«Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Λέσβος, Απρίλης 2015.

Η Μυρσίνη σήμερα φόρεσε τα καλά της για να πάει στην εκκλησιά και να ανάψει το κεράκι της, όπως έκανε κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Το είχε κάνει τάμα στον Άγιο Ραφαήλ όταν γεννούσε, να τη βοηθήσει να βγει γερό το παιδί της. Είχε φάει τόσο ξύλο απ’ τον άσωτο τον άντρα της που είχε πιστέψει πως δε θα τα καταφέρει να φτάσει ως το τέλος η εγκυμοσύνη της. Ο άγιος, όμως, έβαλε το χεράκι του και της χάρισε ένα παιδί γερό κι έτσι τον τίμησε κι αυτή δίνοντάς του το όνομά του.

Η πεθερά της ξίνισε τότε. Περίμενε ν’ ακούσει το όνομα του άντρα της, όπως ήταν το έθιμο του τόπου τους – για τα μάτια του κόσμου, βέβαια, κι όχι πως το επιθυμούσε πραγματικά. Τα πρώτα παιδιά ενός ζευγαριού έπαιρναν το όνομα του παππού τους, απ’ τη μεριά του άντρα. Δεν τόλμησε, όμως, να μιλήσει ή να παραπονεθεί στη νύφη της, γιατί ήξερε τι κουμάσι ήταν ο γιος της. Η Μυρσίνη άλλωστε τα είχε καλά με την πεθερά της. Τα έβρισκαν οι δυο τους. Με τον άντρα της ήταν που δεν κατάφερε ποτέ ν’ αγαπηθεί. Άλλον άνθρωπο της προξένεψαν κι άλλος της βγήκε στην πορεία. Μέθυσος και τεμπέλης. Η πεθερά της μονάχα γνώριζε από πρώτο χέρι τι περνούσε η κοπελιά κοντά του. Τους γονιούς της δεν ήθελε να τους πικράνει. Όποτε έρχονταν να τους επισκεφτούν, η Αμέρσα, έτσι τη φώναζε πάντα χαϊδευτικά η μάνα της, φορούσε το ψεύτικο χαμόγελό της για τους υποδεχτεί. Κι αυτός εξαφανιζόταν στα χωράφια για να μην τους βλέπει.

Ένα αεράκι ανοιξιάτικο σκορπούσε στον αέρα μυρωδιές απ’ τα ανθισμένα δέντρα. Ανάσανε βαθιά με ευχαρίστηση τον φρέσκο αέρα που είχε στερηθεί τόσο καιρό. Είχε καιρό να βγει απ’ το σπίτι. Τον τελευταίο χρόνο η πεθερά της είναι κατάκοιτη κι αυτή τη φροντίζει και την περιποιείται σαν να ’ναι μάνα της. ‘

«Σήμερα δεν είναι που στολίζουν τις εκκλησιές με βάγια και τα μοιράζει ο παπάς στους πιστούς;» Τη ρώτησε το πρωί καθώς την είδε στον καθρέφτη να χτενίζει τα μαλλιά της.

«Ναι, μάνα, σήμερα…» Της απάντησε εκείνη.

«Στο χωριό μου, τον Ασπροπόταμο,  θυμάμαι παλιά τα παιδιά μετά την εκκλησιά, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα πανάκια από καινούργιο φουστάνι, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και  πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια. Ύστερα έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά. Οι γυναίκες κρεμούσαν από ένα κλαράκι στα οπωροφόρα και στα κηπευτικά για να καρπίζουν και να μην τα πιάνει το σκουλήκι. ‘Μέσα βάγια και χαρές, όξω ψύλλοι, κόριζες!’, λέγανε. Μετά  την εκκλησιά έπρεπε όλα να τα ‘βατσάσουν’ για το καλό. Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες. Όλα εξαφανίζονταν μόλις ραντίζονταν με τα βάγια. Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι του κάθε σπιτιού και μ’ αυτά ‘κάπνιζαν’ οι γυναίκες τα παιδιά για το κακό το μάτι…» συνέχισε η πεθερά της να αναπολεί τα δικά της χρόνια.

Η Μυρσίνη φόρεσε τα παπούτσια της και την πλησίασε χαμογελώντας.

«Πώς τα θυμάσαι όλα αυτά μου λες; Αν σε ρωτήσω τι φάγαμε χθες είμαι σίγουρη πως θα δυσκολευτείς…»

«Δεν το ’χεις ακουστά κόρη μου, πως ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει θυμάται τα παλιά κι όχι τα χθεσινά;» Της απάντησε εκείνη κουνώντας το κεφάλι. «Σαν σήμερα γεννήθηκε κι ο Ραφαήλ μας. Να το χαιρόμαστε το παλικάρι μας! Να ’ναι γερό κι ευλογημένο!» Ψιθύρισε μετά συγκινημένη και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα.

«Ναι μάνα, σαν σήμερα. Όταν σχολάσει η εκκλησιά θα περάσω απ’ την πλατεία να πάρω ένα γλυκό για το καλό. Εσύ ησύχασε τώρα, πάρε έναν υπνάκο. Δε θ’ αργήσω…» Της είπε η νύφη της παλεύοντας να φυλακίσει και τα δικά της δάκρυα.

Μπαίνοντας στην εκκλησιά ένιωσε να την τυλίγει το γλυκό άρωμα του λιβανιού. Ο παπάς έψελνε το απολυτίκιο.

«Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον,

μετὰ ξύλων συνέλαβον ύστερον,

οἱ ἀγνώμονες Χριστόν, Ἰουδαῖοι τὸν Θεόν…»

Άναψε ευλαβικά δυο κεράκια στο μανουάλι. Ένα για τον Χριστό κι ένα για τον γιο της.  Ύστερα προχώρησε αριστερά κι έπιασε μια θέση ανάμεσα στις γυναίκες. Δε χαιρέτησε καμία. Με καμία δεν απέκτησε σχέσεις τόσα χρόνια σε τούτον τον τόπο. Ούτε μια φιλενάδα δεν είχε να μοιραστεί τα εσώψυχά της. Η αλήθεια είναι, πως από τότε που έχασε τον άντρα της, πολλές θέλησαν να την πλησιάσουν και να της παρασταθούν. Ειδικά οι γειτόνισσες. Η Μυρσίνη, όμως, καταλάβαινε πως τη λυπούνταν για όσα πέρασε κοντά του. Ήταν περήφανη. Δεν ήθελε κανένας να τη λυπάται. Ούτε εκείνη, ούτε το παιδί της. Η συμπόνια των χωριανών της για το δράμα της, ήρθε μετά «εορτής». Γι’ αυτό τους κρατούσε κακία. Γιατί κανένας δε νοιάστηκε για όσα περνούσαν όσο ήταν ακόμα ζωντανός. Και κυρίως, γιατί κανένας δε συμπαραστάθηκε στο παιδί της όταν άρχισε το σχολείο κι όλοι το κοιτούσαν στραβά, επειδή ήταν ο γιος του μέθυσου. Οι συμμαθητές του το χλεύαζαν κι έβριζαν τον γονιό του που ξημεροβραδιαζόταν στο καφενείο. Κι εκείνο, το καημένο, δεν μιλιόταν. Κουβέντα δεν του έπαιρνε η μάνα ή η γιαγιά του σαν γυρνούσε το μεσημέρι απ’ το μάθημα. Με κατεβασμένο το κεφάλι καθόταν κι έτρωγε στο τραπέζι μαζί τους, χωρίς να τους ρίχνει ούτε ένα βλέμμα. Μονάχα όταν έμπαινε ο πατέρας του στο σπίτι, έτρεχε και κρυβόταν στο δωμάτιο της γιαγιάς του. Όχι από φόβο αλλά από ντροπή. Τον απεχθανόταν. Ντρεπόταν γι’ αυτόν και την κατάντια του. Δεν τον θυμόταν ποτέ ξεμέθυστο. Πέντε χρόνια στο σχολείο και δεν κατάφερε ν’ αποκτήσει ούτε έναν φίλο. Κανένας δεν αποζητούσε την παρέα του. Μονάχα εκείνη τη χρονιά, λίγο πριν γκρεμοτσακιστεί ο πατέρας του απ’ στις σκάλες,  ο Ραφαήλ είχε πει στη μάνα του με χαρά πως θα έρχονταν στα γενέθλιά του ο Μάριος κι ο Θοδωρής από την τάξη του. Χάρηκε κι η Μυρσίνη. Έλαμψαν τα μάτια της όταν της το είπε.

«Εντάξει αγόρι μου. Μεθαύριο θα σου πάρω μια ωραία τούρτα και θα σας φτιάξει κι η γιαγιά τα αμυγδαλωτά που σου αρέσουν να τους κεράσουμε και να περάσετε όμορφα…»

Όλα όμως τους ήρθαν ανάποδα σαν έφτασε η μέρα των γενεθλίων του. Τα παιδιά ήρθαν μετά την εκκλησιά στο σπίτι τους, όπως είχαν συνεννοηθεί με τον γιο της. Η Μυρσίνη κι η πεθερά της τσακίστηκαν να τα περιποιηθούν και να τα φροντίσουν. Ο Ραφαήλ, έλαμπε το πουλάκι της απ’ τη χαρά του που, επιτέλους, θα έρχονταν οι φίλοι του για πρώτη φορά στο σπίτι τους να του ευχηθούν και να παίξουν μαζί του. Θα έκλεινε τα δέκα. Όταν έφτασε ο πατέρας του κι άκουσε τα βήματά του στις σκάλες, το παιδί έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα στη μάνα του. Εκείνη τον καθησύχασε με τα μάτια της.

«Εγώ πάω να βοηθήσω λίγο τη γιαγιά στο μπαλκόνι που με χρειάζεται…» Τους είπε χαμογελώντας και βιάστηκε να κλείσει πίσω της την πόρτα για να μην πάρουν χαμπάρι τα μικρά τον μέθυσο τον άντρα της που ανέβαινε τα σκαλιά τρεκλίζοντας και βρίζοντας, όπως συνήθιζε.

Τι ήθελε και τα θυμήθηκε τώρα όλα αυτά; Ο νους ξεστρατίζει εύκολα. Σήμερα ήρθε εδώ για ν’ ανάψει το κεράκι της και να προσευχηθεί για το παιδί της, είπε μέσα της κι έκανε τον σταυρό της. Σε δυο μέρες θα έρθει κι ο γιος της απ’ την Αθήνα να γιορτάσουν μαζί το Πάσχα. Χαρά που την έχουν αυτή κι η καημένη η πεθερά της που θα τον σφίξουν ξανά στην αγκαλιά τους μετά από τόσους μήνες. Χαρά και καμάρι! Ο Ραφαήλ της κατάφερε να περάσει στη σχολή που ήθελε και σήμερα είναι φοιτητής στην πρωτεύουσα.

«Μακάρι να μ’ αξιώσει ο Θεός να δω το παιδί μας να παίρνει το πτυχίο του κι ύστερα ας κλείσω τα μάτια μου για πάντα…» Της είπε τις προάλλες η πεθερά της δακρυσμένη.

«Τι λες μάνα; Δε θέλεις να τον δεις ντυμένο γαμπρό; Μονάχη μου θα μ’ αφήσεις να τον καμαρώνω;» Τη μάλωσε εκείνη τρυφερά καθώς την τάιζε στο κρεβάτι της.

Δέθηκε πολύ με την πεθερά της τόσα χρόνια κοντά της. Σαν κόρη της την είχε. Κι η Μυρσίνη το εκτίμησε απ’ την αρχή αυτό, απ’ όταν μπήκε νύφη στο σπιτικό της. Κι οι δυο τους ήταν άτυχες στο γάμο τους. Ο κανακάρης της κληρονόμησε τα κουσούρια του πατέρα του. Κακοπερασμένη κι αυτή μαζί του. Μια ζωή ξύλο και δουλειά για να τα βγάλει πέρα μονάχη της και να ταΐσει τα παιδιά της. «Ευτυχώς,  έφυγε νωρίς από ανακοπή καρδιάς. Μέσα στο καφενείο τα τίναξε, μπροστά στα μάτια των συγχωριανών μας…» Της εκμυστηρεύτηκε μια μέρα που μιλούσε για τη ζωή της.

Ευτυχώς που έφυγε κι ο δικός μου νωρίς, είπε από μέσα της με ανακούφιση η Μυρσίνη, κοιτάζοντας τον παπά που πετούσε τα κλαδιά της βάγιας στους πιστούς. Ευτυχώς που η πεθερά της δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της  στην αστυνομία για να πει πως ήταν μάρτυρας στον καβγά τους. Ευτυχώς που το παιδί της δεν έμαθε ποτέ του την αλήθεια για τον θάνατο του πατέρα του… συνέχισε μες στο βουβό παραμιλητό της.

Αμέσως μετά προσκύνησε τις εικόνες, πριν ακόμα ο παπάς ψάλλει το «Δι’ ευχών…». Βγήκε απ’ την εκκλησιά κρατώντας τα κλαδιά στα χέρια της και πήρε τον δρόμο για την πλατεία ν’ αγοράσει τα γλυκά που υποσχέθηκε στην πεθερά της για τα γενέθλια του γιού της.

***

Πεθερά

Η Βιργινία έκλεισε τα μάτια της μόλις έφυγε η νύφη της. Άκουγε τα βήματά της που κατέβαινε τη σκάλα. Αυτή τη σκάλα που τους θύμιζε καθημερινά την αποφράδα μέρα που έχασε τον γιο της. Δέκα χρόνια πέρασαν από τότε. Στα γενέθλια του εγγονού της «έφυγε». Σαν σήμερα. Κυριακή των Βαΐων. Μονάχα αυτή τη μέρα προσευχόταν για την ψυχή του. Έλεγε από μέσα της ξανά και ξανά το πρώτο απολυτικίο που ακούγεται σήμερα στην εκκλησιά.

«Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σου πάθους πιστούμενος,

ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός•

ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες,

σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν: ‘Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις,

εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου’»

Με τη νύφη της δε μιλάνε ποτέ για τον χαμό του. Σφράγισαν κι οι δυο το στόμα τους με ένα βλέμμα, εκείνη τη μέρα που έπεσε απ’ τη σκάλα κι έμεινε στον τόπο. Η Βιργινία είχε ένα άσχημο προαίσθημα όλο το προηγούμενο βράδυ πως κάτι κακό θα τους συμβεί. Κι ευχόταν βαθιά μέσα της να μην αφορά τον εγγονό της.

Όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν ένιωθε ένα ασήκωτο βάρος να κουβαλάει στους ώμους της. Όλοι στο χωριό πίστεψαν πως ο θάνατος του γιου της οφειλόταν σε ατύχημα. Ότι μες στο μεθύσι του γλίστρησε στις σκάλες κι έπεσε. Μονάχα αυτή κι η Μυρσίνη γνώριζαν  την αλήθεια. Και δεν τη μοιράστηκαν με κανέναν. Ούτε με τον παπά στην εξομολόγηση. Η Βιργινία όμως, εδώ κι ένα χρόνο που έπιασε το κρεβάτι, νιώθει να έρχεται όλο και πιο κοντά στον θάνατο. Κι αυτό που τη βασανίζει πολύ είναι το πώς θα παραδώσει την ψυχή της στον Κύριο, χωρίς να έχει μετανοήσει για τις αμαρτίες που τη βαραίνουν. Όσο πλησιάζουν οι μέρες της Μεγάλης Βδομάδας, τόσο νιώθει την ανάγκη να επικοινωνήσει με τον Κύριο και την αγαπημένη της Παναγιά, που σαν μάνα κι αυτή είναι σίγουρη πως θα την καταλάβει και θα τη συγχωρήσει.

Χθες βράδυ πέρασε απ’ το μυαλό της να μιλήσει στη νύφη της και να της πει όσα σκέφτεται. Να της ζητήσει να μηνύσει του παπά να έρθει να την εξομολογήσει. Μα ακόμα φοβάται, δεν το έχει πάρει απόφαση. Δεν τη νοιάζει βέβαια γι’ αυτήν αλλά για τη νύφη της και το παιδί που θα μείνουν πίσω απροστάτευτοι. Κι αν ο παπάς δεν της δώσει συγχώρεση για την αμαρτία της; Κι αν δεν την κοινωνήσει; Κι αυτό που τρέμει περισσότερο, είναι αν  ανοίξει το στόμα του και φανερώσει στην αστυνομία το μυστικό που κρύβουν τόσα χρόνια νύφη και πεθερά. Δε θα το αντέξει αν μάθει ο εγγονός της την αλήθεια. Πώς θα αποδεχτεί το παιδί πως η ίδια του η μάνα έσπρωξε τον πατέρα του και γκρεμοτσακίστηκε στις σκάλες; Πώς θα δεχτεί πως τόσα χρόνια οι πιο δικοί του άνθρωποι τού έκρυβαν ένα τόσο τραγικό γεγονός; Τι θα πει το χωριό για την ίδια, όταν μάθουν πως  δεν κατέδωσε τη νύφη της για τον φόνο του σπλάχνου της;

«Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα…» Μονολόγησε η Βιργινία κάνοντας αυτές τις μαύρες σκέψεις. Μια καινούργια σκέψη, όμως, ήρθε να της γλυκάνει την καρδιά κοιτάζοντας στο κομοδίνο της τη φωτογραφία του εγγονού της που σήμερα κλείνει τα είκοσί του χρόνια και σε δυο μέρες θα τον έχουν κοντά τους. Όλα όσα έκανε για το χατίρι αυτού του παιδιού τα έκανε. Για να έχει μια ήσυχη ζωή. Για να προχωρήσει παρακάτω και να σπουδάσει, αφού τα έπαιρνε τόσο πολύ τα γράμματα. Να γίνει ένας λαμπρός επιστήμονας και να μην καταντήσει σαν τον γονιό του και τον παππού του. Μεθαύριο, κιόλας, που θα τον σφίξει στον μαραμένο κόρφο της θα του πει πόσο περήφανη νιώθει γι’ αυτόν και πόσο τον καμαρώνουν αυτή κι η μάνα του.

«Σε κανέναν δεν έχεις να δώσεις λόγο Βιργινία. Μονάχα στον Θεό όταν θα βρεθείς μπροστά του κι εκείνος σίγουρα θα κατανοήσει το δράμα σας, γιατί είναι ο μόνος που συγχωρεί, ο κόσμος σε σταυρώνει κι όχι ο Θεός…» Ψιθύρισε ξαλαφρωμένη κι αποφασισμένη να κλείσει το στόμα της για πάντα.


Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.  Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Γράμματα σ’ έναν δραπέτη”, εκδόσεις Θράκα. Διηγήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο [Εντευκτήριον, book press, περιοδικό Χάρτης, περιοδικό Δίοδος, περιοδικό Θράκα, Πλανόδιον, Λόγω Γραφής, Ποιητικός Πυρήνας, περιοδικό Παρέμβαση κ.α.] και στην τοπική έντυπη εφημερίδα “Διάβημα”. Με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα Λόγω Γραφής, συνεργάζεται από το 2016 και ολοκλήρωσε μια σειρά διηγημάτων για τη δράση ‘’Ένα τραγούδι για σένα’’. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Διηγήματά της διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε Ανθολογίες και Συλλογικά έργα. Ζει και εργάζεται στη Λιβαδειά.

Email. nikimplouti@hotmail.gr


[Μάθετε περισσότερα για τη μίνι σειρά διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη “Άνοιξη ήτανε…”]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη