«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μέρα», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Ο ήχος του κινητού τον πέταξε απ’ το στρώμα σαν ελατήριο. Το έπιασε στα χέρια του κι έριξε μια ξεγυρισμένη βρισιά μέσα απ’ τα δόντια του.

«Ναι» είπε κοφτά πατώντας το πράσινο κουμπί.

Άκουσε τη φωνή τού Τάκη, που τον πήρε να του υπενθυμίσει το σημερινό ραντεβού του.

«Αφού σου το ’πα μια φορά ρε μαλάκα πως εγώ μεγάλη βδομάδα δεν δουλεύω, τι θέλεις και με πρήζεις πρωινιάτικα;» Του απάντησε θυμωμένα κλείνοντας.

Απ’ τα νεύρα του πέταξε το κινητό στην απέναντι πολυθρόνα. Το τηλέφωνο άρχισε ξανά να χτυπά αλλά ο Βαγγέλης το αγνόησε. Ήξερε καλά τι θα επακολουθούσε. Γνώριζε πια καλά όλους αυτούς τους πορνόγερους που δεν έχουν ιερό και όσιο. Σίγουρα θα τον εκβίαζε. Θα του πετούσε πως θα φροντίσει να μην ξαναβρεί ποτέ δουλειά. Κι ήταν ικανός να το κάνει. Για όλα ήταν ικανός. Αλλά αυτός είχε αποφασίσει αυτή τη φορά να το τραβήξει το σκοινί κι ας έβγαζε όπου ήθελε. Σιγά τη δουλειά! Ας την έχανε. Πάντα τη σιχαινόταν. Κι αυτή και τους κωλόγερους που τους έκανε τα χατίρια. Όλους τους ανώμαλους με τα άρρωστα μυαλά. Κάθε φορά που τέλειωνε μαζί τους και ντυνόταν να φύγει, του ερχόταν αναγούλα. Με δυσκολία συγκρατούσε τον εαυτό του να μην ξεράσει εκεί μέσα, να μην τους φτύσει κατάμουτρα και να μην ξαναπατήσει ποτέ του. Έκανε όμως υπομονή μέχρι να μαζέψει το ποσό που ήθελε για να φύγει μακριά απ’ όλους. Το χρήμα είναι το δέλεαρ για όλα. Καλά και άσχημα. Εκεί κατέληγε κάθε φορά. Κι η δική του η δουλειά πληρωνόταν με το παραπάνω. Όσα και να τους ζητούσε ήτανε έτοιμοι να του τα δώσουν, αρκεί να τους έκανε τα άρρωστα χατίρια. Μια ανάσα τον χωρίζει απ’ το ονειρό του. Μια ανάσα ακόμα και μετά θα βάλει δυο ρούχα στη βαλίτσα και άντε γεια κωλοζωή!

Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι αλαφρωμένος μ’ αυτή τη σκέψη και με μια κίνηση άνοιξε το κουμπί του ραδιοφώνου που είχε στο πλαϊνό κομοδίνο.

Η γλυκιά φωνή της εκφωνήτριας ξεχύθηκε στον χώρο:

«Στη λειτουργία της Μεγάλης Δευτέρας περιλαμβάνεται κι η παραβολή της καταραμένης συκιάς, που την καταράστηκε ο Χριστός και ξεράθηκε μ’ ένα του λόγο. Στα παλιά τα χρόνια, πίστευαν ότι ‘της νηστικής καρδιάς πιάνει η ευχή’ – κι όλες οι ανύπαντρες νηστεύανε αυστηρά, γιατί  λέγανε, ότι μετά το τέλος της νηστείας θα βρίσκανε γαμπρό…»

Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο κρεμάστηκε στα χείλη του. Καθώς ντυνόταν θυμήθηκε το ποίημα που του είχε μάθει η γιαγιά του για τη Μεγάλη Βδομάδα κι όσα του έλεγε για τις άγιες αυτές μέρες.

«Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μέρα.

Μεγάλη Τρίτη, μεγάλη κρίση.

Μεγάλη Τετάρτη, μεγάλο σκοτάδι.

Μεγάλη Πέμπτη, δάκρυο πέφτει.

Μεγάλη Παρασκευή, θλίψη πολλή.

Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο.»

Είχε ενθουσιαστεί με το ποίημα. Στην αρχή το έλεγε ξανά και ξανά για να μην το ξεχάσει. Το έμαθε και στους συμμαθητές του στην Αθήνα. Κανείς δεν το ήξερε. Το είχε απαγγείλει με καμάρι και στη δασκάλα του στην Τρίτη Δημοτικού, όταν εκείνη τους ρώτησε αν γνωρίζουν κάποια από τα έθιμα του τόπου τους για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Εκείνη, θυμάται, πως τον επιβράβευσε με ένα πλατύ χαμόγελο και τον ρώτησε από πού είναι η γιαγιά του. «Από ένα χωριό της Λάρισας, τον Αγιόκαμπο…» της είχε απαντήσει με καμάρι.

Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από μέσα του στη θύμησή της. Τη λάτρευε τη γιαγιά του. Πάνε χρόνια που την έχασε κι ακόμα τη νοσταλγεί και τη φέρνει στη σκέψη του. Κάθε χρόνο περνούσαν δυο βδομάδες στο χωριό, παρέα με την αδερφή του, τις διακοπές του Πάσχα κι ύστερα πάλι όλο το καλοκαίρι σχεδόν, επειδή η μάνα τους δούλευε.

Θυμήθηκε τα όνειρα που έκανε μικρός για το θέατρο και τις παραστάσεις που στήνανε τα καλοκαίρια με τους φίλους του στην πλατεία του χωριού για να διασκεδάσουν τους μεγάλους. Ο Βαγγέλης είχε στ’ αλήθεια ταλέντο. Ήταν προικισμένος μ’ αυτό, του το έλεγαν όλοι.

Θυμήθηκε ακόμα τη μέρα που ήρθε στη ζωή του ο «σπουδαίος» σκηνοθέτης και τον έκανε να πιστέψει πως με τη βοήθειά του θα τα καταφέρει να φτάσει ψηλά! Μόλις είχε δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή και περίμενε τα αποτελέσματα.

Πώς στάθηκε τόσο αφελής; Πώς εμπιστεύτηκε έναν άγνωστο άνθρωπο και πίστεψε στις φρούδες υποσχέσεις του; Πώς άφησε τον εαυτό του έρμαιο στις ορέξεις αυτού του αδηφάγου; Νεαρός ήταν, όμως, τι περίμενε; Πού μυαλό για πονηρές σκέψεις; Όταν τον κάλεσε, μάλιστα, εκείνος στο σπίτι του για να δουλέψουν έναν μονόλογο, όπως του είπε, ο Βαγγέλης ενθουσιάστηκε. Δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του. Πετούσε στα σύννεφα. Κι εκεί πάνω ξάπλωνε κι ονειρευόταν μια καινούργια ζωή, με τα φώτα της σκηνής να πέφτουν όλα πάνω του…

Θυμήθηκε και τη μέρα που αποφάσισε να τον καταγγείλει στον ανακριτή. Ο Βαγγέλης εκείνο το διάστημα είχε καταφέρει ν’ απομακρυνθεί από κοντά του και προσπαθούσε να βρει μια αξιοπρεπή δουλειά για να ορθοποδήσει. Ένας κοινός τους φίλος τού εμπιστεύτηκε πως τη θέση του στο σαλόνι του σπουδαίου σκηνοθέτη πήραν τα μικρά προσφυγόπουλα. Αυτό τον έκανε έξαλλο. Θύμωσε πάρα πολύ. Σκέφτηκε αυτά τα άμοιρα παιδιά και το τι θα περνούσαν κοντά του. Αυτά τα παιδιά που ήρθαν στην πατρίδα του για να βρουν γαλήνη και ζεστασιά, μακριά απ’ τον πόλεμο που μαινόταν στη χώρα τους. Αυτά τα παιδιά που θα έπεφταν στην παγίδα του άρρωστου σκηνοθέτη, με αντίτιμο ένα πιάτο φαΐ ή ένα πεντάευρο στην τσέπη τους.

Εκείνο το βράδυ πήρε τη μεγάλη απόφαση να τον καταγγείλει. Εκείνο το βράδυ αποφάσισε να αγνοήσει και τις συμβουλές του πατέρα του. Ήταν ο μοναδικός που είχε μοιραστεί τον πόνο του. Ο πατέρας του τότε, τον συμβούλεψε να σωπάσει γιατί ο άνθρωπος αυτός, του είπε, έχει μεγάλη δύναμη και δεν πρόκειται να κερδίσει τίποτα. «Θέλεις να γίνουμε βούκινο σ’ όλο τον κόσμο χωρίς αποτέλεσμα; Τη ζωή σου θα χαλάσεις, εσένα θα κοιτάνε με μισό μάτι, μετά απ’ όλα αυτά. Ποιος θα σ’ εμπιστευτεί να σου δώσει δουλειά;» Αυτά κι άλλα παρόμοια του έλεγε για να τον αποτρέψει και να μην προχωρήσει σε μια καταγγελία, που όπως ισχυριζόταν, δε θα οδηγούσε πουθενά.

Σωρείες καταγγελιών ακολούθησαν τη δική του, εναντίον του σπουδαίου σκηνοθέτη. Το ευχαριστήθηκε ο Βαγγέλης. Καθόταν μπροστά στην τηλεόραση και απολάμβανε τα όσα αποκάλυπταν οι δημοσιογράφοι εις βάρος του. Έβλεπε το πρόσωπό του στην οθόνη και του ερχόταν να ορμήσει και να τη σπάσει. Ευτυχώς που δε θα υποφέρουν άλλα παιδιά, έλεγε μέσα του κι αυτή η σκέψη τον ανακούφιζε. Ευτυχώς που το αποφάσισε και με τη δική του καταγγελία κατάφερε να βάλει κι αυτός ένα λιθαράκι στον αγώνα να καθαρίσει η κοινωνία από τέτοια μούτρα.

Ένας δημοσιογράφος θυμάται τον πλησίασε καθώς κατέβαινε τα σκαλιά απ’ το γραφείο του ανακριτή και του ζήτησε να μιλήσουνε. Ήτανε συμπαθητικός κι ευγενικός κι εκείνος δεν του αρνήθηκε. Του τα ομολόγησε όλα, όπως ακριβώς τα είχε περιγράψει στον ανακριτή. Δεν τον ένοιαζε πια αν θα τον γράψουν στις εφημερίδες, ούτε αν ακουστεί η δική του περίπτωση στα κανάλια. Το μόνο που του ζήτησε ήταν να μη δημοσιευθεί το όνομά του, για λόγους προσωπικούς. Μαλακίες! Αυτόν τίποτα δεν τον ένοιαζε ακόμα κι αν το γνώριζε όλος ο κόσμος. Τους δικούς του ήθελε να προστατέψει απ’ την κοινωνική κατακραυγή. Ο πατέρας του είχε πάθει ένα βαρύ εγκεφαλικό, λίγες μέρες μετά από την εξομολόγηση του Βαγγέλη. Απ’ τη στενοχώρια του το έπαθε. Ο δημοσιογράφος τον ρωτούσε με αληθινό ενδιαφέρον για την οικογένειά του. Αν πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, αν οι γονείς του ήταν χωρισμένοι, αν υπήρξε ενδοοικογενειακή βία στο οικογενειακό τους περιβάλλον.

«Τίποτα απ’ όλα αυτά» τον βεβαίωσε εκείνος. «Η ζωή μου άλλαξε από τότε που βρέθηκε αυτός μπροστά μου. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν όμορφα. Οι γονείς μου είναι δυο υπέροχοι άνθρωποι που μας γαλούχησαν με ηθικές αρχές και αξίες για τη ζωή. Ήμουνα άριστος μαθητής. Αν δεν είχε βρεθεί αυτός ο άρρωστος άνθρωπος στο διάβα μου τότε, σήμερα όλα θα ήταν διαφορετικά για μένα.»

Το κινητό του άρχισε να χτυπάει ξανά και να επιμένει. Πλησίασε κοντά για να ελέγξει ποιος τον καλεί. Ήταν η μάνα του. Το σήκωσε αμέσως.

«Μεγάλη Δευτέρα σήμερα. Κοίταξε μη βάλεις τίποτα αρτίσιμο στο στόμα σου. Μια βδομάδα είναι παιδί μου, θα περάσει…» του υπενθύμισε ανάμεσα στα άλλα.

Ο Βαγγέλης τη ρώτησε για την υγεία του πατέρα του και της είπε πως θα προσπαθούσε να ανέβει στο χωριό για το Πάσχα. Ούτε που θυμόταν από πότε είχε να πάει στο χωριό της γιαγιάς του. Η μάνα του πώς δεν κατουρήθηκε απ’ τη χαρά της, σαν να την έβλεπε μπροστά του…

«Θα σε περιμένουμε βλαστάρι μου, θα σου φτιάξω και μια περιποιημένη μαγειρίτσα που σ’ αρέσει, θα σου ψήσω και τυρόπιτα στον ξυλόφουρνο της γιαγιάς. Την Πέμπτη θα βάψουμε τα αυγά και θα φτιάξουμε τα κουλουράκια με την Ελένη. Θα ξετρελαθούνε και τα παιδιά άμα τους πω πως θα ’ρθεις! Ξέρεις τι αδυναμία σου έχουνε τα ανίψια σου…» συνέχισε εκείνη τα δικά της, προσπαθώντας να τον δελεάσει για να πάει κοντά τους και τα μάτια του Βαγγέλη πλημμύρισαν απ’ τα δάκρυα. Αφού αποχαιρετίστηκαν, κατάλαβε πως η μάνα του κόμπιασε, κι ήθελε μάλλον κάτι ακόμα να προσθέσει. «Καλά έκανες παιδί μου και πήγες. Πρέπει να καθαρίσει επιτέλους ο τόπος από τέτοια καθάρματα…» του είπε τρυφερά και έκλεισε.

Στο ραδιόφωνο ακουγόταν το απολυτίκιο της ημέρας…

«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς.»

 


Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.  Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Γράμματα σ’ έναν δραπέτη”, εκδόσεις Θράκα. Διηγήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο [Εντευκτήριον, book press, περιοδικό Χάρτης, περιοδικό Δίοδος, περιοδικό Θράκα, Πλανόδιον, Λόγω Γραφής, Ποιητικός Πυρήνας, περιοδικό Παρέμβαση κ.α.] και στην τοπική έντυπη εφημερίδα “Διάβημα”. Με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα Λόγω Γραφής, συνεργάζεται από το 2016 και ολοκλήρωσε μια σειρά διηγημάτων για τη δράση ‘’Ένα τραγούδι για σένα’’. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Διηγήματά της διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε Ανθολογίες και Συλλογικά έργα. Ζει και εργάζεται στη Λιβαδειά.

Email. nikimplouti@hotmail.gr

 


[Μάθετε περισσότερα για τη μίνι σειρά διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη “Άνοιξη ήτανε…”]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη