«Μια φορά κι έναν καιρό», ένα παραμύθι της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Μια φορά κι έναν καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, ήταν ένα γραφικό πετρόκτιστο κεφαλοχώρι, κάπου στην οροσειρά των Αγράφων. Το όνομά του χάθηκε μέσα στη λήθη των χρόνων. Λίγα χαλάσματα πια ψιθυρίζουν στα ξεροβόρια ή στα λιοπύρια πως κάποτε υπήρξε. Κανένας δρόμος δε σε βγάνει αυτού, εξόν και πορπατήσεις μακρυά, πέρα κι απ’ το βοσκοτόπι απ’ τα κατσίκια. Οι κάτοικοί του όλοι χάθηκαν, σαν να τους χτύπησε κατάρα, σκορπίσανε, χάθηκε η καταγωγή τους μες στις γενιές, κανείς δεν το ονοματίζει πια το χωριό αυτό. Μα η ιστορία του έφτασε ως εμάς μέσα από τις διηγήσεις των παππούδων μας, χρόνο στο χρόνο, στόμα με στόμα, Χριστούγεννα στα Χριστούγεννα…

Το τοπίο έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι εκείνα τα Χριστούγεννα.  Χιόνιζε  πολύ και τότε, όπως απόψε. Είχε πανσέληνο και ξαστεριά. Ο λευκός απαλός μανδύας, που κάλυπτε τα πάντα, λαμπύριζε τα μύρια  κρύσταλλά του στο φως του ολόγιομου φεγγαριού. Το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα, όξω δεν κόταγε να πορπατήσει μήτε σκύλος. Ήτανε  τριανταμία του Γενάρη, όλοι μαζεμένοι στα σπίτια τους, με τις φαμίλιες τους, καρτεράγανε ν’ αλλάξουνε το χρόνο…  Μα εκείνη η βραδυά  έμελλε να αλλάξει την τροχιά του χρόνου μαζί με τη μοίρα του τόπου εκείνου…

Ο βοριάς λυσσομανούσε όξω, γυρνώντας το στρωμένο χιόνι τρογύρω, αναγκάζοντας το να χορεύει σε μικρές πιρουέτες. Το κρύο πολύ μα οι φωτιές τριζοβολούσαν στα τζάκια σ’ όλο το χωριό, κι ο καπνός έβγαινε αχνιστός απ΄ τις αψηλές καμινάδες των  όμορφων σπιτιών. Οι λάμπες πετρελαίου καίγανε και φωτίζανε τα χαρωπά πρόσωπα των νοικοκυραίων. Δεν ήτανε φτωχό το χωριό τους, κι όλοι είχανε κάμει τα κουμάντα τους για τις γιορτές. Στρωμένα ήτανε ήδη τα τραπέζια, ψημένα τα γουρουνόπουλα και τα λουκάνικα, έτοιμες οι κρεατόπιτες κι οι λαχανόπιτες, μελωμένες οι δίπλες.

Τα πιτσιρίκια κάνανε χαμό όπου βρίσκονταν, κι όλο κλέβανε απ’ τα κάστανα που ψήνανε οι πατεράδες τους στη χόβολη. Αυτοί τάχαμου τα μαλώνανε να περιμένουνε για το φαγί τους, και γέλαγαν δυνατά ρίχνοντας  το κεφάλι πίσω και τσούγκριζαν γεμάτα τα ποτήρια με ντόπιο κρασί με τους συγγενείς τους – όλοι μαζεμένοι γύρω απ’ τα τζάκια. Κι οι γυναίκες ζωσμένες με τις παστρικές τους τις ποδιές, αυτές με τα κεντίδια που φυλάγανε για τις γιορτές, πήγαιναν κι έρχονταν σιγοκουτσομπολεύοντας και σιγογελώντας και ‘τοίμαζαν την τράπεζα με τα καλούδια για να συμφάγουν όλοι.

Κανείς δεν είχε το νου του στον καιρό, ούτε στον τόπο. Τους κάλυπτε η ασφάλεια της στέγης τους και της βολής τους. Κι όμως κείνη την ώρα κάποιος πορπάταγε όξω. Ένας γέρος, σκυφτός και τυλιγμένος γερά μέσα στη χοντρή μάλλινη κάπα του, έσερνε με κόπο τα πόδια του μέσα στο χιόνι και προσπάθαγε να σιμώσει το χωριό πριν αποκάμει από την πείνα και την ταλαιπώρια. Σαν έφτασε κοντά στο πρώτο σπίτι, κοντοστάθηκε, ακούμπησε στη φράχτη και μονολόγησε «Για να ιδούμε…». Κι έπειτα ανέβηκε τα δυό σκαλιά και χτύπησε την πόρτα με την παλάμη του.

«Μπα! Σα ποιός να ‘ναι;», αναρωτήθηκε ο νοικοκύρης κι έκαμε ν’ ανοίξει. Μα σαν αντίκρισε το γέρο-ζητιάνο του ‘κλεισε την πόρτα στα μούτρα και φώναξε: «Άει στην ευχή του Θεού μέρα που ‘ναι, ήρθες να μας χαλάσεις τη γιορτή!»

Ο γέρος έσκυψε το κεφάλι λυπημένος κι έφυγε σιγά όπως ήρθε. Προχώρησε παρακάτω, πήγε στο επόμενο σπίτι. Εκεί άκουσε γέλια παιδιών. «Ίσως εδώ…», σκέφθηκε κι αναθάρρησε η καρδιά του. Χτύπησε την πόρτα. Μια γυναίκα, γελαστή και με δυο κούτσ’κα  κρεμασμένα στη φούστα της, άνοιξε διάπλατα.

«Λίγο ψωμί, να χαρείς τα παιδιά σου!», ψέλλισε ο γέροντας. «Έχω νηστικός δυό μέρες. Μια γωνιά γι’ απόψε μόνο…»

«Ποιούς είν’ Μαριγώ;» , ο άντρας του σπιτιού ήρθε να ελέγξει. Σαν είδε το γέρο-ζητιάνο, την έσπρωξε απαλά παρέκει.

«Τράβα φερ’ στου γέρου λίγου ψουμί και κανά κοψίδ’», της είπε κοφτά. Κι έπειτα γύρισε προς το ζητιάνο, σούφρωσε το στόμα και ξίνισε τη μούρη του και του ‘πε σιγανά αλλά σταθερά «Δεν μπόραγες να ‘ρθείς αύριου; Απόψι ιέχου μουσαφιρέους γλιέπ’ς». Του ‘δωσε το δισάκι με τα φιλέματα και του ‘σπρωξε την πόρτα στα μούτρα κι αυτός.

Γύρισε όλο το χωριό ο γέροντας κείνο το βράδυ. Δεν άφηκε σπίτι να μην του δώσει μια ευκαιρία. Το μόνο που βρήκε ήταν πόρτες κλειστές και καρδιές παγωμένες. Βαθιά λυπημένος πήρε το δρόμο να φύγει. Τα βήματά του βαριά, δεν έφταιγε όμως το χιόνι αυτή τη φορά. Πλιότερο τον δυσκόλευε η αναλγησία των ανθρώπων τούτην την άγια νύχτα. Πόση φτώχεια μέσα στα πλούσια σπίτια τους. Τίποτε δεν τους έλειπε, όλα τους τα είχαν και με το παραπάνω. Το μόνο που δεν τους περίσσευε ήταν ο καλός ο λόγος.

Χωμένος μέσα στη μάλλινη κάπα του κίνησε να φύγει. Στις παρυφές του χωριού διέκρινε μια στάνη. Του φάνηκε μάλιστα πως είδε να βγαίνει καπνός απ’ την κορφή στο μπουχαρί και σαν να φέγγιζε μια λάμψη στο μονό το παραθύρι στο πλάι. «Δεν θα ‘ταν δίκαιο να μην δοκιμάσω κι εδώ», σκέφθηκε ο γέροντας και βημάτισε αργά προς τα ‘κει, χωρίς μεγάλες προσδοκίες η αλήθεια είναι…

Χτύπησε την πόρτα κοφτά τρεις φορές, καθώς τον θέριζε τ’ αγιάζι όξω στο χιονιά. Άκουσε βήματα να σούρνωνται στο πάτωμα και μερικά βελάσματα απ’ το βάθος. Η πόρτα, φτιαγμένη από σανίδια και ντυμένη με μια κουρελού για να κρατάει όξω τον αγέρα, άνοιξε ευθύς πλατιά. Ένας γεροδεμένος νέος άντρας ντυμένος με μια τρίχινη βράκα, μια μάλλινη φανέλα κι ένα ζευγάρι τραχιά τσουράπια τον κοίταξε για λίγο σαστισμένος.

«Τι φτιαν’ς αυτού όξω τέτοιαν ώρα παππού;», τον ρώτησε και ταυτόχρονα τον άρπαξε απ’ τους ώμους και τον έσπρωξε μες στο καλύβι.

«Στασ’ ικεί στου σκαμνί δίπλα στ’ φουτιά να αναλάβ’ς τα πάνω σ’ κι ύστερα μι λες πους βρεθ’κες ιδώ!», είπε ο τσοπάνος.

Έβαλε τον γέροντα να καθίσει δίπλα στη φωτιά που μπουμπούνιζε με δύναμη και ζέσταινε τη φτωχική του καλύβα. Μ’ αυτή τη φωτιά φωτίζονταν, μ’ αυτή ζεσταίνονταν. Μ’ αυτή και με τα ζα που ήταν στο βάθος στη μεριά τους, χωρισμένα με μια ξύλινη φράκτη, καμιά σαρανταριά πρόβατα όλα κι όλα. Και μ’ όλο που η καλύβα φιλοξενούσε αυτόν και τα ζώα του, ο τόπος άστραφτε. Το δάπεδο χωμάτινο, όμως βρεμένο και σκουπισμένο είχε σώμα στέρεο. Ένα κρεβάτι και μια κούνια στην μιάν άκρη, ένα ξύλινο τραπέζι με τέσσερις χοντροφτιαγμένες καρέκλες στην άλλη. Η πάχνη για τα ζωντανά, γεμάτη άχυρο, δίπλα τους καθαρό νερό. Βουνιές πουθενά, σαν από θάμα, πόσο συχνά να τα καθάριζαν πια, σκέφτηκε ο γέροντας παρατηρώντας το χώρο. Μια ντουλάπα δίφυλλη είχε χρεία για τα τρόφιμα. Τα λιγοστά φτωχικά ρούχα ήταν κρεμασμένα σε καρφιά, τακτικά βαλμένα το ‘να δίπλα στ’ άλλο στον τοίχο, κι από κάτου μια στοίβα ντυμένη μ’ ένα μάλλινο σεντόνι φιλοξενούσε τα στρωσίδια και τις πετσέτες.

«Παναγούλα μ’ σίμωσε», είπε ο τσοπάνος στη γυναίκα του, που μόλις είχε αποσώσει το ζύμωμα μέσα σε μια ξύλινη σκάφη. «Ζέστανε λίγου γάλα για του γηροκόμ’ μέχρι να φάμι», της είπε και κοίταζε τον γέροντα εξεταστικά, «κι ‘τοίμασε σε μια γουνιά να κοιμηθούμ’ ιμείς γιατί ου γέρους θα ξαπλώσ’ στου κρεβάτ’ μας απόψι».

Ο γέροντας τα ΄χασε.

«Όχι και να σας βγάλω απ’ το κρεβάτι σας παιδί μου», είπε στον νέο. «Μου φτάνει ένα κομμάτι ψωμί και λίγο γάλα, μετά θα φύγω». Μέσα του η καρδιά του φούσκωνε από ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς τους καλούς ανθρώπους.

«Σώπασ’ ισύ, δεν ξέρ’ς. Ιγώ μι την Παναγούλα μ’ είμαστι νέοι, διν παθαίνουμ’ τίπουτις! Άει, πουλλά διν έχουμ’ αλλά ό,τ’ έχουμ’ θα το μοιραστούμ’!», του απάντησε ο τσοπάνος και ύστερα φώναξε το γιό του.

«Αυτούνος ιδώ είν’ ο λιβέντης μ’! Ου Χρηστάκος μ’!», είπε όλο καμάρι. «Φίλα του χέρ’ του παππού βρε να σ’ δώκει την ευχή τ’!», συνέχισε και έσπρωξε απαλά το αγόρι προς τον γέροντα.

Ο γέροντας δάκρυσε. «Του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ τα καλά να σου δίνει ο Μεγαλοδύναμος Θεός γιέ μου για τους γονείς που έχεις», ευχήθηκε στο παιδί και σκούπισε τα μάτια του. Το αγοράκι, τριών χρονών το πολύ, τον αγκάλιασε με τα μικρά του τα χεράκια κι έπειτα γελώντας του τράβηξε τα μούσια για να παίξει.

«Παππού, κοίταξ’, έχουμι κρέας ψητό απ’ τα ‘θκά μας κι απού τυρί και τσαλαφούτ’ μπόλικου. Κι τώρα ψένω κι μια σταχτοκ’λούρα αντίς για βασ’λόπιτα. Την έφτιασα γλυκιά, μι κολουκύθ’ κι σταφίδες, να γέψουμε κι ‘μεις λίγου γλυκό, έτσ’;», του είπε η Παναγούλα.

«Να ‘ναι ευλογημένο κόρη μου», της απάντησε ο γέροντας.

«Λοιπόν παππού, διν μι ‘πες, τι χάλευες τέτοια ώρα όξω, πούθε έρχεσ’;», τον ρώτησε ο άντρας.

«Έρχομαι από πολύ μακριά γιέ μου», απάντησε ο γέροντας. «Δεν το λογάριασα καλά και μ’ έβγαλε ο δρόμος μου εδώ στο χωριό σας αργά. Είπα να μείνω μέχρι να ξημερώσει και μετά να πάρω το δρόμο μου αλλά δεν με δέχτηκε κανείς καλό μου παιδί…», συνέχισε και το παράπονό του ξεχείλισε.

«Ε ουόχι κι κανείς! Είμαστι κανείς ιμείς;», τον ρώτησε γελώντας ο νέος. «Άει παππούλη, μη σκιάζεσαι, ιδώ κι μεις παρέα θέλαμ’, μοναχοί μας ήμαστε».

«Όπου τρεις ο Χριστός εις το κέντρο, δεν είστε μόνοι παιδί μου», του χαμογέλασε ο γέροντας.

Κι έτσι, κάθισαν όλοι μαζί να φάνε. Κι ευλόγησε ο γέροντας το τραπέζι. Και γέλασε. Και ζεστάθηκε η καρδιά του. Κι έγινε κι η σταχτοκουλούρα και την έφερε η Παναγούλα να την κόψει ο κύρης της και να την μοιράσει.

«Ένα τ’ Χριστού, ένα τ’ς Παναϊας, ένα τ’ Αγίου Βασιλείου, ένα τ’ς αφεντιάς μ’, ένα τ’ς Παναγούλας μ’, ένα για του πιδί μ’ κι ένα για τον…», έκοβε ο τσοπάνος και σταμάτησε για να ρωτήσει τον γέροντα «Αλήθεια, διν μας είπις πως σι λεν παππούλη, να σι κόψω του κομμάτι σ’».

«Μου το έκοψες ευλογημένε», ψιθύρισε συγκινημένος ο Άγιος γέροντας, «μου το έκοψες!»

«Ας είναι, πάρι του φτωχού, πάντα του κόβουμ’ ‘θκό τ΄κομμάτ΄», είπε ο νέος χωρίς να περιμένει την απάντηση, χαρούμενος που είχε μουσαφίρη να περιποιηθεί.

Κι αφού απόφαγαν, πέσανε να κοιμηθούνε. Και σαν ήρθε το πρωί και σηκώθηκε η οικογένεια, δεν βρήκε τον γέροντα πουθενά. «Νυχοπατώντα έφ’γε μωρέ το γηροκόμ’, μη  μας σ’κώσ’!», είπε ο τσοπάνος και μια έγνοια του σκίασε τα μάτια για λίγο, που έφυγε μέσα στο κρύο ο παππούς και «που να πάενε άραγες»…  Και δίπλα στο μπουχαρί βρήκαν μια μάλλινη χοντρή κάπα με κουκούλα μαζί με ένα ζευγάρι καινούργια τσουράπια, μια μακρυμάνικη μπαμπακερή νυχτικιά μαζί μ’ ένα ζευγάρι γούνινες γυναικείες παντούφλες κι ένα ξύλινο αλογάκι κουνιστό, βαμένο περίτεχνα, που μύριζε ακόμα λούστρο! Ο μικρός τσίριζε απ’ τη χαρά του και το νεαρό ζευγάρι σφιχταγκαλιάστηκε μη μπορώντας να πιστέψει το θάμα που έζησε…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music