“Μην του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το μονάχο”, γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ, όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση του περιορισμού, τόσο φλερτάρω με την κατάθλιψη. Ενώ είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος και προσπαθούσα σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας να φανώ δημιουργικός, να εμψυχώνω τους γύρω μου, να βρίσκω διάφορες ιδέες που θα με κρατούν απασχολημένο και χαρούμενο, να ξεκουνάω λίγο και τη γυναίκα μου, η οποία το είχε πάρει πολύ βαριά το θέμα, τώρα έχω κλατάρει κι εγώ. Έχω κολλήσει. Όλες μου οι ιδέες έχουν στερέψει. Όλα όσα επιτρέπεται να κάνουμε, τα έχω μπουχτίσει. Βλέπω το πάρκο που πηγαίνουμε με τα παιδιά, σχεδόν καθημερινά, για να πάρουμε λίγο αέρα και με πιάνουν τα κλάματα. Όοοοοχι άλλο κάρβουνο!

Καταρχήν, δε θέλω να σηκωθώ το πρωί από το κρεβάτι. Έχω μπλέξει τις μέρες. Νομίζω ότι ο χρόνος έχει σταματήσει στο Σαββατοκύριακο. Έλα όμως που τα ξυπνητήρια μου άλλα λένε. Ναι, γιατί έχω τρία. Δύο πιτσιρίκια και αυτό του κινητού. Πρώτα με ξυπνάνε τα μικρά που, είτε μαλλιοτραβιούνται από νωρίς, είτε σπρώχνονται, ποιο θα νικήσει για να χωθεί στο κρεβάτι μας.

Κι εδώ ξεκινάει ο Γολγοθάς. Άντε να δουλέψουμε δύο άνθρωποι, με τηλε-εργασία, σε ένα σπίτι, με δύο παιδιά εκτός σχολείου που το μεσημέρι και τα δύο έχουν τηλε-εκπαίδευση… Έχω κάνει εγώ τηλεδιάσκεψη με τη διευθύντρια προσωπικού και τον γενικό μας διευθυντή, έχοντας κομφετί κι αυτοκόλλητα στο κεφάλι, ουκ ολίγες φορές! Έχω κλείσει στα μούτρα πελάτη το τηλέφωνο για να σκουπίσω πωπούς και να συνδέσω τον έναν ή την άλλην στο μάθημά τους…

Τι να κάνουν κι αυτά… Κλεισμένα σ’ ένα διαμέρισμα σχεδόν όλη μέρα, με δύο μεγάλους απέναντι από τις οθόνες. Τι κι αν βαράνε τα τηλέφωνα, κινητά και σταθερά, τι κι αν μπουκώνουν όλα τα συστήματα και δεν δουλεύει τίποτα, όταν άλλα γι’ αυτά είναι τα «επείγοντα»; Η Έλσα από το «Φρόζεν» είναι Έλσα και πρέπει να της πιάσω το μαλλί αλογοουρά με το φούξια λάστιχακι – «όχι το θαλασσί ρε μπαμπά, δεν είναι αγόρι» – και το ρομπότ θέλει μπαταρία ΤΩΡΑ! Έρχονται κάθε τρεις και λίγο και κάτι μας λένε, κάτι μας ζητάνε κι εμείς όλο «ναι» απαντάμε και μετά αυτά τσιρίζουνε «μα μου το υποσχέθηκες!» κι εμείς ούτε που θυμόμαστε σε τι έχουμε συμφωνήσει. Τώρα πια, το έχουμε μάθει το πάθημά μας και προσέχουμε τι λέμε, γιατί ό,τι άλλο πούμε, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μας!

Δε συζητάω το τι γίνεται, αν σηκωθούμε από τις καρέκλες μας να πάμε προς νερού μας! Αυτά –τα χρυσά μου– νομίζουν ότι θέλουμε να παίξουμε κι έτσι η μετάβαση στην τουαλέτα γίνεται μεταξύ κεφαλιάς, καβαλαρίας και «γύρω γύρω όλοι, στη μέση ο Μανώλης»… Όταν δε, έρθει η ώρα που τελειώνει η δουλειά και πρέπει να κάνουμε όλα τα υπόλοιπα (τράπεζες, πληρωμές, ψώνια, δουλειές του σπιτιού και όλα τα συναφή) ευχόμαστε καλύτερα να συνεχίζαμε να δουλεύαμε, γιατί τότε αρχίζει η πραγματική γκρίνια, τα σκαρφαλώματα και τα παρακάλια.

 Έτσι, αλλόφρονες τα παρατάμε όλα στη μέση για να τρέχουμε με ποδήλατα, πατίνια ή και χωρίς, σε πάρκα, πλατείες και τώρα πρόσφατα και σε παιδικές χαρές, μπας κι εκτονωθούν κι αυτά λίγο κι έχουμε και καμία ελπίδα να αποκοιμηθούν τα βλαστάρια μας σχετικά νωρίς, να αράξουμε κι εμείς σε κανέναν καναπέ, να δούμε μία ρημαδοταινία!

Καταλαβαίνετε, ότι μέχρι εκείνη την ώρα, έχουν μεσολαβήσει και χίλιες άλλες προσπάθειες, να ικανοποιήσουμε ή τουλάχιστον να προσπαθήσουμε κι εμείς να ικανοποιήσουμε, κάποιες στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες μας, όπως το να πιούμε έναν καφέ. «Επιχείρηση επικίνδυνες αποστολές» το έχω ονομάσει, γιατί τις περισσότερες φορές ο καφές χύνεται, αφού στα χέρια μας κρατάμε κουλούρια, νερά, μπάλες κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σας, ενώ στεκόμαστε όρθιοι. Αφού, έχω σκεφτεί, να φεύγουμε από το σπίτι με βαλίτσα με ροδάκια. Δεν είναι αστείο. Κι αυτός ο καιρός, σχιζοφρενής είναι. Την ίδια στιγμή που κάνει ζέστη, φυσάει και κάνει κρύο. Φεύγουμε ας πούμε, με αμάνικα μπουφάν, αλλά παίρνουμε και πιο βαριά μαζί μας. Κάτι αλλαξιές, κάτι μωρομάντηλα και αντισηπτικά, κάτι ομπρέλες, κάτι βατραχοπέδιλα (μόνο αυτά μας λείπουν), κάτι σνακ και μπανάνες, να τη. Γέμισε η βαλίτσα.

 Άλλη στοιχειώδης ανάγκη μας, είναι να σταυρώσουμε μία κουβέντα με τη γυναίκα μου, η οποία, ακόμη και για τα πιο απλά, όπως το τι φαγητό θα μαγειρέψουμε αύριο, ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Συν του ότι, μέσα από τις μάσκες, κανείς δεν ακούει κανέναν, ούτε τα παιδιά εμάς, ούτε εμείς αυτά βέβαια και ο εκνευρισμός βαράει τιλτ!

Αν έχουμε και κάτι επιπλέον να κάνουμε μέσα στον «ελεύθερο» μας χρόνο (ας γελάσω, νομίζω πως θα συμφωνήσετε μαζί μου πως… πιο «πολιορκημένος» πεθαίνεις) -τύπου να σηκώσουμε χρήματα από την τράπεζα- παρακαλάω μέσα μου να μην έχει ουρά ή να δουλεύει το ΑΤΜ γιατί τέτοια λαχτάρα, δεν θα την αντέξει κανείς μας. Έλα όμως, που κορονοϊός και ουρές πάνε πακέτο! Καμία σωτηρία δηλαδή!

Αφού καταφέρουμε και παίξουνε τελικά τα πουλάκια μου, αρχίζει το άλλο μαρτύριο που, πιστέψτε με, δεν είναι το τελευταίο, να τα μαζέψουμε για να γυρίσουμε σπίτι. Έτσι εξαντλημένα που είναι και ολημερίς μπουζουριασμένα, σιγά μην συνεργαστούν οικειοθελώς! Κορόιδα είναι; Αυτό το εγχείρημα καταλήγει πάντα σε νεύρα, αλλά εγώ το βλέπω σαν ακόμη μία πρόκληση για τον αυτοέλεγχό μου. Η γυναίκα μου δεν παραμένει και τόσο ζεν, είναι αλήθεια.

Άντε και τα μαζέψαμε μέσα – κακήν κακώς (ψαρεύοντας τις μάσκες τους από το δρόμο, κουβαλώντας την Άρτα και τα Γιάννενα, σταματώντας σε κάθε γωνία για να πιούν νερό). Το μαρτύριο συνεχίζεται με το βραδινό φαγητό και μπάνιο, όταν εμείς είμαστε ήδη στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Είπαμε, αυτοέλεγχο έχω, όχι εκατό μέτρα λάστιχο! Κάπου εδώ, με πιάνει απελπισία. Αν με ρωτήσεις, δε θυμάμαι ούτε το όνομά μου. Άλλα σκέφτομαι, άλλα ξεκινάω να κάνω, άλλα κάνω, άλαλα τα χείλη των ασεβών!

Μέσα σε όλα, πρέπει να τηρήσουμε και το πρωτόκολλο της καθαριότητας και της απολύμανσης. Ενώ τον Τσιτσιπά τον είχα στην καρδιά μου, τώρα τα συναισθήματά μου δεν είναι τα ίδια. Γιατί; Απλά, απλούστατα: για προσπαθήστε να πλύνετε τα χέρια σας τουλάχιστον δέκα φορές τη μέρα, επί τρία (τα δικά μου και των παιδιών), λέγοντας τρεις φορές το «Happy Birthday» κάθε φορά, όπως έχουν δει ότι πρέπει να κάνουν στο βιντεάκι για το σωστό πλύσιμο των χεριών επί κορονοϊού, κι αν δεν σαλτάρετε, ελάτε να μου το πείτε!

Εσείς; Τι άλλα νέα; Όλα καλά; Πάντα καλά!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη