«Μεγάλη Πέμπτη», ένα κείμενο της Νικολίτσας Μπλούτη-Καράτζαλη για τη δράση ‘Γράφουμε για το Πάσχα’

  Αυτές τις μέρες μας κόβει λόρδα για τα καλά. Η γιαγιά λέει πως αυτή η σαρακοστή είναι πιο αυστηρή απ’ τις άλλες κι ότι τη Μεγαλοβδομάδα δεν κάνει να τρώμε ούτε λάδι, αλλά επειδή εμείς είμαστε μικρά το καταλύει η εκκλησιά και δεν πειράζει κι αν τρώμε, μπορούμε να κοινωνήσουμε.

  Σήμερα μάλιστα που ’ναι να διαβάσει ο παπάς τα δώδεκα ευαγγέλια θ’ αργήσει πολύ να σχολάσει η εκκλησιά. Ο κακομοίρης ο παπάς κουράζεται αυτό το βράδυ και τον λυπάμαι τον καψερό που ’χει πάλι βραχνιάσει, αλλά δεν πειράζει κιόλας, γιατί όλο το χρόνο κάθεται, ας δουλέψει και μια βδομάδα… Όταν τελειώσει η λειτουργία απόψε, όλες οι γυναίκες θα μείνουνε πίσω για να στολίσουνε τον επιτάφιο. Η γιαγιά μένει κάθε χρόνο μέχρι τα χαράματα, επειδή πιάνουνε τα χέρια της και κει και φτιάχνει τον πιο ωραίο επιτάφιο με τις φιλενάδες της. Κάθεται κι ο παπάς ως αργά για να τους κάνει συντροφιά να μην είναι μονάχες οι γυναίκες και σκιάζονται. Ευτυχώς, γιατί τον παπά τον σέβονται οι καρακάξες και δε συζητάνε τα αισχρά τους μπροστά του, αλλιώς αυτές ακόμα και μέσα στην εκκλησιά ήτανε ικανές να μιλάνε και να κακαρίζουνε και να μη σέβονται τα πάθη του κακομοίρη του Χριστού που κρεμάστηκε για χάρη μας.

   Ο καιρός δεν έχει φτιάξει ακόμα καλά και πάντα τα βράδια κάνει ψύχρα, ας μπήκε η άνοιξη και μοσχοβολάει όλος ο τόπος απ’ τα κρίνα της Παναγιάς και τις βιολέτες. Η Βαρβάρα έχει ανεβεί απάνω με τις γυναίκες, αλλά από δω που στέκομαι δεν μπορώ να τη δω καθόλου. Γι’ αυτό βαριέμαι ακόμα πιο πολύ.

Επιτέλους, ο παπάς διαβάζει το δωδέκατο ευαγγέλιο, μου το ’πε ο παππούς που κάθεται δίπλα μου και τον ρώτησα να μου πει αν κοντεύει να σχολάσει. Ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος γιατί όλοι σηκώνονται όταν διαβάζει ο παπάς το ευαγγέλιο κι οι πιο πολλοί ετοιμάζονται να λακίσουνε. Ωραία, να βγω κι εγώ σιγά-σιγά που με περιμένει ο Γιώργης, που ’ναι μάλλον άθεος ο βλάκας γιατί ποτέ δεν μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Ο Γιώργης μου γνέφει από μακριά.

— Έλα Δημοσθένη, κάτσε να φύγ’ ο πολύς ο κόσμος και σου ’χω κρατήσ’ και σένα ένα να φουμάρ’ς… μου λέει ο Γιώργης με χαρά.

— Παράτα με ρε, δε θέλω. Είδες τη Βαρβάρα; Τον ρωτάω εγώ που ’χω τον δικό μου χαβά.

— Όχι, δεν έχ’νε βγει τα κορίτσια ακόμα. Κάτσε ρε σ’ λέω…

Κάθομαι δίπλα στον Λάμπρο γιατί αυτός με νευριάζει πολύ τώρα τελευταία που νταραβερίζεται μ’ όλους τους ψευτομάγκες που φουμάρουνε.

— Γιατί δεν κάθεσαι ποτέ ρε μέσα στην εκκλησιά; Τον ρωτάει ο Λάμπρος και στο στόμα μου το ’χα να τον ρωτήσω εγώ.

— Τι να κάνω; Ν’ ακούσω τα δέκα ευαγγέλια; Κάθε χρόνο τ’ ακούω… λέει ο μάπας με ύφος σοβαρό.

— Ποια δέκα ρε κόπανε; Πετάγομαι εγώ να τον διορθώσω. Δώδεκα είναι, βλάκα…

— Καλά ντε, λάθεψα… Χθες όμως κάθ’σα κι άκουσα το τροπάριο της “καποιανής” κι ύστερα βγήκα, το ξέρ’ς; μου πετάει για να μην του κολλάμε.

— Ποιας “καποιανής” ρε μάπα; Της “καμμιανής”, του λέω με σιγουριά γιατί το άκουσα που το ’πε η γιαγιά μου.

— Ρε πάτε καλά κι οι δυο; Πετάγεται ο Λάμπρος. Της Κ-α-σ-σ-ι-α-ν-ή-ς, ήταν το τροπάριο… Πριν μια βδομάδα το κάναμε στα Θρησκευτικά.

— Κι εγώ τι ‘πα; Ρωτάω τάχα μου νευριασμένος γιατί δε θέλω να παραδεχτώ την κοτσάνα μου.

Στο κάτω-κάτω σ’ ένα γράμμα έπεσα έξω, δε μπέρδεψα και τα ευαγγέλια, που τα ξέρει κι η κουτσή Μαρία πόσα είναι…


Το κείμενο που μας παραχώρησε η συγγραφέας κα Νίκη Μπλούτη-Καράτζαλη για τη δράση μας «Γράφουμε για το Πάσχα», είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο της «Κάποτε… στον Παράδεισο» [Εκδόσεις Όστρια].

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • ΣΟΦΙΑ ΓΚΛΙΑΤΗ -ΧΑΣΙΩΤΗ
    13 Απριλίου 2017 at 23:54

    ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΠΡΙΝ ΧΡΟΝΙΑ
    Με τι χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά το Πάσχα ,αλλά και φόβο.
    Έντονος αντισημιτισμός επικρατούσε σε όλη τη διάρκεια της μεγάλης Εβδομάδας. Οι μάνες μάζευαν τα παιδιά από τους δρόμους και δεν επιτρεπόταν να κάνουν πολύ θόρυβο, γιατί τους έλεγαν πως γυρνούνε στους δρόμους οι Εβραίοι, παίρνουν τα παιδιά, τα βάζουν σ’ ένα βαρέλι, με καρφιά που έχουν φτιάξει οι Γύφτοι και μετά πίνουν το αίμα τους.
    Πόσες φορές η συγχωρεμένη η μητέρα μας δεν μας διηγήθηκε αυτή την ιστορία των Εβραίων . Το κλίμα ήταν κατάλληλο και γινόταν πιστευτό από εμάς τα παιδιά ,αφού ήταν αυτοί που σταύρωσαν και τον Χριστό .Αυτή η παράδοση με το φοβέρισμα των παιδιών διατηρήθηκε ως τις αρχές του ‘60.
    Η μεγάλη εβδομάδα ήταν εβδομάδα προετοιμασίας του σπιτιού, μα προπαντός νηστείας και εκκλησιασμού. Οι νοικοκυρές έβαφαν τα πεζούλια και τους μαντρότοιχους με ασβέστη και με κόκκινη μπογιά τις γλάστρες ,που αυτή την εποχή ήταν φορτωμένες από παρθενόκρινους και φρέζιες. Μοσχομύριζε όλο το χωριό μας, οι λεμονιές και οι πορτοκαλιές στις αυλές ευωδίαζαν με το λεπτό τους άρωμα τους, που σκορπούσαν οι μυρωδάτοι ανθοί τους. Ιδιαίτερη φροντίδα είχαν οι δρόμοι απ’ όπου θα περνούσε ο επιτάφιος .
    Λίγο το μαρτύριο του Χριστού ,που το ζούσαμε μέρα με την μέρα την Μεγάλη Εβδομάδα, περισσότερο ο φόβος των αιμοδιψών Εβραίων μας έβαζε σε ένα στενόχωρο κλίμα , έως την χαρά της Αναστάσεως, που ήταν ημέρα νίκης, χαράς, ελπίδας, αισιοδοξίας.

    ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ Σοφία Γκλιάτη

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη