπουν μόνο εκείνοι που πιστεύουν σε αυτά, ειδάλλως δεν μπορείς ούτε να δεις ούτε να ερμηνεύσεις. Έπειτα, ο κυριότερος συνδετικός κρίκος τους, ήταν το φυτοφάρμακο για τη ψώρα των δέντρων. Η Αραχνοϋφαντη βέβαια το μπέρδεψε, λόγω του προβλήματος τής μνήμης της, με  τα μπαχαρικά της κουζίνας της. Η Νυχτοπεταλούδα, όμως είχε άλλους λόγους. Το φυτοφάρμακο αυτό, το οποίο γνώριζε καλά ως γεωπόνος και το οποίο χρησιμοποιούσε για τους ασθενείς της, τα δέντρα της, θέλησε κάποια στιγμή να το χρησιμοποιήσει και για τον ίδιο της τον εαυτό. Νόμιζε πως θα ήταν το ελιξίριο της ζωής της. Θα περνούσε χάρη σε αυτό σε άλλη διάσταση, όπως ονειρευόταν από μικρή. Ίσως μεταμορφωνόταν και η ίδια σε νυχτοπεταλούδα. Θα λυτρωνόταν από την προδοσία της αγάπης, που η ίδια  πίστεψε με όλη της την ψυχή.

«Πού τρέχει ο λογισμός σου, καλή μου φίλη;» ακούστηκε και πάλι η γλυκιά φωνή τής Αραχνοϋφαντης. Η Νυχτοπεταλούδα όμως δεν αποκρίθηκε.  Είχε κλείσει τα μάτια και ταξίδευε μακριά πολύ. Έβλεπε τον εαυτό της, στους πρώιμους νεανικούς χρόνους, να φροντίζει τη γη, που τόσο πολύ αγάπησε  και τους καρπούς της. Έβλεπε να γιατρεύει  τα ασθενικά λουλούδια και τα πληγωμένα δέντρα. Πόσο πολύ αγαπούσε τα δέντρα! Στο τέλος, είδε και τον εαυτό της να μεταμορφώνεται  σε μία τεράστια πεταλούδα της νύχτας και να μπαίνει μόνη της σε ένα γυάλινο βάζο. Εκεί, κάποιος που γνώριζε, αλλά δεν μπορούσε να  αναγνωρίσει, έκλεισε σφιχτά το καπάκι. Η ίδια αγωνιούσε και χτυπούσε με δύναμη τα φτερά της στο γυαλί. Μάταια όμως. Ήταν καλά σφραγισμένο το βάζο. Πώς μπορούσε να της συμβεί αυτό; Η ίδια πάντα απελευθέρωνε τις νυχτοπεταλούδες. Ποιος τώρα την ήθελε φυλακισμένη; Την ώρα εκείνη της μεγάλης αγωνίας και απόγνωσης, ένιωσε ένα χάδι απαλό στο ιδρωμένο μέτωπο. Μα ναι, ήταν η καλή της συγκάτοικος, η αγαπημένη της Αραχνοϋφαντη, που ύφαινε τις ζωές όλων στο ίδρυμα, μαζί και τη δική της.

Κάθε απόγευμα, μαζί με τον καφέ που έπιναν, φτιαγμένο από τα χεράκια πάντα της Αραχνοϋφαντης, συζητούσαν για τόσα πολλά θέματα. Κυρίως όμως για τα σημάδια που έβλεπαν και οι δύο και είχαν μάθει να διαβάζουν και να ερμηνεύουν. Η Νυχτοπεταλούδα, αυτήν την περίοδο προσπαθούσε να διαβάσει τις γραμμές των φύλλων, που έπεφταν από τον αέρα κάτω στην αυλή. Το φθινόπωρο προχωρούσε για τα καλά. Έβλεπε ομοιότητες με τις γραμμές, που διάβαζε άλλοτε πάνω στα φτερά της πεταλούδας, που της έστελνε η νύχτα. Η Αραχνοϋφαντη με τη σειρά της προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει ένα μήνυμα, που λάμβανε κάθε ημέρα η φίλη της, μαζί με ένα μπουκέτο λουλούδια. Κάθε ημέρα το ίδιο. Ένα μπουκέτο μαργαρίτες και ένα σημείωμα σε αυτές «Νυχτοπεταλούδα, πού κρύφτηκες;» Το ίδιο μπουκέτο, εδώ και μέρες, ερχόταν από άγνωστο παραλήπτη. Το μήνυμα επίσης επαναλαμβανόταν κάθε ημέρα με τα ίδια αρχικά Ν.Α.. Η Αραχνοϋφαντη τότε έκανε ένα σωρό υπολογισμούς και συνδυασμούς στο μυαλό της, για το ποιο θα μπορούσε να είναι αυτό το πρόσωπο, που έστελνε καθημερινά το ίδιο μπουκέτο και το ίδιο σημείωμα. Η Νυχτοπεταλούδα την άκουγε και γελούσε. Ένιωθε κατά βάθος την προσπάθεια τής φίλης της.  Ήθελε να της μεταδώσει μία σπίθα από τη δική της αισιοδοξία και χαρά. Όμως εκείνη είχε μάθει να βρίσκεται αλλού. Ήθελε να συμπορεύεται με το παρελθόν και τις σκέψεις της. Δεν προσπαθούσε ούτε ήθελε να εξωραΐσει το παρόν της. Αυτήν τη φορά όμως η Αραχνοϋφαντη, μαζί με τον απογευματινό  καφέ, της είχε και μία απρόσμενη έκπληξη. Κατάφερε επιτέλους να λύσει, με το δικό της μαγικό τής αράχνης τρόπο, το μυστήριο του σημειώματος και των λουλουδιών και να αποκρυπτογραφήσει τα σημάδια. Για άλλη μια φορά είχε υφάνει τις ζωές των άλλων.

Δύο επισκέπτες στέκονταν τώρα πλάι στη Νυχτοπεταλούδα και της χαμογελούσαν με τα υγρά, καστανά μάτια της Ανατολής. Ο Αλή και ο αδελφός του ο Αϊντίν. Μπορεί να άλλαξαν γειτονιά, αλλά δεν ξέχασαν ποτέ τη φίλη των παιδικών τους χρόνων. Πώς τους ανακάλυψε η Αραχνοϋφαντη… ήταν δικό της μυστικό. Η Νυχτοπεταλούδα δάκρυσε από συγκίνηση. Ένιωσε ευτυχισμένη ύστερα από τόσα πολλά χρόνια. Το όνειρο των παιδικών της χρόνων στεκόταν πλάι της και την αγκάλιαζε. Ένιωθε να είναι μία μικροσκοπική πεταλουδίτσα στην αγκαλιά του Αϊντίν, που άλλοτε  εκείνη τον έκλεινε στην αγκαλιά της και τρέχανε μαζί. Είχαν τόσα πολλά να πούνε οι τρεις τους.

«Να πιστεύεις στα σημάδια, να μην τα προσπερνάς. Τα σημάδια προηγούνται όλων μας. Είναι εκείνα που έρχονται και μας προειδοποιούν. Προσπαθούν δηλαδή, αλλά εμείς τις περισσότερες φορές τα αγνοούμε ή απλά αδιαφορούμε για την ύπαρξη τους… Εσύ ποτέ να μην αδιαφορήσεις, γιατί αλλιώς αλίμονο…»

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • Μαρία παπουτσακη
    4 Ιανουαρίου 2022 at 00:41

    Συγχαρτηρια…η φιλια των παιδικών μας χρόνων ανεξίτηλη στον ίδιο τον χρόνο…αυτό. Είναι το σημαδι

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη