«Μια παράξενη  μοναχική  αχιβάδα», γράφει  η Μαρία Πανούτσου

Ή Εμιγκρέ στα πάτρια εδάφη;

Ίσως η ταξιδιάρικη φύση του πατέρα μου, ίσως και η μυθολογία της οικογένειας πως τάχα καταγόμαστε από πειρατές -που μπορεί να είναι και αλήθεια-  μια  εκδοχή που μου αρέσει να  καλλιεργώ και να ψάχνω,  να με  έπλασε και έμενα σαν μια παράξενη μοναχική αχιβάδα, ένα πρωτογενές πλάσμα αυτόνομο και μόνο αναγκαστικά κοινωνικό.

Θα επιστρέψω  σε αυτές τις σκέψεις  και τα γεγονότα που με οδηγούν σε αυτούς τους συνειρμούς. Αλλά ας συνεχίσω τώρα  την διαδρομή μου στο  Θέατρο. Σήμερα θέλω να κάνω μια  αναφορά και να μνημονεύσω έναν εξαιρετικό άνθρωπο.

Έτος  1999. Αθήνα. Έχω κάνει πρόταση  στο Εθνικό  Θέατρο -Πειραματική Σκηνή-  να παρουσιάσω την Αντιγόνη, την τελευταία τότε εκδοχή της. Είχε ταξιδεύσει η παράσταση ήδη  σε Διεθνή  Φεστιβάλ Θεάτρου και είχε πάρει θριαμβικές κριτικές. Την προηγούμενη χρονιά, το 1988, παρουσιάστηκε η  τέταρτη εκδοχή της Αντιγόνης στο Παλιό Πανεπιστήμιο στην Πλάκα και τότε είχαν έρθει  από το Εθνικό οι ιθύνοντες, είδαν  την παράσταση και  μου πρότειναν να παρουσιάσω  τον επόμενο χρόνο την νέα εκδοχή  του έργου που ετοίμαζα ήδη.  Έτσι και έγινε. Βέβαια,  τίποτα δεν είναι σίγουρο στο θέατρο μέχρι να παιχτεί μια παράσταση. Όλα βρίσκονται σε  αμφιβολία και εκκρεμότητα.

Το 1999  διευθυντής του Εθνικού ήταν  ο Νίκος Κούρκουλος. Πώς  θα αντιμετωπιζόταν  μια πειραματική θεατρική δουλειά από έναν  πρώην  ηθοποιό τόσο λαοφιλή,  τόσο πετυχημένο  στον χώρο του,  μια πρόταση από μια γυναίκα άγνωστη, που κάνει ουσιαστικά  πιο πολύ  δουλειά  στο εξωτερικό,  παρά στην Ελλάδα.   Πιστεύω πως αν δεν ήταν ο Νίκος Κούρκουλος, η συγκεκριμένη  πρόταση θα  απορριπτόταν.  Όμως ο Νίκος Κούρκουλος  μέτρησε κάποια  πράγματα που δεν θα τα μέτραγαν άλλοι  Διευθυντές του Εθνικού και η παράσταση αξιώθηκε να παιχτεί  στο  πρόγραμμα του 1998-1999.

Θα ήθελα να σκιαγραφήσω λίγο το πορτραίτο  τού τότε Διευθυντή του Εθνικού.

Ο Νίκος  Κούρκουλος, το λαϊκό και επαναστατημένο παιδί  του ελληνικού  κινηματογράφου, το λαϊκό ίνδαλμα, ήταν ένας χορτασμένος από δόξα και γεμάτος στην προσωπική του ζωή   άνθρωπος και ήθελε από την θέση αυτή  να προσφέρει  στον πολιτισμό. Επιθυμούσε να παράγει ένα έργο για τους άλλους. Σαν άνθρωπος  και σαν καλλιτέχνης  δεν είχε απωθημένα.  Είχε  ολοκληρώσει τον κύκλο του. Δεν μπήκε στο Εθνικό ούτε για τα χρήματα,  ούτε για να παράγει προσωπικό καλλιτεχνικό έργο,  αλλά για να δώσει ευκαιρίες  σε άλλους ανθρώπους και να δημιουργήσει προϋποθέσεις για  κάτι καλύτερο στον χώρο  του Θεάτρου.

Μέτραγε πολλά πράγματα σε έναν καλλιτέχνη.  Ήταν ανοιχτός,  ήταν άνθρωπος του κόσμου.  Ευγενής, με την πλέρια σημασία του όρου. Δεν ήταν δήθεν. Δεν είχε να φοβηθεί κάτι και κυρίως είχε  αποκτήσει με τα χρόνια  και την δουλειά του,  μια βαθιά πολιτισμική παιδεία  και ο ίδιος ήταν ένας  καλλιεργημένος  άνθρωπος που ήξερε να διακρίνει και να επιλέγει. Είχε δηλαδή τα χαρακτηριστικά  ανθρώπων που μπορούν να πάρουν  αυτή την θέση  σε ένα παρόμοιο οργανισμό πολιτισμού όπως  το Εθνικό Θέατρο.

Μέτρησε λοιπόν  δυο τρία  στοιχεία σε μένα και στην δουλειά μου   και  αποφάνθηκε ότι η παράσταση της Αντιγόνης  θα παιζόταν στο Εθνικό. Από τα πράγματα που μέτρησε  και που είναι ενδεικτικά  της λεπτομέρειας με την   οποία  λειτουργούσε,  πιστεύω   είναι το ακόλουθο.

Καθώς μιλούσαμε, είχε μπροστά του το  πρόγραμμα  της Αντιγόνης.  Μιλούσαμε και το ξεφύλλιζε και είπε  σαν να μιλούσε στον εαυτόν του: «Οι άνθρωποι που ετοίμασαν ένα τέτοιο πρόγραμμα  (ήταν ένα μικρό βιβλίο) πρέπει να έχουν κάνει  και  ανάλογη δουλειά  στην παράσταση».

Του άρεσε πολύ το πρόγραμμα και βέβαια η παράσταση εντάχθηκε  στις  εκδηλώσεις του 1999, παρόλο που είχαν διαφορετική γνώμη οι γύρω του -όπως πληροφορήθηκα- και η Αντιγόνη  τελικά παίχτηκε  στο Εθνικό.

Και τι  παράξενο,  τι πράγματι παράξενο αλήθεια, την ίδια χρονιά πέθανε ο Γ. Γκροτόφσκυ  και  έγινε ένα  αφιέρωμα  στο Εθνικό,  στο οποίο αφιέρωμα μίλησα και εγώ. Και εκεί φάνηκε η διαφορά  και το κριτήριο του  Νίκου Κούρκουλου από πολλούς άλλους ανθρώπους  του θεάτρου. Αλλά  για το επεισόδιο αυτό   στο επόμενο ημερολόγιο. Δεν θέλω την τόσο θετική μνήμη που έχω για τον Νίκο Κούρκουλο να την χαλάσω λίγο αναφερόμενη σε  κάποιες  θα έλεγα  -όχι πια- δυσάρεστες  μνήμες, παρά  μνήμες  για ένα  με νόημα χαμόγελο.

Τελειώνω με την μνήμη  του Νίκου Κούρκουλου από μια παράσταση  του Μπρεχτ «Όπερα της Πεντάρας» στο θέατρο Κάππα, το 1975, σε  σκηνοθεσία Βολανάκη και  χορογραφίες του Λεωνίδα Ντεπιάν, του δασκάλου μου στον χορό.   Ήταν η πρώτη παράσταση  δική του που έβλεπα. Το Θέατρο Κάππα  (ήταν και κοντά μου το Θέατρο Κάππα,  στην γειτονιά των νεανικών μου χρόνων, στην αγαπημένη Κυψέλη) ήταν το  θέατρο που ο ίδιος δημιούργησε και   εκεί ανέβασε   τα έργα που ο ίδιος είχε βάλει  σαν στόχο.

Ανέβασε:

1975: «Όπερα της πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. 1976: «O Γλάρος» του Άντον Tσέχοφ. 1982: «Οιδίποδας τύραννος» του Σοφοκλή. 1983: «Ανταπόκριση» του Oύγκο Mπέτι. 1986: «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Άρθουρ Μίλερ. 1987: «Στη Φωλιά του Kούκου» του Nτέιλ Bάσερμαν. 1988: Σκηνοθέτησε το «Φτωχέ μου φονιά» του Πάβελ Kόχουτ. 1992: Τελευταία εμφάνιση στο θέατρο, με τον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, στην Επίδαυρο.

Σπουδάστρια ακόμη  στην σχολή θεάτρου εντυπωσιάστηκα από την δουλειά του στο θέατρο,  παρακολουθώντας τις παραστάσεις του  στο Θέατρο Κάππα. Έτσι βρέθηκα το 1999 στο γραφείο του, να συζητάμε  για  την δική μου παράσταση…

Ο Ν. Κούρκουλος  είχε μια τεράστια παιδεία  θεατρική  και   απέραντη αγάπη για το θέατρο. Δεν ήταν μόνο ο λαϊκός γόης του ελληνικού κινηματογράφου. Στο θέατρο είχε  κάνει την μεγάλη ανατροπή  και ήρθε σε επαφή με πολύ σημαντικά έργα του παγκόσμιου  ρεπερτορίου, ήρθε σε επαφή με μοναδικούς πνευματικούς ανθρώπους  του θεάτρου μας  όπως  Ν.  Περγιάλης,  Μ. Κατράκης  ( \Ο Ν. Κούρκουλος  ήταν  μαθητής του  Κατράκη  στην σχολή  του Εθνικού που φοίτησε), ο  Α. Σολωμός, Μ. Βολανάκης, Πάυλο Μάτεση,  Ζ. Ντασέν.

Στην θητεία ως Διευθυντής  του Εθνικού, ίδρυσε την Πειραματική Σκηνή και το Εργαστήρι Ηθοποιών, έθεσε σε μόνιμη λειτουργία την Παιδική Σκηνή του Θεάτρου, ενώ στις καινοτομίες του καταγράφηκε και η τεράστια επιτυχία του μιούζικαλ «Βίρα τις άγκυρες» των Β. Παπαθανασίου – Μ. Ρέππα, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, ως το πρώτο μουσικό έργο στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, αφιερωμένο στην  (παραγκωνισμένη) ελληνική επιθεώρηση.

                 

Ο Νίκος και ο ΆλκηςΚούρκουλος, σε σκηνή από την παράσταση «Γεια σου», του Μπέρναρντ Σλέιντ.

                                              

Νίκος Κούρκουλος: Ο δικός μας Μάρλον Μπράντο

 

                        

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη