«Μια κορδέλα κοχυλιών και ένα καπέλο, ως λεπτομέρειες», γράφει ο Χρήστος Νιάρος

Μελβούρνη, 2022.

Κάτι λεπτομέρειες συναντήσεων, ανεπαίσθητα βγαίνουν στο παρόν και στην επιφάνεια των προτάσεών μου, πήραν και παίρνουν σάρκα και οστά. Φθινόπωρα πολλών φύλλων οι πτώσεις τους μόνιμη επωδός της εποχής αλλά η μέρα του εδώ καλού καιρού σαν πυξίδα πήγαινε τους χάρτες και τους δείχτες  της ψυχής αλλού.

Περάσανε πρώτα από το καθαρτήριο της μνήμης, αφήσανε τα κόκκινα χρώματα των αποχρώσεων τους σε κάποια χιλιοτραγουδισμένη παράγραφό της και σε ένα άλλο όνειρο που ξεμύτισε με υγρασία πρωινού -που  και αυτή θα έφευγε με την ώρα της -στεκόντανε μπροστά μου. Ένα αεράκι της στιγμής, δεν τις παρέσυρε, δεν τους άνοιξε την πόρτα, ούτε το παράθυρο και στρογγυλοκάθισαν δίπλα μου.

Λεπτομέρειες τους, που ακόμη ταξιδεύουν ανοίγουν το διάλογο και την κουβέντα μαζί μου. Και  εκεί που καραδοκεί η πλήξη της σιωπής και της μοναξιάς – ξενιτιάς, φτιάχνουν και φτιάχνω μαζί τους, το βιωμένο της στιγμής του χτες αλλιώς.  Στρέφω τα μάτια μου εκεί που το σώμα μιλάει.  Εκεί που το δέρμα μου υπήρξε και υπήρξα μαζί τους.  Κουρδίζω δε και το βιολογικό ρολόι σε εκείνο το χρόνο αυθόρμητα. Όλες οι αισθήσεις μπαίνουν σε λειτουργία και ρυθμό, πιο ταχύτατα από την πτώση των φύλλων της εποχής το χαλί. Και τα γιασεμιά της άνοιξης πηγαινοέρχονται απλώνοντας στο φράχτη την μελωδία του αρώματός τους.

Με τα μάτια, με τα χέρια μιλάει και μιλάμε και με τις λέξεις ακούει και προχωράμε  στα μονοπάτια και στα ξέφωτα τα καλοκαιρινά. Γιατί πάντα υπάρχει ο ενικός και ο πληθυντικός της μνήμης, που άλλοτε αγγίζει και άλλοτε περνάει ξώφαλτσα από την εποχή. Και ό,τι μας αφήνει ο καπνός της στο αέρα που αναπνέουμε ή κάτω ή πιο πέρα από την μύτη μας είναι μια ακόμη αφορμή ταξιδιού. Από εποχή σε εποχή, από τόπο σε τόπο ωριμότητες και ανάγκες φτιάχνουν δρόμους. Μνήμες και λεπτομέρειες συναντήσεων που έγιναν, τώρα που πέφτουν οι μάσκες και οι αλήθειες τους δίνουν μια άλλη παράσταση.  Δίχτυα ρίχνουν, ανέμους κατοικούν, καθρέφτες φωτίζουν.

Υποθετικά όλα τα σενάρια του χτες των συναντήσεων με αποστάγματα και γεύσεις που μείνανε, παίρνουν θέση, μαθαίνουν τα λόγια ξανά, ανεβαίνουν στο πατάρι των επίλογων, είναι όμως και  δίπλα μου, είναι και ψηφιακά μακριά μου, είναι αλλά και ό,τι και να ‘ναι  όμως στην τελική τους πρόβα είναι η αλήθεια μου.  Και ο χρόνος της, άλλοτε ιδρώνει από χαρά, άλλοτε από λύπη.  Αφήνω στην άκρη τα τυπικά και καθώς  σπάει  ο πάγος της απόστασης μας  και βρίσκει λόγια και λόγο για να ξαναβρεθούμε και  μπαίνουμε σε άλλες  παραλλήλους και μεσημβρινούς.

Υποθετικά όλα  γίνονται. Που σημαίνει ό,τι γίναμε μαζί τους κάτι.  Ένα κάτι που μοιάζει με κόκκο άμμο στην παραλία την καλοκαιρινή, ένα κάτι του τώρα ,σαν φύλλο στο φύλλο που πέφτει το φθινόπωρο. Αφήνουμε όμως αυτή την σελίδα στην άκρη.    Ένα άσπρο χαρτί της μνήμης, κάτι σαν όνειρο αποτυπώνει ξανά τις στιγμές και τα σχήματα χαράς και ταξιδιού φωτίζονται ,ψιθυρίζονται και βρίσκουν το κάθισμά τους.

Έτσι, λοιπόν, έχω δίπλα μου ένα καπέλο από την μια μεριά και από την άλλη μερικά βότσαλα καλοκαιριού. Και τα δύο τεκμήρια σκέψεων αλλά και απαραίτητα και υπαρκτά σινιάλα καλοκαιριού. Θα μπορούσε βέβαια, μέσα στην κοιλότητα του ανεστραμμένου καπέλου να βρίσκονται κοχύλια και ταχυδακτυλουργικά να τα έβγαζα όπως τα περιστέρια και άλλα απίθανα των μάγων. Θεωρητικά όλα γίνονται, με λίγη φαντασία και την ανάλογη τεχνική των μαγικών και των οφθαλμών άπαντες.  Θα μπορούσε βεβαίως, αφού όλες και οι πιθανότητες των σκέψεων, περνάνε από πολλά φίλτρα ερμηνειών και κάπου καταλήγουν, σαν τα βρόχινα νερά στους δρόμους, να ήταν ένα ανάποδο το καπέλο και από κάτω να ‘ναι κρυμμένα τα βότσαλα. Πώς άραγε βρεθήκανε εκεί! Από και με ποια λογική ήρθανε;

Μα και οι γραφές στην άμμο, με τον καιρό και την αλμύρα δεν σβήνονται; Ξέρεις όμως, αν και μια ματαιότητα του παροδικού της έμπνευσης, εντούτοις αφήνεις δυο γραμμές και πέντε πινελιές σου στην άμμο. Αποτυπώματα και γράμματα της στιγμής που αντέχουν όσο αντέχουν, είναι και αυτά μια συνάντηση σου με τον χρόνο.

Παιγνίδια του μυαλού που ψάχνουν την μαγεία και την έκπληξη σκαρώνονται πάντα. Μα τώρα, λοιπόν, που δεν τραβάω άσσους στο μανίκι τους, ούτε η αλμύρα του καλοκαιριού με κατοικεί, γίνομαι θεατής στην σιωπή ενός καπέλου και λίγων κοχυλιών. Καπέλο που φορέθηκε στις βόλτες του καλοκαιριού, καπέλο αξεσουάρ για να μην χτυπάει ο ήλιος στο κεφάλι και αφού πλύθηκε από τον ιδρώτα και την άμμο των βουτιών, μου λέει τις ιστορίες του.

Είτε φορέθηκε στραβά ,είτε πετάχτηκε σαν σαΐτα στην πετσέτα της αμμουδιάς, είτε είχε μάτια και πίσω από την πλάτη μου, τα μάτια του είδανε πολλά. Βουτιές ακούσανε, φύκια που τα χάιδευε ο αέρας έβλεπε, θερμοκρασίες κάλμαρε και όταν ακόμη το άφησα δίπλα μου και κάποιο μελτέμι το ταξίδεψε σε άλλη γειτονιά καλοκαιρινή, σκάλωσε σε μια αμυχή ενός  βράχου  και ανεμίζοντας δήλωνε την παρουσία του. Και βγάζω κυριολεκτικά το καπέλο μου σε αυτές τις στιγμές!!! Και αν υποκλίνομαι ή τις αναπολώ είναι επειδή ταξίδεψαν λίγο και πολύ μαζί μου.

Βέβαια καπέλα έβλεπα γύρω μου  να περιφέρονται, να χαλαρώνουν, να χάνονται .Και ψάθινα και μιας χρήσης και διαφημιστικά υπήρχανε.

Μα σε εκείνο το απόγευμα Κυριακής, που ο ήλιος είχε αμολήσει την δόξα του και ιδρωμένες οι αχτίνες του πηγαινοερχόντανε, όσο μου το επέτρεπε το καπέλο μου, δίπλα μου τα κοχύλια πιο φωτεινά από ποτέ λέγαν παραμύθια με την άμμο. Παιγνίδια κάνανε  ακόμη και με τα κύματα. Καίγανε, όμως όταν τα πήρα στα χέρια μου και πιο κάτω ένα γυναικείο καπέλο μου τράβηξε την προσοχή.

Το γκρι και το μαύρο πλεγμένα χρώματα  και μια κορδέλα λευκή να ανεμίζει στην μέση του. Μια πέτρα το συγκρατούσε  να μην φύγει. Η θάλασσα γαλήνια κυματάκι μια σταλιά και αργά αργά μάζευε τα κύματά της τα αλμυρά αφού ήτανε τα παιδιά της. Νύχτωνε και νυχτώσαμε.  Το καπέλο που ήταν δίπλα μου, λίγο πριν έρθει η νύχτα, έλυσε η κορδέλα του  – μαγικό του αέρα ή κάποιων πουλιών, κανείς δεν το είδε – και ήρθε στα μάτια και στο μάγουλό μου.   Δεν έμεινε εκεί το χάδι της και σε κλάσματα δευτερολέπτου ανοίχτηκε στην θάλασσα.

Έβλεπα την κορδέλα να φτιάχνει δρόμους και να λικνίζεται στο κύμα. Άφησε το στίγμα της η άσπρη της γραμμή στη μνήμη μου. Έβαλα και τα κοχύλια στο καπέλο μου σαν ενθύμιο ανάμνησης, συνοδείας μου και δώρα της θάλασσας και αποχώρισα διακριτικά.

Παρόλα αυτά χωρίς να  καπελώνω τις στιγμές αυτές και αφού έχουνε στεγνώσει τα κοχύλια τους, οι αποχαιρετισμοί των συναντήσεων που έγιναν ή δεν έγιναν, είναι ακόμη ζωντανοί στο μεδούλι μου και στις λέξεις.  Τίποτε δεν κρύβεται ούτε στα βελούδινα, ούτε στα χάρτινα καπέλα που φοράμε ή δεν φοράμε στο κεφάλι μας. Στα ίσα και στα στραβά της μνήμης, ξεφτισμένα και περίτεχνα κοχύλια του καλοκαιριού, συνταξιδεύουν όπου και να βρίσκονται. Μαζί με αυτά και με κείνα, η κορδέλα του καπέλου εκείνη φαντάζομαι να ταξιδεύει ακόμη. Μπορεί να βρει στεριά ή μάτια που να την κοιτάζουν με θαυμασμό και απορία. Και το καπέλο, μπορεί να το σκεπάσει ο χειμώνας ή τα κοχύλια που ξέβρασε η θάλασσα. Φαντάζομαι ότι εκεί θα επιστρέφω πάντα. Να ζωγραφίσω με ό,τι έχει απομείνει από τον ιδρώτα της εποχής και τα χρώματα των συναντήσεων, τις λέξεις.  Λέξεις που ειπώθηκαν ή τις πήρε το κύμα και η συνήθεια, μυρίζουν στον αέρα.

Χωρίς καπέλο τώρα πιά, στρώνω και το τραπέζι των αναμνήσεων. Του φθινοπώρου η ανάσα, εκεί που ρίχνει τα φύλλα των δέντρων συναντάει την μνήμη μου στην πιο καλή της σκιά.

 


 

[Χρήστος Νιάρος – Ας γνωριστούμε]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη