«Νέμεσις», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

  «…Άκου πολύ προσεκτικά.

Θα πας, θα τον τρομοκρατήσεις προτείνοντάς του το περίστροφό σου και αν δεις ότι σου κάνει τον τσαμπουκαλή, πυροβόλησέ τον στα πόδια τον  μαλάκα και τότε να δεις τι θα γίνει ο τσαμπουκάς του».

Αυτό ήταν το μήνυμα διαταγή, που πήρε από τον αόρατο αρχηγό του το τσογλάνι. Να πάει και να απειλήσει τον μεγαλογιατρό Λαμπίρη που αρνιόταν να τους δώσει το εκατομμύριο που τον εξεβίαζαν για να μην αποκαλύψουν όσα ήρθαν σε γνώση τους από μαγνητοφωνημένες στιχομυθίες, για φακελάκια που ο επιστήμων ο ορκισμένος στον Ιπποκράτη τσέπωσε από ξένους, να τους χειρουργήσει κατά προτεραιότητα.Έτσι είναι αυτά. Όχι θα κάθονταν να περιμένουν σαν τους χαζούς τους Έλληνες να έρθει η σειρά τους, μετά από μήνες και αυτό ΑΝ από Θεϊκή εύνοια και χάρη, δεν  έχουν αποδημήσει εις Κύριο μέχρι τότε. Αυτά τα προσφερόμενα παραθυράκια από τον Μαμωνά, τα γνώριζαν οι μάγκες που δεν αρνήθηκαν τα φακελάκια προκειμένου να γίνει η δουλειά τους. ’’Θα δώσουμε του κανάγια αυτά που μας ζητά και μετά του τα παίρνουμε πίσω κα με τόκο’’, είπαν  οι αριστείς του είδους, στον αρχηγό της συμμορίας στην οποία απευθύνθηκαν για να μην διακινδυνεύσουν την παραμονή τους οι ίδιοι στην Ελλάδα έτσι και πήγαινε κάτι στραβά. Και όπως προείπαμε, του επέστησαν την προσοχή: «Ρε συ πρόσεχε, ε; Κόψε του τα πόδια, σε όλο το μήκος και το πλάτος τους μα μέχρι εκεί, όχι πάρα πάνω».

       Και πήγε το σαΐνι, τα είπε του γιατρού, μα ο γιατρός φοβούμενος αυτό το ‘’πάρα πάνω’’ από την φορά του πιστολιού που έβλεπε στραμμένο κατά πάνω του, έβαλε τις φωνές, ’’βοήθεια με σκοτώνουν.’’ Τα ‘χασε το κολεγιόπαιδο ο Έλληνας, γιατί δεν περίμενε με τίποτα κάτι τέτοιο, υπολογίζοντας ότι η ευγενική στιχομυθία θα παρέμενε σε πολύ προσωπικό επίπεδο και χάνοντας την ψυχραιμία του και το περίστροφο την δική του, φεύγει μια σφαίρα, που ή άτιμη πήγε ακόμη πάρα πάνω από το ‘’πάρα πάνω’’ που τον συμβούλεψαν. Ο γιατρός σε χιλιοστά του δευτερολέπτου συνειδητοποίησε ότι άλλες καρδιές δεν θα χειρουργούσε πια, καθώς η σφαίρα κατέστρεψε τη δική του. Και αυτή ήταν και η τελευταία σκέψη που πρόλαβε να κάνει, πριν εγκαταλείψει αυτή τη γη που όλοι μας πατούμε.

Με το που ακούστηκε ο πυροβολισμός, έγινε ο κακός χαμός και ο κολεγιόπαις έτρεχε δείχνοντας πανικόβλητος το γραφείο του γιατρού, λέγοντας με ελαφρά αλλοιωμένη την φωνή του: «Πιάστε τον, κρατάς πιστόλι θα εσκοτώσει και ιμένα…».

     Έτρεξε πλήθος και λαός, μα μόνον δύο ριψοκίνδυνοι ασθενείς πλησίασαν το γραφείο του γιατρού, όπου τον είδαν να κείται μόνος και κατάμονος στις κρύες πλάκες του πατώματος. Τότε πλησίασαν και άλλοι συνάδελφοι γιατροί,  εξέτασαν αν ο άνθρωπος ζει και διαπίστωσαν ότι μόλις το επιστημονικό προσωπικό του Νοσοκομείου θα χρειάζονταν νέο Καρδιολόγο.

Ειδοποιήθηκε η Άμεσος Δράση και η συνέχεια ήταν αυτή που ακολουθείται ως είθισται σε περιπτώσεις αιφνιδίου θανάτου ή δολοφονίας. Οπότε και εμείς δεν θα υπεισέλθουμε σε άλλες λεπτομέρειες τρομολαγνείας ιατρο-δικαστικής φύσεως…

   Όπως ήταν επόμενο, το Νοσοκομείο γέμισε από ένστολους αστυνομικούς, από αρχηγούς χωρίς στολή, ανακριτές, αρμόδιους και αναρμόδιους και πώς να τους ξεχωρίσεις αυτούς τους τελευταίους μέσα σε τόσο πλήθος.

   Ξάφνου, ένας ένστολος φώναξε:

«Παρακαλούμε τον κύριο που πρωτόειδε τον νεκρό ιατρό να πλησιάσει».

   Άκου κάτι πράγματα που μας λέει ο μπάτσος, άνθρωπος με εμπειρία. Ο δολοφόνος ήταν άνθρωπέ μας κα μην εκτίθεσαι περισσότερο.

   «Ωραία μας την έσκασε ο μπαγάσας. Το θράσος πια αυτών των ανθρώπων δε λέγεται… Μα κάποια στιγμή, μα αργά θα ‘ναι αυτή, μα γρήγορα, θα πέσει στα χεράκια μας και θα τον ξαποστείλουμε από κει που ήρθε. Θα θυμάται το Ελλάντα και το δάκρυ του θα τρέχει κορόμηλο».

   Όμως τα  συνεταιράκια είχαν άλλα φιλόδοξα σχέδια για τον Έλληνα δολοφόνο. Τον ξεπάστρεψαν πριν προλάβει να απολαύσει τους καρπούς του θεάρεστου έργου που διέπραξε. Και το έκαναν χωρίς έλεος.

     «Αυτά παθαίνουν όσοι παρακούν τις εντολές μας και κάνουν του κεφαλιού τους. Ας πρόσεχε. Άλλο θα ήταν αν είχαμε μόνον απόπειρα και άλλο φόνο όπως τώρα. Προς γνώσιν και συμμόρφωση ημών των υπολοίπων, ημεδαπών και αλλοδαπών», συμφώνησε ΚΑΙ ο αόρατος αρχηγός με μήνυμα στο messanger προς όλους τους ναυτιλλόμενους.

   «Και τώρα ας σπάσουμε. Οι μεν, δεν θα ξέρουμε τους δε. Τα ξαναλέμε λίαν συντόμως, ‘’ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΗΜΕΡΕΣ ΔΕΝ ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ Ο ΣΑΛΟΣ’’, έτσι δεν έλεγε ο αείμνηστος πολιτικός μας;»

    Τώρα, ένα άλλο φρούτο, εξ Ελλάδος και αυτό ορμώμενο, είδε και κατάλαβε πόσο επισφαλής ήταν η θέση ενός εκάστου εξ αυτών μέσα στην ομάδα (αποφεύγοντας να την πει με τα όνομά της ΣΥΜΜΟΡΙΑ) φέροντας βαρέως την εξόντωση την ανελέητη του φίλου του, που ό, τι έκανε το έκανε όχι εκ πεποιθήσεως αλλά εξ ανάγκης. Τι του ‘ρθε του παλιογιατρού να βάλει τις φωνές; Μέσα στον πανικό που κατέλαβε το φιλαράκι του, έγινε το κακό. ΙΔΙΑ ΜΟΙΡΑ τους ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΟΛΟΥΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΡΑΒΟΤΙΜΟΝΙΑΣ.

Τρομοκρατήθηκε. Άρχισε να δείχνει σημάδια αποχώρησης από την αγέλη των λύκων.

     Μα, το έχουμε ξαναπεί, έτσι και μπεις σε μια τέτοια συμμορία δύσκολα βγαίνεις, για να μην πούμε ότι βγαίνεις μόνον οριζοντιωμένος σαν το θελήσει ο Μεγάλος.

   Σχέδια αυτός;

   Σχέδια και αυτοί και παρακολούθηση. Επειδή όμως το αφεντικό, δεν την ήθελε τη ήρα στο σιτάρι, το πήρε προσωπικά πάνω του να εξοντώσει το συμπατριωτάκι του κάνοντας την καρδιά του πέτρα. Λυπάμαι αγόρι μου μα ως γνωστόν ‘’ο θάνατός σου η ζωή μου’’. Και μια νύχτα χωρίς φεγγάρι μα με μια παγωμένη ξαστεριά, μια αστροφεγγιά περίεργη, που νόμιζες ότι τα αστέρια ήρθαν πιο κοντά στη γη, ο έλληνας μικροκακοποιός, ξύπνησε με μια περίεργη αίσθηση που δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει. Και ξάφνου μια φλασιά, απόρροια ενός ήχου που φευγαλέα θύμιζε ρόγχο επιθανάτιο, που τον ακολούθησε μια εκκωφαντική σιωπή, τον έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι του έντρομος μεν, μα σαν έτοιμος από καιρό, πήρε το πιστόλι από το  προσκεφάλι του με χέρια που προσπάθησε να τα κάνει να μην τρέμουν. Αν μη τι άλλο δεν θα τον έπιαναν στον ύπνο που λένε. Και η παράξενη αίσθηση έγινε όχι απλά απτή, ούτε ήταν πλέον ΜΟΝΟΝ ΑΙΣΘΗΣΗ μα πραγματικότητα που άκουγε στο όνομα ΑΖΟΡ. Τον σκύλο του, που ήταν στο ζεστό σπιτάκι του έξω από το παραθύρι της μονοκατοικίας του, δεν τον άκουγε όπως συνήθως να γρυλίζει χαμηλόφωνα, ούτε άκουγε το κουδουνάκι που του ‘χε δεμένο χαλαρά στο λαιμό με μια δερμάτινη λουρίδα. Και τα λίγα κατάλοιπα του ύπνου του εξαφανίσθηκαν στην γνώση πια, ότι ρόγχος ήταν του αγαπημένου ζωντανού του που θα ήταν ήδη νεκρό.

Τρελάθηκε.

    Θανάτωσαν το σκύλο για να έχουν ανεμπόδιστη είσοδο στην κατοικία του. Παίρνει από το κομοδίνο του και το δεύτερο περίστροφο και με το φως του κινητού του το ελέγχει. ΟΚ γεμάτο και αυτό όπως και το άλλο.

   ‘’Κοπιάστε’’, σκέφτηκε, ‘’ακριβά θα το πληρώσετε το παλιοτόμαρό μου. Περίεργος να δω ποια φιλαράκια έβαλε το αφεντικό να με φάνε. Ο μάγκας αυτός, δεν το ‘χει σε τίποτα να βάλει ακόμη και τον ίδιο μου τον αδερφό να με ξεκάνει δελεάζοντάς τον με τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ.

Παίρνει ένα φουλάρι που κρεμόταν σε έναν καλόγερο στη γωνιά του δωματίου και το τυλίγει γύρω από το στόμα του για να μην ακούγεται το λαχάνιασμα και το κροτάλισμα των δοντιών του που δεν μπορούσε να τιθασεύσει και στέκεται όρθιος στην γωνία μεταξύ παραθύρου και πόρτας του δωματίου. Δεν μπορούσε βέβαια να ξέρει αν ήταν ένας ο δήμιος ή δύο ή και περισσότεροι. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτός βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση, αφού τους είχε πάρει χαμπάρι και δεν θα τον έπιαναν εξ’ απήνης.

   ‘’Καημένε ΑΖΟΡ! Τόσα χρόνια έμενες και κοιμόσουν στα πόδια μου. ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΠΙΔΕΙΝΩΘΗΚΕ ΤΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΜΟΥ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΔΙΕΤΑΞΕ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΚΤΟΣ. Να τα αποτελέσματα τώρα. Μα δεν θα έχω την δική σου τύχη φιλαράκο, θα εκδικηθώ και τον δικό σου θάνατο.

ΆΚΟΥ, προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα. Δεν θα τα καταφέρουν. Κλειδαριά ασφαλείας σούπερ ντούπερ. Δύο κατοστάρικα μου στοίχισε και χαλάλι.’’

    Μα πριν προλάβει να κάνει άλλη σκέψη η βαριά δρύινη εξώπορτα γκρεμίζεται με εκκωφαντικό θόρυβο, σαν να είχε πέσει πάνω της ολόκληρο τανκ, πράγμα που δεν πολύ απείχε από την πραγματικότητα γιατί καθένα από τα δύο, τελικά, τομάρια, θα ζύγιζε ίσως και πάρα πάνω από εκατό κιλά. Και έτσι όπως έπεσαν μαζί της στο μέσον του δωματίου πώς τα κατάφεραν και συγχρόνως έκρουαν την πύλη του Άγιου Πέτρου να τους κάνει την χάρη και να ανοίξει εκείνη την πόρτα που οδηγούσε κατ’ ευθείαν στην Κόλαση που τους άξιζε. Από μία σφαίρα που τους φιλοδώρησε, ήταν αρκετή για να βγάλουν τα εισιτήρια της αστραπιαίας διαδρομής μέχρι την ουράνια εκείνη Πύλη.

    Αναστατώθηκε η γειτονιά, φωνές, φασαρία, τηλέφωνα και μέσα στην βαβούρα βρίσκει την ευκαιρία ο Ελληνόπαις να το σκάσει πριν πλακώσουν οι μπάτσοι και βρεθεί χωρίς να φταίει, στη στενή. Γιατί ναι μεν δεν έφταιγε, αλλά άντε και να δικαιολογήσεις τα όπλα, το πώς και τα γιατί.

    Όσο για τους γείτονες, μήπως και ήξεραν ποιος έμενε στην διπλανή τους πόρτα;’’ Ίσως να ήταν και ο ένας εκ των δύο νεκρών ο ένοικος,’’ είπαν.

    ‘’Τς… τς… δεν μπορείς να είσαι πλέον ασφαλής μήτε μέσα στο ίδιο σου το σπίτι…’’, σχολίαζαν αναστατωμένοι και με το δίκιο τους.

*

   Ο διασωθείς, (βλέπετε, αποφεύγουμε να τον ονοματίσουμε. Αλλά και να το κάναμε τι κέρδος θα είχε η ιστορία μας;) από κείνη την ίδια στιγμή το έβαλε αμέτι μουχαμέτι να ανακαλύψει και να ξεσκεπάσει τον περιβόητο πρώην αρχηγό του και παρ’ ολίγον δολοφόνο του, που φήμες έλεγαν ότι δεν επρόκειτο για ξένο αλλά Έλληνα καραμπινάτο από την λεγόμενη υψηλή  Κοινωνία.

   Δεν ήταν χαζός. Ήξερε ότι όσο ζούσε, η ζωή του θα ήταν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Είναι δυνατόν να  τον άφηνε ο μεγάλος να ζήσει φοβούμενος ότι σε περίπτωση σύλληψής του μπορούσε εύκολα να εμέσει πράγματα και λεπτομέρειες που θα οδηγούσαν στην αποκάλυψή του;

   Από την άλλη, ως πότε θα άντεχε ο διασωθείς να ζει σαν τον τυφλοπόντικα μη εμπιστευόμενος τον όποιο διπλανό του; Δεν ήταν αυτή ζωή, όχι. Από τη μια αισθανόταν πολύ μικρός αδύναμος και λίγος, σαν τον Δαυίδ ένα πράγμα και απέναντί του έναν Γολιάθ με τεράστια δύναμη στα χέρα του μα και στο μυαλό. Μα κάπου μέσα του βαθιά ένιωθε, ότι για να τον κυνηγάει με τέτοια λύσσα το μεγάλο αφεντικό, σημαίνει ότι τον υπολόγιζε. Άρα, δεν ήταν αμελητέα ποσότητα και αυτό τον έκανε να υπολήπτεται τον εαυτό του.

   Η πρώτη του κίνηση ήταν να μεταμφιεστεί. Έγινε τόσο αγνώριστος που ούτε ο ίδιος αναγνώριζε τον εαυτό του στον καθρέφτη.

   Έκοψε κάθε επαφή με ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Στενούς ή μακρινούς συγγενείς δεν είχε, αλλά και να είχε απλά δεν  τους γνώριζε.

   Προσπάθησε ακόμη να αλλάξει και τον τρόπο σκέπτεσθαι, τον τρόπο ομιλίας του. Π.χ. και το χαρακτηριστικό ρο που το πρόφερε όπως οι Γάλλοι, το τιθάσευε αποφεύγοντας λέξεις που το περιείχαν. Και αυτό το κατάφερε με σκληρή εξάσκηση και αυστηρή πειθαρχία γιατί ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος αναγνώρισής του. Για να το καταφέρει, μιλούσε αργά. Σαν τον Χατζηνικολάου αν θυμάστε, στην αρχή της δημοσιογραφικής του καριέρας.

Τέλος μετακόμισε στην Επαρχία. ΠΗΓΕ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΙ στις ΕΛΙΕΣ, ΣΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ, ΟΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΖΗΤΗΣΗ, ΝΑ ΑΝΑΣΑΝΕΙ ΑΕΡΑ ΚΑΘΑΡΟ, ΟΧΙ ΣΑΝ ΕΔΩ ΠΟΥ ΠΝΙΓΟΤΑΝ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ, υποσχόμενος στον εαυτό του ότι θα ερχόταν  ημέρα που από διωκόμενος θα γινόταν ο απηνής διώκτης του μισητού του εχθρού, αυτού που τον ανάγκασε να σκοτώσει δύο ανθρώπους ενώ δεν ήταν από στόφα φονιά.

   Μα έτσι είναι αυτά. Σε έναν πόλεμο δεν κάθεσαι να ακούσεις τις προσταγές των ευαισθησιών σου, αλλά το ένστικτο της αυτοπροστασίας. Γιατί αν δεν το κάνεις είσαι χαμένος από χέρι. Και βλέπεις να χαρακτηρίζονται σαν ήρωες και να τιμούνται αναλόγως, άνθρωποι που σκότωσαν δεκάδες εχθρούς καμαρώνοντας για το κατόρθωμά τους!!!

   ΑΝΘΡΩΠΟΣ, το πιο σκληρό ον της πανίδας.

    Εκεί στο χωριό, έπιασε φιλίες με έναν αλαφροΐσκιωτο, δεν θα τον χαρακτηρίζαμε ακριβώς σαν τον τρελό του χωριού, γιατί τα είχε μεν τετρακόσια αλλά ήταν κάπως. Μιλούσε μόνος του με τις ώρες, ίσως και από ανακλαστική ανάγκη να ΜΙΛΗΣΕΙ ο άνθρωπος, αφού δεν τον υπολόγιζε κανείς. Ήταν αγνός, καθαρός σαν κρύσταλλο και ο φυγάς τον εμπιστεύτηκε γιατί κατάλαβε ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτα από αυτό το ανθρώπινο πλάσμα που διψούσε για αγάπη. Τον είχε και σαν πληροφοριοδότη κατά κάποιον τρόπο, έχοντάς του αναθέσει την σοβαρή όπως του είπε, αποστολή, να τον ενημερώνει ΑΜΕΣΩΣ μόλις έσκαγε μύτη επισκέπτης στο χωριό, είτε άντρας ήταν αυτός  είτε γυναίκα. Και ο Μανολιός πήρε την αποστολή του όχι απλά στα σοβαρά, αλλά σαν καθήκον που προτιμούσε να πεθάνει παρά να το παραβεί. Πρώτη φορά στη ζωή του βρισκόταν κάποιος να του δώσει σημασία, να τον κουβεντιάσει σαν ίσος με ίσο, να νοιαστεί για το άτομό του.     Με την άδολη καρδιά του πρόσφερε στον φυγάδα όλο το απόθεμα αφοσίωσης και αγάπης που συσσώρευε μέσα του και έμενε χωρίς αποδέκτη. Τον λάτρεψε κοντολογίς. Ίσως αν ήταν απόλυτα φυσιολογικός να είχε την περιέργεια να μάθει τι σήμαινε αυτή η συμπεριφορά του φίλου του, μα δεν ήταν ο έρμος.

    Εντωμεταξύ, ο αρχηγός της συμμορίας, να πνέει μένεα για τους συνεργάτες του που στάθηκαν ανίκανοι να ανακαλύψουν το πρώην συντρόφι τους. Έκανε εκκαθαρίσεις διάφορες, κι όταν λέμε εκκαθαρίσεις, κυριολεκτούμε. Επικρατούσε κει μέσα, ένας αναβρασμός, ένας διάχυτος φόβος και πρώτη φορά ένιωθαν την απειλή ενός θανατηφόρου βούρδουλα να επικρέμεται της κεφαλής των. Ο αόρατος αρχισυμμορίτης, τους έγινε εφιάλτης. Όλα αυτά τα συναισθήματα τούς τα είχε εντέχνως περάσει, για να παίρνουν το θέμα προσωπικά έτσι και διέταζε κάτι. Έτσι ο φυγάς, τούς είχε γίνει έμμονη ιδέα.           Παλιοτόμαρα του κερατά, που κι αν δεν είχαν ζήσει ακραίες καταστάσεις στις προηγούμενες συμμορίες όπου είχαν θητεύσει, έβλεπαν τώρα σε τούτην εδώ, την θανατηφόρα απειλή και ένιωθαν να τρέμουν. Κάνα δυο μάλιστα θέλησαν να φύγουν για τις πατρίδες τους με αποτέλεσμα να γίνουν νέες προσλήψεις σε αντικατάσταση αυτών των συγχωρεμένων πια!!!…

    Ο αόρατος αρχηγός άπλωσε τα φρούτα του κήπου του σε όλη την Επικράτεια για να τον βρουν, αναστέλλοντας επ’ ολίγον την τρέχουσα εγκληματική του δράση. Πρώτη προτεραιότητα των πάντων και πασών ο Φυγάς, θαρρείς και είχε o boss τους σαλτάρει με δαύτον.

    Κατά μόνας βέβαια τα συντρόφια, αναρωτιόντουσαν γιατί πια το τόσο μεγάλο μένος, αλλά στα φανερά, το έπαιζαν υπάκουα και πειθήνια στρατιωτάκια, που χρέος  τους ήταν να ενεργούν χωρίς να αναρωτιούνται και βέβαια χωρίς να ρωτούν.

   Και ο καιρός περνούσε, με την Ελληνική ΕΠΑΡΧΙΑ ΝΑ ΣΑΡΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠ’ΆΚΡΟΥ ΕΙΣ ΆΚΡΟΝ, καθώς η συμμορία ήταν εξόχως πολυμελής.

Επόμενο λοιπόν ήταν, κάποτε να φτάσουν στο χωριό του φυγά. Ήταν αναμενόμενο. Πόση δα είναι η Ελληνική Επαρχία  και τα αραιοκατοικημένα μας χωριά; Και όπως ο Μανολιός πληροφορούσε τον φυγάδα για τους όποιους τυχόν καινούργιους επισκέπτες έτσι και οι συμμορίτες εξέταζαν εντέχνως ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ οι νεοφερμένοι κάθε περιοχής. Καθώς δε, δεν ήταν τουριστική περίοδος, αυτή η έρευνα ήταν σχετικά εύκολη.

    Ρώτησαν τους χωρικούς δείχνοντας και την φωτό του που βέβαια δεν θύμιζε    τίποτα με τον διωκόμενο έτσι καθώς είχε μεταμφιεστεί, αλλά που όλο του το  σουλούπι τον θύμιζε αμυδρά. Και ο Μανολιός που ήταν ανάμεσα στους χωρικούς, κατάλαβε με μιας ότι αυτούς φοβόταν, και αυτούς περίμενε ο αγαπημένος του φίλος. Και το σαΐνι πετάχτηκε και τους είπε: «Στο διπλανό μας χωριό, την Άνω Μαγουλίτσα, είναι ένας νεοφερμένος τύπακας που μού τον θυμίζει».

    «Ναι φιλαράκο; Και σαν πότε λες να ήρθε ο φίλος μας εκεί;»

    «Εμ δεν θα ‘ναι δυο μήνους; Εγώ τότε τον είδα, που είχα πάει για δουλειά εκεί».

    «Δουλειά; Είχες δουλειά εσύ Μανολιό στην Άνω Μαγουλίτσα; Χα χα χα, Δουλειά ο παλάβρας μας,… πάει χάλασε ο κόσμος» τον κορόιδεψαν οι ευγενέστατοι και φιλεύσπλαχνοι συγχωριανοί του.

   Έτσι, με τούτη την αποπροσανατολιστική κουβέντα, απέτρεψε να απαντηθεί η ερώτηση αν σε τούτο το χωριό είχαν καινούριους επισκέπτες. Οι νεοφερμένοι κάθισαν στον καφενέ του κυρ Παντελή, παράγγειλαν καφέδες, θέλησαν να κεράσουν το Μανολιό, μα αυτός προφασιζόμενος με φυσικότητα ηθοποιού, φυσική του ανάγκη, έφυγε βαδίζοντας γρήγορα, τάχα μου για να προλάβει μη ρεζιλευτεί, υπό τα χαχανητά όλων.

«Φίλε μου, ήρθαν. Φεύγα γρήγορα».

    «Ποιοι ήρθαν ρε συ Μανολιό;»

«Αυτοί που περίμενες και φοβάσαι».

 Και του διηγήθηκε τα πάντα με το νι και με το σίγμα. Καταλάβαινε αυτός ο ‘’χαζός’’ ότι και η παραμικρή λεπτομέρεια είχε σημασία για τον φίλο του.

   «Ευχαριστώ αγόρι μου, θα σου το χρωστάω. Έχεις δίκιο, πρέπει να την κάνω αμέσως. Ελπίζω μια μέρα να τα ξαναπούμε εμείς οι δυο».

    Από μονοπάτια δύσβατα στα ριζά του βουνού, με την υπόδειξη του Μανολιού, έκανε ανάποδα την διαδρομή που είχαν ακολουθήσει οι διώκτες του. Έβαζε δε στοίχημα ότι δεν θα ξαναπερνούσαν από μέρη που είχαν περάσει για να μην χάνουν Χρόνο. Φως φανάρι ότι γλύτωσε χάρις στο Μανολιό. Έως πότε όμως θα τον ευνοούσε η τύχη; Και επιπλέον αυτοί ήσαν δεκάδες και αυτός ένας. Το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε να παραδοθεί και θα ζητούσε την προστασία της αστυνομίας σαν προστατευόμενος μάρτυρας, και ο  Θεός, ναι ο Θεός και όλοι του οι Άγιοι, ας έβαζαν το χεράκι τους. Ό,τι ήταν να πάθει ήταν γραμμένο, σκέφτηκε μοιρολατρικά. Και κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη….

*

     Αναβρασμός στην Ελληνική Αστυνομία. ΤΟΣΟΝ ΚΑΙΡΟ Σ’ ΑΥΤΟ ΗΛΠΙΖΑΝ. Στην έσωθεν καλή μαρτυρία. Ως γνωστόν τα κάστρα εκ των έσω αλώνονται. Ήταν πλέον, υπόθεση τιμής το να βάλουν στο χέρι τον Φαντομά αρχιληστή, που ναι μεν υποπτεύονταν ότι θα ήταν κάποιος πολύ ισχυρός, αλλά που αυτό ήταν μόνον σαν αίσθηση. Ο τύπος ήταν κάτοχος DOCTORA κακοποιού, με βαθμό Άριστα, από τον μεγαλύτερο υπόνομο που έχει  τούτος δω ο ΤΟΠΟΣ ορμώμενος.

ΕΥΦΥΕΣΤΑΤΟΣ, με ένα IQ που πλησίαζε το τέλειο, μα με στόφα κακούργου ληστή, που τύφλα να ‘χει ό λήσταρχος Νταβέλης που ήταν και ευαίσθητος ως προς τα ερωτικά του. Ήταν  η επιτομή της παρανομίας. Και παρανομούσε, όχι  για τα χρήματα ή για κάτι απ’ αυτά που ο άνθρωπος χάνει την ανθρωπιά του, αλλά καθαρά για τη χαρά και μόνον της παρανομίας. Διεφθαρμένος μέχρι το μεδούλι και όπως είπαμε ευφυής όσο δεν έπαιρνε άλλο. Σαν το χέλι γλιστρούσε, κάθε φορά που οι διωκτικές αρχές νόμιζαν ότι άκουγαν την ανάσα του, και δεν καταλάβαιναν πώς γινόταν άφαντος με τέτοια μαεστρία. ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΠΙΑ ΤΟ ΕΜΠΕΔΩΣΑΝ, ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΓΙΝΟΤΑΝ, ΓΙΑΤΙ ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΦΑΝΤΑΖΟΝΤΑΝ ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ. Κάποιος όχι απλά υπεράνω υποψίας, αλλά ακόμη υψηλότερα. Και τώρα, με τούτο εδώ το φρούτο που ώριμο ήρθε και έπεσε στα χέρια τους αυτοβούλως, πίστεψαν επιτέλους ότι θα είχαν μια  ουσιώδη βοήθεια τέτοια που ποτέ άλλοτε δεν είχαν.

    Ο φυγάς ομολόγησε τα πάντα. ΕΞΗΓΗΣΕ ΠΩΣ ΑΝ ΕΓΙΝΕ ΦΟΝΙΑΣ, ΗΤΑΝ ΓΙΑΤΙ ΑΜΥΝΘΗΚΕ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΕΝΟΣ  ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ. Αν δεν το είχε κάνει, τώρα οι κύριοι, δεν θα είχαν την χαρά να τον έχουν μπροστά τους. Θα ήταν πεταμένος κάπου, που ούτε τα κόκαλά του δεν θα βρίσκονταν ποτέ.

Έδινε πειστικές απαντήσεις σε ό, τι τον ρωτούσαν και φαινόταν απόλυτα μετανιωμένος για το πού τον είχε οδηγήσει η οικονομική του ένδεια. Το μόνο που δεν μπόρεσε να απαντήσει, ήταν για  το ποιος κατά την γνώμη του ήταν ο λήσταρχος.

   «Δεν τον  ξέρω, και μάρτυράς μου ο Διάβολος που να με πάρει, πολύ θα το ήθελα να ήμουν εγώ που θα  τον ξεσκέπαζα τον κανάγια. Δεν το παίζει απλά σαν ένας κραταιός έστω Αρχηγός, μα σαν ο ίδιος ο Άρχοντας του Κακού».

Μα να ήταν από τον πολιτικό χώρο;

Μα να ήταν από τον Επιστημονικό,

Μα να ήταν οικονομικός μεγιστάνας, ή από τη λεγόμενη υψηλή κοινωνία;

Από πού τέλος πάντων;

ΑΠΟ ΠΟΥ;

«Προστατεύστε με αντί να με κυνηγάτε και θα σας τον βρω. Θα παίξω το δικό του το παιχνίδι, που του ανεβάζει  στα ύψη την αδρεναλίνη, που τον ξετρελαίνει τον τρελάρα και αν δεν τον κλείσω στο τρελάδικο όπου είναι η θέση του εμένα να μη με λένε όπως με λένε… Αλήθεια πώς με λένε ξέρετε; Θα σας πω. Δήμος Δήμου  του Δήμου, εκ του Δήμου Δημόσχου ορμώμενος, και δεν σας δουλεύω. Αυτός είμαι λοιπόν και μη ξανακούσω ο φυγάς και  ο φυγάς, γιατί δεν είμαι πλέον, είμαι; ΕΙΜΑΙ αν θέλετε, ο μεγαλύτερος διώκτης του μεγαλύτερου καθάρματος που γέννησε με τερατογένεση ο τόπος τούτος. Ο υπ’ αριθμόν 1 διώκτης και όποιου δεν του αρέσει  ας το πει δια της ανατάσεως της χειρός ευθύς αμέσως, για να τον ξέρω και κακό δικό του που θα με βρίσκει πάντα απέναντί του…».

    Ο Αρχηγός της Αστυνομίας ειλικρινά τον έκανε γούστο αυτόν τον άνθρωπο. Γιατί και ο ίδιος ήταν ο απηνής διώκτης των αποβρασμάτων και είχε αφιερώσει τη ζωή του με το να τούς παίρνει φαλάγγι. Δεν είχε κάνει την  οικογένεια που ονειρευόταν, μόνο  και μόνο γιατί με το  επάγγελμά του, που  αυτός το θεωρούσε λειτούργημα, δεν ήθελε να αφήσει κάποια  στιγμή του κυνηγητού, τα παιδιά του ορφανά και χήρα την καλή του. Επιτρέψτε μας να πούμε ότι είχε μπροστά του έναν κακοποιό ’’ποιότητος.’’ Τον άκουγε και αυτά που άκουγε να τού λέει αυτός ο τύπος, ανέτρεπαν πολλά από τα ακλόνητα δικά του ‘’πιστεύω.’’ Ένα Θεός ξέρει τι τον έκανε τον Χριστιανό να στραβοπατήσει. Εντάξει τα έκανε σκατά, μα πώς να το κάνουμε εγκληματίας φαινόταν καθαρά ότι δεν ήταν. Σκότωσε εξ ανάγκης για να μη σκοτωθεί ο ίδιος, υποχρέωση απέναντι στον εαυτό του είχε στο κάτω κάτω. Έτσι οι αστυνομικοί δέχτηκαν την πρόσκληση πρόκληση του Δήμου Δήμου του Δήμου ,εκ του Δήμου Δημόσχου, να λάβει μέρος στην καταδίωξη του Μαφιόζου.

«Και από πού λες να κάνουμε έναρξη, Δήμο Δήμου του Δή… καλά δεν συνεχίζω».

«Αρχηγέ, ποιος είναι ο μεγαλύτερος ή ένας από τους μεγαλύτερους δικηγόρους της Χώρας; Απ’ αυτόν. Δεν  σού κάνει καθόλου εντύπωση που κανένας λαθρέμπορος,  ή έμπορος ναρκωτικών, η νονός, ή, δεν φυλακίζεται ή αν γίνει αυτό, δεν είναι για πολύ; Το δίκτυο είναι καλά στελεχωμένο και σε συνδυασμό με τις αναμφισβήτητες γνώσεις και την άφταστη ρητορική του, δεν αφήνει κανέναν δικαστή  ανεπηρέαστο, όσους ενδοιασμούς και αν αυτός έχει. Εμένα αυτό μού λέει το ένστικτό μου και ας μη χάνουμε χρόνο. Αρχή από αυτόν».

« Και με ποιο  πρόσχημα ρε συ εκκολαπτόμενε αστυφύλακα;»

«Α, δεν ξέρω Αρχηγέ. Δουλειά δική σου. Στρίμωξέ τους. Πόσοι είναι οι μεγαλοδικολάβοι, ΜΕΓΑΛΟΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ήθελα να πω; Δέκα; Είκοσι; Σαν πολλούς δεν λέω; Τα βλέμματά μας τώρα που θα είναι πάνω τους στραμμένα όλο και κάτι θα πιάσουν. Δεν μπορεί να κάνω τόσο τεράστιο λάθος. Εμένα αυτό μού λέει η διαίσθησή μου. Τόσον καιρό ήμουνα στη συμ… στην ομάδα, και όλες μας οι κινήσεις μας που από αυτόν πήγαζαν, εκεί οδηγούν τη σκέψη  μου. Υπήρξαν φορές που μία ανάσα μας χώριζε απ’ αυτόν, μα που ποτέ η ανάσα αυτή δεν έφτασε βαθιά στα δικά μας πνευμόνια Είναι διάβολος σού λέω, ο Βελζεβούλ αυτοπροσώπως. Πιο μοχθηρό άνθρωπο δεν έχω ξανασυναναστραφεί. Οι μαχαιροβγάλτες συνάδερφοί μου, αγγελούδια μπροστά του για να καταλάβεις. Απίστευτος ο αριθμός των θυμάτων που θα έχει  ξεπαστρέψει .Αναρωτιέμαι τη μάνα του, τα αδέρφια του, τα άφησε να ζουν εκδικούμενος για κανένα χαστούκι που θα έφαγε σαν ήταν μικρός; Δεν υπερβάλλω. Αυτός  είναι σε αδρές γραμμές ο αξιότιμος Αρχηγός.

 Σού είναι όμως και ένας ηθοποιός! Μεγάλης κλάσης. Από ΧΟΡΝ και πάνω…

Το διπλό πρόσωπο του Ιανού. Όποιος κατορθώσει και τον  ξεσκεπάσει θα έχει προσφέρει μεγάλη υπηρεσία στην Ανθρωπότητα.

Αυτά τα ολίγα είχα να πω. Η υπόθεση στα χέρια σου ΜΠΑΤΣΕ! Ω! Συγγνώμη Αρχηγέ μου, συγγνώμη».

*

    Πίσω στο χωριό τώρα.

Με το που έφυγε ο Δήμος από το χωριό, κάποιος χωρικός, βλέποντας την φωτογραφία που τα συντρόφια του τα πρώην εξακολουθούσαν να δείχνουν μη και τον αναγνώριζε κανείς, είπε εν τη αφελεία του: «Για δε ρωτάτε το Μανολιό, αυτός τον κάνει παρέα».

Πού να ήξερε και τούτος ο άμοιρος ότι με τα λόγια του καταδίκαζε ένα δυστυχισμένο πλάσμα, να τραβήξει χίλια δυο μαρτύρια; Πού κρυβόταν ο Δήμος; Πού πήγε ο Δήμος; Ήταν βέβαιοι ότι παίζει θέατρο. Η αθώα χαζομάρα του Μανολιού δεν τους έπειθε ότι πράγματι δεν ήξερε.

    Τον σάπισαν στο ξύλο. Του ξερίζωσαν τα μαλλιά, του έσπασαν τα δόντια. Και όταν είδαν ότι τίποτα δεν κατάφερναν, τον πέταξαν μισοπεθαμένο σε ένα χωράφι να γίνει βορά των κοράκων που είχαν ήδη μυριστεί το μεζέ. Μα στάθηκε τυχερός τελικά. Ένας χωρικός τελείως τυχαία τον βρήκε την τελευταία στιγμή, τον περιέθαλψε και εβδομάδες μετά άρχισε να παίρνει τα πάνω του που λένε.

Ένα τρελός του χωριού δεν πρόδωσε τον φίλο του. Δεν ξέρουμε πόσοι γνωστικοί θα έκαναν κάτι ανάλογο.

   Εννοείται ότι ο αρχιμαφιόζος δεν έγινε κοινωνός αυτών των γεγονότων γιατί ΑΝ καταλάβαινε ότι ο Δήμος γλίστρησε μέσα από τα χέρια τους σχεδόν, θα πλήρωναν πολύ ακριβά το γλίστρημα αυτό, το ήξεραν και έπραξαν ανάλογα.

«Αφεντικό, έχουμε σοβαρές ενδείξεις, ότι ο τύπος το έχει σκάσει από την Ελλάδα» του είπαν, παρουσιάζοντας το περιστατικό κατά πώς τους   συνέφερε. Πού να φανταστούν ότι θα ξέσπαγε πάνω τους το μένος, τη λύσσα του;

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ:

Δύο γαϊδουράγκαθα λιγότερα στον κήπο του κακού. Τους βρήκαν κατασπαραγμένους από αδέσποτα πεινασμένα λυκόσκυλα στα όρια του χωριού με την Άνω Μαγουλίτσα, όχι που θα την γλύτωναν.     Αλληλοσπαραγμός στα ενδότερα της συμμορίας. Το κτήνος είχε χάσει τον έλεγχο των ούτως ή  άλλως πειραγμένων νεύρων του, είχε χάσει τον ύπνο του, είχε κοντολογίς αρχίσει το παιχνίδι του να χάνει λάδια και η παντοδυναμία του την μυθική της αρτιότητα. Και τότε ήταν που άρχισε να κάνει το έναν λάθος μετά το άλλο.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:

    Ο αόρατος Φαντομάς έπαψε πια να είναι και τόσο αόρατος.  Άρχισε να σκιτσάρεται το προφίλ του και στη συνέχεια να  ζωγραφίζεται με τα χρώματα που ταίριαζαν στο πορτραίτο του. Το καθίκι είχε πλέον και όνομα και διεύθυνση. Ήταν όντως ένας από τους πιο ονομαστούς μεγαλοδικηγόρους της Χώρας, όπως το είχε διαβλέψει ο ΔΗΜΟΣ.

    Τα σαΐνια στο εγκληματολογικό, τού έστησαν τις πρέπουσες παγίδες, πράγματι πολύ υψηλών προδιαγραφών και μίαν ωραία πρωία τον συνέλαβαν, αναστατώνοντας με την σύλληψή του την Ελληνική Κοινωνία και τμήμα της Αλλοδαπής.

Απόρησε το   Σύμπαν

    Επιστήμονας με doctora Aριστούχος, πάμπλουτος και συνάμα κακοποιός από τους πλέον ειδεχθείς ε, δεν είναι και ό,τι το σύνηθες. Μα εκείνο που σε τρελαίνει να πεις είναι, ‘’μα καλά, με τόση εμπειρία, με τόση μόρφωση, με τόσες γνώσεις από την δουλειά του, δεν γνώριζε ότι  κάποια στιγμή θα ερχόταν και η αποκάλυψή του, αφού ΟΥΔΕΝ ΚΡΥΠΤΟΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟ;»

   Και όταν στην πρώτη δίκη, από τις πολλές που έμελλε να ακολουθήσουν, εξετάσθηκαν λίγοι βασικοί μάρτυρες,  Ο Δήμος, (τον θυμάστε τον Δήμο Δήμου του Δήμου, εκ του Δήμου Δημόσθου ορμώμενον;) σηκώθηκε από το έδρανό του με  την άδεια του δικαστή, και τού είπε μόνον τούτο:

«Να ‘μαι κι εγώ… για να σού δώσω τα χαιρετίσματα του απλοϊκού τρελού του χωριού, του οποίου δεν κρίνεται  απαραίτητος ο εγκλεισμός στο ψυχιατρείο, ενώ εσύ πρέπει να μπεις εκεί μέσα, να σού βάλουν τον  ζουρλομανδύα και εν ανάγκη να σε αλυσοδέσουν, μη τυχόν και το σκάσεις, για να βγεις και να μολύνεις ξανά με την παρουσία  σου τους πολίτες. Τελικά να που ήμουνα σίγουρος ότι ήσουν εσύ, και δεν χαίρομαι καθόλου που έκανα την γνωριμία σου. Αηδιάζω και που σε βλέπω…»

Τα υπόλοιπα ακολούθησαν την συνήθη οδό.

    Είκοσι χρόνια φυλάκιση, που μετά  συμπυκνώθηκαν στα δέκα. Για το πόσο έμεινε στο Ψυχιατρείο, δεν μας το λέει η ιστορία. Εκείνο που μας λέει είναι, ότι και τρελός να μην ήταν και απλά να έπαιξε τον ρόλο του τρελού καλά, το στρίψιμο  της βίδας δεν το απέφυγε τελικά. Μια στροφή της ήταν υπεραρκετή, αφού τα όρια μεταξύ τρέλας και λογικής είναι δυσδιάκριτα και εύκολα μεταπηδάς από τη μια μεριά στην άλλη.

Το θέμα είναι αν έχεις συναίσθηση του τι συνέβη και αν κατάλαβες την τιμωρία σου ή δεν πήρες χαμπάρι τίποτα μέσα στην τρέλα που σε δέρνει. Και αυτό θα ήταν άδικο Θεέ μου, γιατί ο άνθρωπος αυτός, η μάλλον το ανθρωποειδές αυτό να πούμε καλύτερα, έπρεπε να νιώσει την τιμωρία του. Η τιμωρία του μυαλού είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν  του σώματος ΚΑΙ Η ΤΥΨΗ, Η ΝΕΜΕΣΙΣ, ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΗ.

***

(σημ.: κανένα από τα πρόσωπα  του διηγήματος δεν είναι πραγματικό. Το τονίζουμε αυτό…)

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη